ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ της χώρας εισέρχεται πλέον και επίσημα σε ρυθμούς ΔΕΘ. Η εστίαση στο τι θα ειπωθεί και τι θα παρουσιαστεί εκεί από τους ηγέτες των πολιτικών κομμάτων έχει φυσικά ενδιαφέρον αλλά φέρει και ορισμένα στοιχεία επαρχιώτικης φαιδρότητας που ευδοκιμούν εν Ελλάδι. Η καθημερινή ζωή των πολιτών και ψηφοφόρων δεν πρόκειται να αλλάξει από τη μία στιγμή στην άλλη επειδή θα ανακοινωθούν ορισμένα μέτρα, είτε περιβληθούν τον μανδύα της υπευθυνότητας είτε αυτόν των παχυλών υποσχέσεων. Η επόμενη εκλογική μάχη δεν θα κριθεί τόσο πολύ από το ποιος θα παρουσιάσει τα καλύτερα μέτρα αλλά μάλλον από το ποιος θα αντιληφθεί τα υπόγεια κοινωνικά ρεύματα.
Στη στρατηγική επικοινωνία, ένα από τα μυστικά είναι ότι πολλές φορές ο «πελάτης» –εν προκειμένω ο ψηφοφόρος– δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για το «προϊόν» που προσφέρεται και τον τρόπο με τον οποίο προσφέρεται, αλλά για το «γιατί», δηλαδή για τον λόγο για τον οποίο πιστεύει αυτόν που του παρουσιάζει κάτι και το αν ταυτίζεται μαζί του. Και εδώ ίσως να κρύβονται εκπλήξεις.
Το πρόβλημα του κόστους ζωής, το βασικότερο σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, δύσκολα θα εξαφανιστεί, όποια κι αν είναι τα κυβερνητικά μέτρα που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση ακολουθεί μια στρατηγική που στηρίζεται σε δυο πυλώνες. Ο ένας αφορά τη διαχείριση της οικονομίας και ο δεύτερος τη διαχείριση ζητημάτων «σκληρής πολιτικής» και ασφάλειας. Ο πρώτος πυλώνας έχει στόχο την επαναπροσέγγιση των κεντρώων ψηφοφόρων και τη μεσαία τάξη. Ο δεύτερος, το δεξιό ακροατήριο, και επιδιώκει την υψηλότερη δυνατή συσπείρωση για αποφυγή διαρροών από τη δεξιά της πτέρυγα.
Στον πρώτο πυλώνα, το κυβερνητικό επιτελείο έχει επιλέξει ορισμένα όπλα που τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως προσφέρουν πλεονέκτημα στη Νέα Δημοκρατία. Η πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους προβάλλεται ως μια κίνηση που βοηθά στη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα αλλά και ως μια ευγενής χειρονομία προς τις νεότερες γενιές. Την ίδια στιγμή, το Μέγαρο Μαξίμου αναδεικνύει τα αριθμητικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη χρηστή αξιοποίηση και διαχείριση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, για να απαντήσει και στην κριτική περί «απένταξης» έργων και απώλειας χρημάτων. Επιπλέον, είναι λογικό η κυβέρνηση να προωθεί το αφήγημα του εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης, κυρίως μέσα από την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών. Με όλα τα προαναφερθέντα, εκτιμάται ότι οι κεντρώοι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν και πάλι τη Νέα Δημοκρατία ως τη μόνη υπεύθυνη πολιτική δύναμη.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως η έμφαση στον δεύτερο πυλώνα. Η ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας μέσα από τους εξοπλισμούς της περιόδου 2019-2026 στο Πολεμικό Ναυτικό και στην Πολεμική Αεροπορία, η υπογραφή της συμφωνίας με το Ισραήλ για την αγορά των συστημάτων που θα συγκροτήσουν την «Ασπίδα του Αχιλλέα», οι κινήσεις στο μέτωπο του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και των συμφωνιών για έρευνα και (πιθανή) εξόρυξη υδρογονανθράκων και η απίστευτη σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής ακόμη και με αμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Θάνου Πλεύρη για τη δημιουργία κέντρων επιστροφών σε τρίτες (πιθανότατα αφρικανικές) χώρες (σ.σ. η εν λόγω κίνηση προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις και σε υψηλό επίπεδο στο υπουργείο Εξωτερικών), δίνουν το στίγμα.
Ο σκοπός αυτής της επιλογής είναι η οχύρωση της δεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας ώστε να αποτραπεί η διαρροή παραδοσιακών ψηφοφόρων στην τελική ευθεία προς την κάλπη. Το πόσο αποτελεσματική θα είναι αυτή η πρωτοβουλία θα κριθεί εκ του αποτελέσματος και δεν λείπουν αυτοί που ισχυρίζονται ότι μια ελεγχόμενη (ρητορική) ένταση στις σχέσεις με την Άγκυρα ίσως να βολεύει. Αν πιστέψει κανείς όσα ακούγονται περί της απήχησης που φέρεται να έχει το υπό ίδρυση κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά (σ.σ. με βάση ορισμένες κυλιόμενες δημοσκοπήσεις), τότε η Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να έχει σοβαρό πρόβλημα. Ωστόσο, όλα αυτά παραμένουν εικασίες από τη στιγμή που το νέο κόμμα δεν έχει ανακοινωθεί, άρα δεν έχει μετρηθεί επισήμως σε έρευνες κοινής γνώμης.
Η κυβέρνηση πιστεύει ότι επιμηκύνοντας την προεκλογική περίοδο θα εξουθενώσει τους αντιπάλους της. Οι αντίπαλοί της θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν μια μακρά προεκλογική περίοδο για να αναδεικνύουν κάθε πιθανό στραβοπάτημα της κυβέρνησης. Το πρόβλημα του κόστους ζωής, το βασικότερο σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, δύσκολα θα εξαφανιστεί, όποια κι αν είναι τα κυβερνητικά μέτρα που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ. «Κλειδί» θα είναι το αν θα επικρατήσει (ή όχι) η άποψη ότι είναι πλέον ώρα να υπάρξει πολιτική αλλαγή. Μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε φυσικά να πάρει πολλές μορφές. Αυτό όμως ίσως είναι θέμα ενός άλλου σημειώματος…
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO