Υπάρχουν σπίτια τόσο μαγικά που σου δημιουργούν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Στο σπίτι του Γιώργου και της Φωτεινής αισθάνθηκα ότι βρέθηκα στο καλόγουστο σύμπαν δυο ανθρώπων με χιούμορ και γνώση, που έχουν στήσει κάτι ολότελα δικό τους.
Τον τελευταίο καιρό, όταν μπαίνω στα σπίτια, το πρώτο που κοιτάζω είναι τι έχουν κρατήσει από το παρελθόν. Δεν ξέρω γιατί ψάχνω αυτήν τη ρίζα. Το σπίτι του Γιώργου και της Φωτεινής είναι σαν κρεμμύδι, έχει «στρώσεις». Τα παλιά αντικείμενα έχουν ενσωματωθεί με τρόπο ευφάνταστο, άλλα έχουν μείνει ανέγγιχτα και άλλα έχουν αλλάξει εντελώς χρήση. Τους ρωτάω τι είναι το καθετί.
Μαθαίνω ότι οι καρέκλες στην τραπεζαρία είναι της προγιαγιάς του Γιώργου, ένα παλιό ρολόι ήρθε απ’ την Αμερική –ανήκε στη γιαγιά της Φωτεινής–, μια πολυθρόνα είναι από το σπίτι της θείας, έναν μπουφέ που έγινε νησίδα στην κουζίνα τον βρήκαν εδώ. Αν μπορούσαν τα έπιπλα να μιλήσουν, θα είχαν να πουν ένα σωρό συναρπαστικές ιστορίες, τούς λέω, και συμφωνούν. Το σπίτι είναι γεμάτο βιβλία, έργα τέχνης, φωτογραφίες και αντικείμενα που προέρχονται από διαφορετικές εποχές.
Στον διάδρομο, τα κάδρα συνεχίζουν τη μικρή έκθεση που ξεκινά στο καθιστικό. Αλλού βρίσκεις ένα έργο μόνο του, αλλού μια φωτογραφία δίπλα σε ένα αντικείμενο που ίσως έχει φτάσει εδώ από μια αγορά ή από τον δρόμο. Τα έργα που βλέπουμε στους τοίχους είναι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης συλλογής.
Το διαμέρισμα βρίσκεται σε μια πολυκατοικία του 1963, κοντά στην πλατεία Αμερικής. Ανήκε στους θείους του Γιώργου: ο θείος ήταν γιατρός και η θεία ποιήτρια, μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της. «Ήταν ένα σπίτι που είχε πολλή αγάπη», θυμάται ο Γιώργος και μου λένε ότι χρόνια μετά νιώθουν ακόμα τη γλυκιά αύρα της θείας.
Μετακόμισαν εδώ από την Κηφισιά, στην πανδημία. Τους ρωτάω αν έγινε ανακαίνιση και κουνούν και οι δύο καταφατικά το κεφάλι, δίνοντάς μου ταυτόχρονα να καταλάβω ότι μια ανακαίνιση είναι και λίγο μπελάς. Έγινε μεν, αλλά με σεβασμό στο χθες. Μαθαίνω ότι η κουζίνα ήταν σε ένα από τα πίσω δωμάτια, όπως συνέβαινε συχνά στα διαμερίσματα εκείνης της εποχής.
Όταν ήρθαν να μείνουν εδώ, έφεραν την κουζίνα στο φωτεινό μπροστινό μέρος και έκαναν την παλιά κουζίνα γραφείο. Προσπάθησαν να κρατήσουν όσο περισσότερα στοιχεία μπορούσαν. «Ήταν ένα σπίτι που είχε ήδη μια ζωή», λένε, Έτσι, αποφάσισαν να χωρέσουν σ’ αυτό και τη δική τους. Κράτησαν το παρκέ, τα παλιά κουφώματα και τα ξύλινα ρολά και ανανέωσαν μόνο ό,τι έπρεπε να ανανεωθεί.
Το παρκέ είναι από εκείνα που σε κάνουν να κοιτάζεις κάτω και να το θαυμάζεις καθώς περπατάς, ενώ το φως που περνά από τα ψηλά παράθυρα απλώνεται στα δωμάτια με έναν γλυκό τρόπο.
Στο καθιστικό, οι βιβλιοθήκες, που πάνε από τη μια άκρη στην άλλη, είναι γεμάτες βιβλία τέχνης. Ο καναπές με το καρό ύφασμα είναι καινούργια προσθήκη, ενώ τα τραπεζάκια ήταν της θείας. «Μάλλον του Σαρίδη», λέει ο Γιώργος, «αγορασμένα κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60», χωρίς να είναι και σίγουρος. Ξεχωρίζω δύο ωραίες λάμπες ’70s. Γελούν συνωμοτικά: τις βρήκαν παρατημένες σε ένα παλιό κτίριο. Τις αγαπούν πολύ. «Έχεις την αίσθηση ότι θα βγει ο Κωνσταντάρας να τις ανάψει», μου λένε γελώντας.
