«Πρέπει οπωσδήποτε να δεις το σπίτι της Νίνας και του Νίκου στην Κηφισιά», είπε ο εικαστικός και φίλος Κωνσταντίνος Πάτσιος και μου έδωσε το τηλέφωνό τους. Η Νίνα έχει έναν εφηβικό ενθουσιασμό όταν μου λέει «έλα όποτε» και μοιάζει να το εννοεί.
Μπαίνω σε έναν πυκνό, «σγουρό» κήπο και η πόλη υποχωρεί σχεδόν αμέσως. Για λίγα δευτερόλεπτα χάνω την αίσθηση του τόπου: δεν είμαι πια στην Αττική αλλά κάπου στην εξοχή, σε ένα σπίτι όπου το πράσινο έχει αποφασίσει να προστατεύει τους κατοίκους του από τον θόρυβο και τον χρόνο.
Η ανοιχτή μπαλκονόπορτα ενώνει την αυλή με το καθιστικό. Το φως περν μέσα από τα φύλλα προτού φτάσει στους τοίχους. Εδώ δεν υπάρχει διάθεση επίδειξης. Το σπίτι σε αφήνει πρώτα να πάρεις ανάσες. Άλλωστε το καλωσόρισμα γίνεται στον κήπο.
Η Νίνα και ο Νίκος είναι απ’ τους ανθρώπους που στο σπίτι τους σε θέλουν «πρωταγωνιστή» – δεν σταματούν να μας φιλεύουν νοστιμιές.
Για λίγα δευτερόλεπτα χάνω την αίσθηση του τόπου: δεν είμαι πια στην Αττική αλλά κάπου στην εξοχή, σε ένα σπίτι όπου το πράσινο έχει αποφασίσει να προστατεύει τους κατοίκους του από τον θόρυβο και τον χρόνο.
Σιγά σιγά αρχίζω να παρατηρώ το εσωτερικό και το πρώτο πράγμα που προσέχω είναι η τέχνη, που είναι παντού, όχι όμως σαν συλλογή που ζητά να την καταγράψεις αλλά σαν φυσική παρουσία, σχεδόν σαν ένας ακόμη ένοικος που έχει πιάσει όλες τις καλές θέσεις: πάνω από το τζάκι, δίπλα στα παράθυρα, στις εσοχές της βιβλιοθήκης, ακόμη και στη σκάλα, όπου οι πίνακες ανεβοκατεβαίνουν μαζί σου.
Παρατηρώ και τα βιβλία, που δεν βρίσκονται μόνο στα ράφια, ούτε είναι ταξινομημένα ανά χρώμα – ευτυχώς. Καταλαμβάνουν δωμάτια, εσοχές, διαδρόμους και το κλιμακοστάσιο, στριμώχνονται οριζόντια πάνω στα ήδη στοιβαγμένα, ακουμπούν σε κορνίζες και μικρά γλυπτά.
Η ιστορία του σπιτιού πηγαίνει σχεδόν έναν αιώνα πίσω. Εδώ βρισκόταν το σπίτι της γιαγιάς της Νίνας και αργότερα το πατρικό της, το σπίτι όπου μεγάλωσε με τον αδελφό της. Τότε η Κηφισιά ήταν ακόμη αραιοκατοικημένη, είχε χαμηλά σπίτια και παιδιά που έκαναν βόλτες με τα ποδήλατα στη γειτονιά.
Ο κήπος του ήταν διαφορετικός από τον σημερινό. Όταν οι πολυκατοικίες άρχισαν να υψώνονται γύρω του και το παλιό κτίσμα δεν μπορούσε πια να εξυπηρετήσει τον τρόπο ζωής τους, αποφάσισαν να το κατεδαφίσουν και να χτίσουν ξανά. Δεν επιχείρησαν να κατασκευάσουν μια ψεύτικη ανάμνηση.
Ζήτησαν από τον αρχιτέκτονα και φίλο τους Νίκο Κούνα κάτι ξεκάθαρο: να δοθεί η μέγιστη βαρύτητα στον κήπο και το σπίτι να έχει το ελάχιστο δυνατό αποτύπωμα. Ήθελαν ένα απλό κουτί με μια καθαρή κεραμοσκεπή για στέγη, χωρίς τα χαρακτηριστικά της βίλας των προαστίων, χωρίς τον γνωστό γκρι μινιμαλισμό και διάφορα αρχιτεκτονικά τερτίπια.
Οι κύριοι χώροι είναι περίπου 151 τ.μ., και μαζί με το υπόγειο το σπίτι φτάνει κοντά στα 250. «Είναι η φωλιά μας», μου λένε. Η λέξη δεν ακούγεται καθόλου σαν κλισέ των ιδιοκτητών. Ίσως επειδή εδώ μεγάλωσε κάποτε η Νίνα. Ίσως επειδή το σπίτι σχεδιάστηκε για να προστατεύει, παραμένοντας ανοιχτό: οι λευκοί τοίχοι κρατούν το φως, τα δάπεδα τη ζεστασιά, ενώ η τερακότα του υπογείου συνεχίζεται στην αυλή, δημιουργώντας την αίσθηση της συνέχειας.
Στο μεγάλο τζάκι θαυμάζω το έργο του Iotoff. Μου λένε ότι τον χειμώνα μαζεύονται γύρω του φίλοι και στήνονται τρικούβερτα γλέντια. Είναι ένα σπίτι γεμάτο φίλους, τραπέζια και χαρά, χωρίς πολλές αντίκες – η Νίνα δεν ήθελε να έχει βαρίδια του χθες.
