Ένα από τα παλαιότερα μουσεία της Βολιβίας ξανάνοιξε στη Λα Παζ μετά από έναν χρόνο ανακαίνισης, αλλά το πιο ενδιαφέρον δεν είναι οι νέες αίθουσες. Είναι το ποια αντικείμενα μπαίνουν τώρα στο κέντρο της αφήγησης.
Το Museo Nacional de Arqueología de Bolivia παρουσιάζει τη νέα μόνιμη έκθεση Raíces eternas, legados vivos — «Αιώνιες ρίζες, ζωντανές κληρονομιές» — με 395 αντικείμενα που καλύπτουν περισσότερα από 11.000 χρόνια ιστορίας. Ανάμεσά τους βρίσκονται δύο τεκμήρια με ιδιαίτερο βάρος: η Saphi, τα μουμιοποιημένα λείψανα ενός μικρού κοριτσιού που επαναπατρίστηκαν από τις ΗΠΑ το 2019, και ένα λίθινο illa των Άνδεων, που είχε κλαπεί από τη Βολιβία το 1858 και επέστρεψε από ελβετικό μουσείο το 2014.
Η νέα έκθεση δεν αντιμετωπίζει το προϊσπανικό παρελθόν ως κάτι κλεισμένο μέσα σε προθήκες. Αντίθετα, επιχειρεί να δείξει πώς παλιές τελετουργίες, χειρονομίες και υλικά συνεχίζουν να υπάρχουν στην καθημερινή ζωή της Βολιβίας. Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται μόνο ως αρχαιολογία, αλλά ως κάτι που εξακολουθεί να περνά μέσα από το φαγητό, την προσευχή, τις γιορτές, τα αντικείμενα και τις οικογενειακές μνήμες.
Η Saphi βρίσκεται στην ενότητα της έκθεσης που είναι αφιερωμένη στην αθανασία. Πιστεύεται ότι έζησε τον 15ο αιώνα στην περιοχή Pacajes, στη σημερινή Λα Παζ. Στην έκθεση παρουσιάζεται μαζί με τα ταφικά της αντικείμενα: μικρά παπούτσια, βραχιόλια, σακουλάκια με φύλλα κόκας, πατάτες, chuño, καλαμπόκι, φασόλια και άλλες τροφές. Τα μαλλιά της παραμένουν προσεκτικά πλεγμένα.
Το μουσείο επιμένει να μην την παρουσιάσει ως αρχαιολογική περιέργεια. Η Saphi αντιμετωπίζεται ως παιδί και ως ανθρώπινη παρουσία που ζητά σεβασμό. Αυτή η επιλογή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο επισκέπτης κοιτάζει το εύρημα: όχι ως «μούμια», αλλά ως κάποιον που ανήκει σε μια ιστορία φροντίδας, τελετουργίας και επιστροφής.
Η παρουσία της συνδέεται με το Todos Santos, τη βολιβιανή γιορτή των νεκρών και των προγόνων, όπου οι οικογένειες προσφέρουν φαγητό και ποτό σε όσους έχουν φύγει. Τα αντικείμενα με τα οποία θάφτηκε η Saphi μοιάζουν με στοιχεία που εξακολουθούν να εμφανίζονται στους οικογενειακούς βωμούς της γιορτής. Έτσι, η έκθεση δεν τη βάζει μόνο στο παρελθόν. Τη συνδέει με μια ζωντανή πρακτική μνήμης.
Το δεύτερο μεγάλο αντικείμενο της έκθεσης είναι ένα μικρό μαύρο λίθινο illa, γυναικεία μορφή που συνδέεται με τη γονιμότητα και την αφθονία. Πάνω του εμφανίζονται αμφίβια και φίδια, ζώα που παραδοσιακά συνδέονται με τη βροχή και την καλή σοδειά.