Η κουζίνα με τον παλιό μπουφέ είναι από τα πιο ωραία στοιχεία του σπιτιού και μια υπέροχη ιδέα για το πώς κάτι παλιό μπορεί να αποκτήσει νέα χρήση. Πια έχει γίνει νησίδα. «Πανέξυπνη ιδέα», αναφωνώ, «αλλάζεις τη χρήση ενός αντικειμένου, αλλά διατηρείς τη μνήμη». Εκεί μπορείς να μαγειρεύεις, να ακουμπάς πράγματα, να μιλάς με όποιον κάθεται στον καναπέ. Σε όλα τα σπίτια τους είχαν ανοιχτή την κουζίνα, γιατί τους αρέσει να υπάρχει αυτή η συμμετοχή και η επικοινωνία. «Να ’ναι φανερά τα μαγειρέματα», λένε και χαμογελούν.
Κοντά στην είσοδο, το τραπέζι και οι καρέκλες της προγιαγιάς έχουν βρει τη θέση τους. Το τραπέζι έχει καμπύλα ξύλινα πόδια και μια ήσυχη κομψότητα. Στο μπάνιο, το ξύλινο μπουντουάρ βρήκε κι αυτό μια άλλη χρήση: έγινε το έπιπλο του νιπτήρα, κρατώντας τη ζεστασιά του ξύλου μέσα σε έναν χώρο πιο φωτεινό και σύγχρονο. Ο μεγάλος καθρέφτης και τα δύο φωτιστικά συμπληρώνουν το δωμάτιο – μια μικρή λεπτομέρεια που λέει πολλά για το πώς το σπίτι συνδυάζει το πρακτικό με το προσωπικό, πάντα με χιούμορ.
Ο Γιώργος και η Φωτεινή έχουν πραγματική αίσθηση του χιούμορ και αυτό περνά και στον χώρο, στη ζωή και στις καλλιτεχνικές τους επιλογές. Τίποτα εδώ μέσα δεν έχει μισό κόκκο σοβαροφάνειας. Είναι και οι δυο φιλόξενοι και φιλικοί, με μια αίσθηση παλιάς ευγένειας και καλών τρόπων βαθιά ριζωμένη μέσα τους.
«Από πού είναι αυτά τα ωραία μπισκότα;», ρωτάω τρώγοντας το δεύτερο. «Δεν μπορούμε να σου τα πούμε και όλα», λέει η Φωτεινή.
Στον διάδρομο, τα κάδρα συνεχίζουν τη μικρή έκθεση που ξεκινά στο καθιστικό. Αλλού βρίσκεις ένα έργο μόνο του, αλλού μια φωτογραφία δίπλα σε ένα αντικείμενο που ίσως έχει φτάσει εδώ από μια αγορά ή από τον δρόμο.
Τα έργα που βλέπουμε στους τοίχους είναι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης συλλογής, έχουν κι άλλα στις αποθήκες. Κάθε φορά επιλέγουν τι θα βάλουν στο σπίτι ανάλογα με τον χώρο και τους συνδυασμούς που μπορούν να δημιουργηθούν. Άλλα έργα είναι φίλων και γνωστών, άλλα τα έχουν αγοράσει.
Δεν μοιάζει με συλλογή που φτιάχτηκε για να δηλώσει κάτι. Είναι περισσότερο ένας τρόπος να ζεις καθημερινά ανάμεσα σε εικόνες και ιδέες που σε ακολουθούν χρόνια. Ξεχωρίζω στο χολ έργα των Jens Lang, του Γιώργου Γεωργακόπουλου, του Τάσου Παυλόπουλου, της Ελένης Μεσάδου. Ξεχωριστή αίσθηση στον χώρο δίνει και η φωτογραφία με τα τρόλεϊ που είχε τραβήξει ο μπαμπάς της Φωτεινής, Νίκος Καπίρης.
Σε έναν άλλο μεγάλο τοίχο στην τραπεζαρία βλέπω έργα των Λάμπρου Ψυρράκη, Ragna Jürgensen, πορτρέτα από τους Φίλιππο Νικολαΐδη, Φίλιππο Μάνου και Roland Dörfler. Άλλοι καλλιτέχνες που συναντάς στους τοίχους του σπιτιού είναι οι Γιώργος Τσακίρης, Loco, Αγαπητός Αγαπητάκης, Γιάννης Πετρής, Μιχάλης Δουκουμεντζάκις.
