Τα μουσεία απέκτησαν νέο παγκόσμιο κώδικα δεοντολογίας για έναν κόσμο στον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση, οι επιστροφές πολιτιστικών αγαθών και η αποικιακή κληρονομιά δεν μπορούν πια να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα ζητήματα.
Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων, γνωστό ως ICOM, υιοθέτησε τον νέο κώδικα στις 25 Ιουνίου, κατά τη διάρκεια της 41ης γενικής συνέλευσής του στο Παρίσι.Πρόκειται για την πρώτη πλήρη αναθεώρηση του κώδικα μετά το 2004. Το νέο κείμενο προετοιμαζόταν για περισσότερα από πέντε χρόνια και εγκρίθηκε από το 85,9% των μελών του οργανισμού.
Για τα μέλη του ICOM, η τήρηση του κώδικα αποτελεί όρο συμμετοχής στον οργανισμό. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή διακήρυξη καλών προθέσεων, αλλά για το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο διεθνής μουσειακός κόσμος ορίζει τι θεωρεί επαγγελματικά και ηθικά αποδεκτό.
Η αναθεώρηση έρχεται σε μια εποχή κατά την οποία τα μουσεία καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήματα που ο προηγούμενος κώδικας δεν μπορούσε να προβλέψει με την ίδια ένταση.
Πώς χρησιμοποιούνται οι ψηφιακές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη στις συλλογές; Ποιος έχει δικαιώματα πάνω σε ψηφιακές αναπαραστάσεις αντικειμένων, εικόνων ή ιθαγενών γνώσεων; Πώς απαντά ένα μουσείο σε αιτήματα επιστροφής; Πώς διαχειρίζεται αντικείμενα με αμφίβολη προέλευση; Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι υπηρετεί την κοινωνία όταν οι συλλογές του έχουν συχνά συγκροτηθεί μέσα από αποικιακές σχέσεις εξουσίας;
Το ICOM αναφέρει ότι ο νέος κώδικας ανταποκρίνεται σε έναν «ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο» και ενσωματώνει ζητήματα που έχουν γίνει πολύ πιο επείγοντα από το 2004 έως σήμερα.
Ανάμεσά τους βρίσκονται οι ψηφιακές τεχνολογίες και η AI, η κλιματική κρίση, η σχέση των μουσείων με τις κοινότητες, η αποικιακή κληρονομιά, η προέλευση των συλλογών και οι επιστροφές πολιτιστικών αγαθών.
Η βασική μετατόπιση είναι σαφής: το μουσείο δεν παρουσιάζεται πλέον μόνο ως θεματοφύλακας αντικειμένων. Καλείται να λειτουργεί ως θεσμός που υπηρετεί την κοινωνία, λογοδοτεί στις κοινότητες και αναγνωρίζει ότι η κατοχή ενός αντικειμένου δεν εξαντλεί το ερώτημα του δικαιώματος πάνω σε αυτό.
Ο προηγούμενος κώδικας του 2004 οργανωνόταν γύρω από οκτώ αρχές. Ο νέος τις συμπυκνώνει σε πέντε: κοινωνία, επαγγελματισμός, εκπαίδευση, συλλογές και διακυβέρνηση. Η πρώτη αρχή είναι και η πιο αποκαλυπτική της αλλαγής: «Τα μουσεία υπηρετούν την κοινωνία».
Το ICOM επιμένει ότι η μουσειακή εργασία πρέπει να ενημερώνεται από τα μέλη της κοινωνίας, να σέβεται τη δράση, τη γνώση και τη συμμετοχή τους και να μη λειτουργεί σαν κλειστό επαγγελματικό σύστημα που αποφασίζει μόνο του για την ιστορία των άλλων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στις ιθαγενείς κοινότητες και στα δικαιώματά τους.
Το ICOM προειδοποιεί ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορεί να επηρεάσουν όχι μόνο τα πνευματικά δικαιώματα αλλά και τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών. Αυτό αφορά ψηφιακές αναπαραγωγές, βάσεις δεδομένων, τρισδιάστατες σαρώσεις, τεχνητή νοημοσύνη και κάθε τεχνολογική χρήση που μπορεί να αποσπάσει ένα αντικείμενο ή μια γνώση από το πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει.
Με άλλα λόγια, το ότι ένα μουσείο μπορεί τεχνικά να ψηφιοποιήσει, να αναπαραγάγει ή να επεξεργαστεί κάτι δεν σημαίνει ότι έχει και το ηθικό δικαίωμα να το κάνει χωρίς συναίνεση, διαφάνεια και σεβασμό στις κοινότητες που συνδέονται με αυτό.
Ο νέος κώδικας ζητά επίσης από τα μουσεία να αντιμετωπίσουν τον ρόλο που έπαιξαν στη διαδικασία της αποικιοκρατίας.
Η διατύπωση είναι κρίσιμη, επειδή μετακινεί τη συζήτηση από την αφηρημένη «παγκόσμια κληρονομιά» στην πραγματική ιστορία της συλλογής, της μεταφοράς και της κατοχής αντικειμένων.
Πολλά μουσεία δεν συγκροτήθηκαν απλώς επειδή κάποιος συγκέντρωσε έργα τέχνης ή αρχαιότητες. Συγκροτήθηκαν μέσα σε συστήματα αυτοκρατορίας, αποικιακής διοίκησης, άνισης ανταλλαγής, βίας, αρχαιοκαπηλίας ή επιστημονικής εξουσίας που αντιμετώπιζε άλλους πολιτισμούς ως υλικό προς ταξινόμηση.
Ο κώδικας δεν επιβάλλει μία αυτόματη λύση για όλα τα αιτήματα επιστροφής. Ζητά, όμως, από τα μουσεία να απαντούν άμεσα και με διαφάνεια σε αιτήματα επιστροφής ή επαναπατρισμού και να εναρμονίζουν τις αποφάσεις τους με την ισχύουσα νομοθεσία.
Η διατύπωση είναι προσεκτική. Δεν ανατρέπει από μόνη της το νομικό καθεστώς των μεγάλων συλλογών. Δεν λέει ότι κάθε αντικείμενο πρέπει να φύγει από το μουσείο όπου βρίσκεται. Αλλά καθιστά σαφές ότι η σιωπή, η καθυστέρηση και η αδιαφάνεια δεν μπορούν πλέον να παρουσιάζονται ως ουδέτερη στάση.
Το ίδιο ισχύει και για την προέλευση των συλλογών.Η έρευνα προέλευσης δεν είναι πια μια τεχνική υποσημείωση για ειδικούς. Είναι κεντρικό ηθικό καθήκον του μουσείου, ειδικά όταν αντικείμενα ή ιερά τεκμήρια βρίσκονται σε συλλογές χωρίς πλήρη, καθαρή και δημοσιοποιημένη ιστορία απόκτησης. Ο νέος κώδικας περιλαμβάνει επίσης οδηγίες για τη χρηματοδότηση και τις συγκρούσεις συμφερόντων.
Τα μουσεία καλούνται να αντιστέκονται σε οικονομικές ή πολιτικές πιέσεις και να διασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες που αποφέρουν έσοδα δεν υπονομεύουν την ακεραιότητα του θεσμού.
Το κείμενο ζητά από κάθε μουσείο να έχει δημόσια πολιτική για δώρα, χάρες, δάνεια, προσκλήσεις και άλλα οφέλη. Τα μέλη του μουσειακού επαγγέλματος δεν πρέπει να προωθούν συγκεκριμένους εμπόρους, οίκους δημοπρασιών ή εκτιμητές, ούτε να συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην αγοραπωλησία πολιτιστικής κληρονομιάς με σκοπό το κέρδος.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της αναθεώρησης αφορά τη σχέση ανάμεσα στην ηθική και τον νόμο. Στον κώδικα του 2004 υπήρχε χωριστή αρχή σύμφωνα με την οποία τα μουσεία λειτουργούν με νόμιμο τρόπο. Στο νέο κείμενο η αρχή αυτή δεν εμφανίζεται με την ίδια μορφή, γεγονός που προκάλεσε συζήτηση.Η νομική επιτροπή του ICOM υποστηρίζει ότι ο νόμος εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο του κώδικα και ότι ετοιμάζεται ξεχωριστό σύνολο νομικών οδηγιών για τα μέλη του οργανισμού.
Η αλλαγή δείχνει και κάτι ακόμη: ο μουσειακός κόσμος αναγνωρίζει ότι η νομιμότητα και η ηθική δεν ταυτίζονται πάντοτε.Ένα μουσείο μπορεί να κατέχει κάτι νόμιμα και παρ’ όλα αυτά να οφείλει να συζητήσει την προέλευσή του, το αίτημα επιστροφής του ή τη σχέση του με μια κοινότητα που το θεωρεί μέρος της ζωντανής της μνήμης.Αυτή είναι ίσως η πιο μεγάλη μετατόπιση πίσω από τον νέο κώδικα.
Το μουσείο του 21ου αιώνα δεν μπορεί πια να παρουσιάζεται ως ουδέτερος χώρος όπου τα αντικείμενα απλώς φυλάσσονται, μελετώνται και εκτίθενται.
Κάθε έκθεμα έχει διαδρομή. Κάθε συλλογή έχει ιστορία απόκτησης. Κάθε ψηφιακή αναπαραγωγή έχει δικαιώματα. Κάθε αίτημα επιστροφής έχει πίσω του μια σχέση εξουσίας. Και κάθε μουσείο καλείται πλέον να απαντήσει όχι μόνο στο τι έχει, αλλά και στο πώς το απέκτησε, ποιον αφορά και σε ποιον λογοδοτεί.
Ο νέος κώδικας δεν λύνει από μόνος του τις μεγάλες συγκρούσεις γύρω από τα μουσεία.
Δεν θα επιστρέψει αυτόματα τα Μπρούντζινα του Μπενίν, δεν θα κρίνει μόνος του τις διαμάχες για αρχαιότητες που βρίσκονται σε ευρωπαϊκές συλλογές και δεν θα δώσει μία ενιαία απάντηση για το πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η AI στα αρχεία, στις εικόνες και στα αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αλλά αλλάζει τη γλώσσα με την οποία τα μουσεία οφείλουν να μιλούν για τον εαυτό τους.
Δεν αρκεί πια να λένε ότι προστατεύουν τον πολιτισμό.
Πρέπει να δείχνουν ποιον πολιτισμό προστατεύουν, από ποιον, για ποιον και με ποιους όρους.
με στοιχεία από The Art Newspaper