Η ιστορία του είναι σχεδόν ειρωνική. Το 1858, ο ελβετός ταξιδιώτης Γιάκομπ φον Τσούντι είδε το ειδώλιο σε σπίτι στο Τιαουανάκο. Οι κάτοικοι το τιμούσαν ανάβοντας κεριά και πίστευαν ότι μπορούσε να εντοπίζει κλεμμένα αντικείμενα, να αποκαλύπτει κλέφτες ή να τους τιμωρεί. Όταν, σύμφωνα με τη δική του καταγραφή, ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε να το πουλήσει, ο φον Τσούντι μέθυσε τους κατοίκους μέχρι να αποκοιμηθούν και το πήρε.
Το αντικείμενο που ήταν γνωστό ως «άγιος των κλεφτών» κλάπηκε — και ο ίδιος ο άνθρωπος που το έκλεψε κατέγραψε την πράξη του στο ταξιδιωτικό του ημερολόγιο. Αυτή η καταγραφή έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία στη διαδικασία επαναπατρισμού.
Το illa πέρασε στους απογόνους του φον Τσούντι και στη συνέχεια αποκτήθηκε από το Ιστορικό Μουσείο της Βέρνης το 1929. Έμεινε εκεί για 85 χρόνια, πριν επιστρέψει στη Βολιβία το 2014. Η επιστροφή του μετατράπηκε σε δημόσια πομπή: μεταφέρθηκε αργά από το αεροδρόμιο του Ελ Άλτο σε γυάλινη προθήκη, ενώ πλήθος κόσμου το ακολουθούσε ρίχνοντας πέταλα λουλουδιών μέχρι την πλατεία Μουρίγιο.
Μέχρι τότε, πολλοί είχαν αρχίσει να το αποκαλούν «illa del Ekeko», συνδέοντάς το με τον Ekeko, την ανδρική φιγούρα της αφθονίας που βρίσκεται στο κέντρο της Alasita, της ετήσιας γιορτής μικρών ευχών στη Λα Παζ. Εκεί οι άνθρωποι αγοράζουν μικροσκοπικά σπίτια, αυτοκίνητα, χαρτονομίσματα ή πτυχία, ελπίζοντας να τα αποκτήσουν στην πραγματική ζωή. Η ονομασία, όμως, κρύβει και μια αντίφαση: το illa είναι γυναικεία μορφή, ενώ ο παραδοσιακός Ekeko είναι άνδρας.
Η νέα μόνιμη έκθεση του μουσείου περιλαμβάνει ακόμη τελετουργικά αγγεία, κεραμικά και λίθινα αντικείμενα, μορφές που συνδέονται με τη μάσηση φύλλων κόκας και τεκμήρια που δείχνουν πώς η καθημερινή πρακτική, η φιλοξενία, η γιορτή και η μνήμη έχουν βαθιές ρίζες στους πολιτισμούς των Άνδεων.
Το μουσείο διαθέτει περισσότερα από 30.000 αντικείμενα από όλη τη Βολιβία. Η έκθεση δείχνει μόνο ένα μικρό μέρος τους. Όμως η επιλογή να τοποθετηθούν στο κέντρο δύο επαναπατρισμένα τεκμήρια αλλάζει το βάρος της αφήγησης. Η ιστορία δεν λέγεται πια μόνο μέσα από το τι σώθηκε. Λέγεται και μέσα από το τι αφαιρέθηκε, τι ταξίδεψε χωρίς συναίνεση, τι επέστρεψε και πώς το υποδέχθηκε η κοινωνία που το θεωρεί δικό της.
Στη Λα Παζ, η ανακαίνιση ενός μουσείου γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από αρχιτεκτονική ή μουσειολογική ανανέωση. Γίνεται μια υπενθύμιση ότι ο επαναπατρισμός δεν αφορά μόνο αντικείμενα. Αφορά τρόπους να ξαναβλέπεις το παρελθόν, να το αποκαλείς με το όνομά του και να το τοποθετείς ξανά εκεί όπου μπορεί να έχει μνήμη.
με στοιχεία από The Art Newspaper