Το σπίτι έχει κάτι βαθιά καλλιτεχνικό στον πυρήνα του, όχι γιατί το προσπαθεί αλλά γιατί έχει ποτίσει με την ουσία και των δυο τους. Ο Γιώργος έχει σπουδάσει ζωγραφική στη Γερμανία και έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της πορείας του στην επιμέλεια εκθέσεων και στη δημιουργία χώρων για τη σύγχρονη τέχνη. Η διαδρομή του συνδέεται με την Cheapart, το TAF και το CAMP. Η Φωτεινή σπούδασε στην Καλών Τεχνών, εργάστηκε για χρόνια στη διαφήμιση και επιστρέφει κατά διαστήματα στη γλυπτική, στο δικό της εργαστήριο. Η τέχνη δεν είναι, λοιπόν, κάτι που μπήκε στο σπίτι για να το στολίσει. Είναι ένας τρόπος να βλέπουν τον χώρο και να ζουν μέσα του.
Μου μιλούν για τα σπίτια στα οποία έχουν ζήσει μαζί. Αυτό είναι το τέταρτο. Κάποια πράγματα τους ακολούθησαν από το ένα στο άλλο, αλλάζοντας θέση και πλαίσιο. «Μπορούμε να τα “κουμπώσουμε” σε ένα επόμενο σπίτι», λένε. Κάπως έτσι, τα σπίτια τους αποκτούν συγγένεια μεταξύ τους. Δεν είναι ίδια, όμως κουβαλούν μια κοινή αισθητική, όχι επειδή κάποιος ακολούθησε ένα σχέδιο από την αρχή αλλά επειδή ορισμένα αντικείμενα, χρώματα και έργα συνεχίζουν να βρίσκουν τρόπο να συνυπάρχουν. Αυτό είναι ίσως που με συγκινεί περισσότερο στο συγκεκριμένο σπίτι, η αίσθηση ότι δεν αρχίζει από το μηδέν.
Κάπου εδώ η κουβέντα φεύγει από τα έπιπλα και πηγαίνει στη γειτονιά. Τους αρέσει που κατεβαίνεις και βρίσκεις γύρω σου όσα χρειάζεσαι, ακόμα και αργά τη νύχτα. Από εδώ, μπορείς να πας παντού με τα πόδια. Ο Γιώργος όμως θυμάται ακόμη την παλιά ζωή της περιοχής, τα σινεμά, τα μαγαζιά, τις συναντήσεις. Για εκείνους, η γειτονιά δεν είναι φόντο του σπιτιού.
Τους στενοχωρεί κάπως η εγκατάλειψη που βλέπουν γύρω τους, «οι δρόμοι που μένουν βρόμικοι, τα κτίρια που φθείρονται, οι άνθρωποι που αναγκάζονται να ψάχνουν στα σκουπίδια», λέει η Φωτεινή, «είναι εικόνες μιας δύσκολης επιβίωσης».
Τους ρωτάω αν έρχονται στην περιοχή οι φίλοι. Το σπίτι τους, λένε, είναι πάντα ανοιχτό. Φίλοι, κρασιά, κουβέντες, άνθρωποι που έρχονται από το εξωτερικό και γνωρίζουν την Αθήνα μέσα από τη γειτονιά. Έχουν ζήσει για χρόνια με έντονους ρυθμούς κάνοντας δημιουργικές δουλειές και τώρα κινούνται μεταξύ Αθήνας και Βιέννης. Η ζωή τους είναι σε περισσότερα από ένα μέρη, αλλά αυτό το διαμέρισμα παραμένει το σημείο όπου επιστρέφουν για να ξαναβρούν τη θέση τους.
Δεν το λένε καταφύγιο, τουλάχιστον όχι με την έννοια τού να κλείνεσαι έξω από τον κόσμο. «Είναι το εσωτερικό σκηνικό μας», λέει η Φωτεινή. Κι ο Γιώργος το περιγράφει σαν μια κιβωτό πραγμάτων που διασώθηκαν, αλλά παραμένουν μέρος μιας ιστορίας που δεν έχει τελειώσει. Ακούω τις δύο φράσεις και σκέφτομαι ότι ίσως το σπίτι να είναι και τα δύο: μια φωλιά που σε ηρεμεί και ένα σκηνικό που κάνει χώρο για τους άλλους.
Μπαίνοντας σε αυτό το σπίτι, δεν σκέφτεσαι τι ωραία που το έχουν διακοσμήσει, αλλά πόσο ωραίο είναι να μη χρειάζεται να διαλέξεις μεταξύ μνήμης και αλλαγής, παλιού και νέου. Φεύγω και έχω πάρει ιδέες. Μήπως να μετατρέψω κι εγώ ένα παλιό μπουντουάρ σε έπιπλο για το μπάνιο; Το σπίτι του Γιώργου και της Φωτεινής με εμπνέει να γίνω περισσότερο δημιουργική, να παίζω με τα αντικείμενα με χιούμορ και τόλμη.