Ο Νίκος συλλέγει αντικείμενα από παλιά κουρεία. Η συλλογή αυτή, και το μεράκι του, τον έκανε να φτιάξει πριν από έναν χρόνο ένα παραδοσιακό κουρείο-μουσείο στην κεντρική πλατεία του χωριού, στο Ευπάλιο Φωκίδας, απ’ όπου κατάγεται.
Ξετρελαίνομαι με όλα αυτά που έχει μαζέψει. Το καταλαβαίνει και μου λέει «πού να δεις το μουσείο, αυτά δεν είναι τίποτα».
Η Νίνα είναι επιμελήτρια τέχνης και καθηγήτρια Περιβαλλοντικών Επιστημών. Πάνω από μια εικοσαετία δούλευε στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, αλλά κάποια στιγμή άλλαξε όλη της τη ζωή: άφησε τη θέση της και ακολούθησε το πάθος της, δίνοντας βήμα σε καλλιτέχνες που έχουν περιβαλλοντικές ευαισθησίες, βοηθώντας τους να δείχνουν τη δουλειά τους και δημιουργώντας σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά.
Παρατηρώ τους μεγάλους καμβάδες σε κόκκινο, κίτρινο και μοβ, μικρά χαρακτικά, φωτογραφίες, κολάζ, τοπία, ανθρώπινες φιγούρες, κατασκευές από μέταλλο και γυαλί. Στο γραφείο, δύο σώματα λυγίζουν πάνω σε έναν χρυσοκόκκινο ορίζοντα. Πάνω από το τζάκι, ένα πολυεπίπεδο έργο συνομιλεί με το πράσινο που φαίνεται από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Στην τραπεζαρία, ένας πίνακας με δυνατές χρωματικές επιφάνειες βρίσκεται πάνω από τον μαύρο μπουφέ, απέναντι από την τραπεζαρία.
Εδώ οι καλλιτέχνες έχουν ονόματα που προφέρονται με τρυφερότητα. Οι περισσότεροι είναι φίλοι τους. Μου αναφέρουν ενδεικτικά έργα των Πάτσιου, Σταματάκη, Τανιμανίδη, Αντωνόπουλου, Μισούρα, Μανουσάκη, Λόη, Δούμα, Λαζαράκη, Κελαϊδή, Γαβαλά, Καββαθά, Ρήνα, Λατινοπούλου, Καρακατσάνη, Κατσιπάνου, Conway, Iotoff, Πίσω από κάθε έργο υπάρχει μια γνωριμία, ένα εργαστήριο, μια κουβέντα, μια πράξη θαυμασμού ή στήριξης.
Το γλυπτό του Λαζαράκη, για παράδειγμα, δεν είναι το τρόπαιο ενός συλλέκτη αλλά το έργο ενός φίλου που είναι σαν να σου λέει «καλημέρα» καθημερινά. Αυτή είναι η ομορφιά της συλλογής: όχι η συσσώρευση υπογραφών αλλά η δημιουργία δεσμών.
Για τα έπιπλα δεν έχουν προσπαθήσει πολύ. Ήθελαν να είναι ποιοτικά, αλλά «ήσυχα» – εξάλλου το απρόσωπο design δεν τους εκφράζει. Η Νίνα και ο Νίκος δεν μιλούν για την τέχνη σαν να είναι επένδυση και δεν τη χρησιμοποιούν ως πιστοποιητικό καλού γούστου. Κατοικούν μαζί της.
Υπάρχουν σπίτια που δίνουν την αίσθηση ότι κρατούν την αναπνοή τους μόλις μπει ο φωτογράφος. Μαζεύουν τα καλώδια, εξαφανίζουν τα τηλεκοντρόλ, κρύβουν το μπολ του ζώου· ξαφνικά δεν κατοικεί κανείς εκεί, μόνο ένα ακριβό βάζο. Αντίθετα, το σπίτι του Νίκου και της Νίνας δείχνει την καθημερινότητά του. Στο γραφείο βλέπεις τις στοίβες των φακέλων. Στη βιβλιοθήκη, τα μαξιλάρια έχουν υποχωρήσει από τη χρήση. Στο τραπέζι υπάρχουν βιβλία που έμειναν στη μέση. Ο κήπος μπαίνει από τις ανοιχτές πόρτες μαζί με τον αέρα. Η ομορφιά εδώ δεν είναι ακινησία· είναι κυκλοφορία.
Τη νιώθεις και στον τρόπο με τον οποίο μιλούν για τους φίλους τους, για τα καλέσματα που κάνουν, τα οποία ξεκινούν νωρίς το πρωί με καφέ και καταλήγουν με τσίπουρα και μεζέ.
Καθώς περπατώ ανάμεσα στους πίνακες και στα βιβλία, σκέφτομαι πως αυτό το σπίτι είναι γεμάτο αγάπη, γέλια, έχει μνήμες από κεράσματα, φίλους, απώλειες, διαφωνίες, δουλειά και την επίμονη επιθυμία δύο ανθρώπων να μη σταματήσουν να μαθαίνουν.
Τελικά, οι άνθρωποι είναι αυτοί που «συνωμοτούν» υπέρ της ζωής τους: χτίζουν ξανά πάνω στο πατρικό χωρίς να προδίδουν τη μνήμη του, γεμίζουν τα ράφια γνώση, κάνουν φίλους τους καλλιτέχνες που θαυμάζουν, στρώνουν το τραπέζι, ανοίγουν την πόρτα. Και επιμένουν. Κυρίως αυτό.