Η Μαντόνα δεν μιλά για την τεχνητή νοημοσύνη σαν τεχνοφοβική νοσταλγός. Τη βάζει μέσα σε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: τον τρόπο με τον οποίο η ποπ, η μουσική βιομηχανία και η ίδια η ιδέα του καλλιτέχνη μετριούνται όλο και περισσότερο με αριθμούς.
Λίγο πριν από την κυκλοφορία του «Confessions II», του 15ου άλμπουμ της, που αναμένεται στις 3 Ιουλίου, η Μαντόνα μίλησε για τη νέα της δουλειά, τη σχέση της με την πίστα, τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, τα social media, την ανάγκη να εξαφανίζεται από τον θόρυβο και, φυσικά, την τεχνητή νοημοσύνη.
Η φράση που ξεχώρισε είναι καθαρή: για εκείνη, οι αλγόριθμοι και η τεχνητή νοημοσύνη είναι «το αντίθετο του να παίρνεις ρίσκα» και, άρα, «το αντίθετο του να κάνεις τέχνη». Η Μαντόνα δεν το λέει αφηρημένα. Το συνδέει με μια εποχή όπου, όπως υποστηρίζει, για να έχεις δισκογραφικό συμβόλαιο δεν αρκεί πια να είσαι μουσικός ή performer· πρέπει να έχεις followers, μετρήσεις, streaming αριθμούς, διαρκή ψηφιακή παρουσία.
Στο νέο της τραγούδι «Bring Your Love», η ίδια τραγουδά «μην προσπαθείς να με αποσπάσεις με αριθμούς». Η φράση μοιάζει μικρή, αλλά συνοψίζει κάτι μεγαλύτερο: την κούραση μιας ποπ σταρ που έμαθε να φτιάχνει εικόνες, ήχους, σκάνδαλα και σώματα μέσα από συνεργασίες με ανθρώπους, όχι μέσα από metrics. Για τη Μαντόνα, η τέχνη γεννιέται όταν ζωγράφοι, μουσικοί, χορευτές και καλλιτέχνες βρίσκονται στον ίδιο χώρο και δουλεύουν από μια πιο καθαρή, πιο επικίνδυνη, πιο αβέβαιη θέση.
Αυτή η θέση δεν είναι απλή νοσταλγία για τα ’80s. Στη συνέντευξη, η Μαντόνα επιστρέφει στη Danceteria, το νεοϋορκέζικο club όπου ξεκίνησε η καριέρα της, όχι σαν να κοιτάζει ένα παλιό μουσείο, αλλά σαν να θυμάται έναν τρόπο παραγωγής πολιτισμού που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδύνατος. Εκεί γνώρισε ανθρώπους που έγιναν φίλοι, συνεργάτες, μύθοι της νυχτερινής τέχνης της Νέας Υόρκης. Εκεί μπορούσε ένα demo να περάσει από χέρι σε χέρι και να ανοίξει μια ολόκληρη καριέρα.
Το «Confessions II» είναι συνέχεια του «Confessions on a Dance Floor», είκοσι χρόνια μετά, και ξαναφέρνει στο κέντρο τη συνεργασία της με τον Στιούαρτ Πράις. Όμως η Μαντόνα επιμένει ότι δεν πρόκειται απλώς για νοσταλγική επιστροφή. Το άλμπουμ κινείται ξανά μέσα από house, disco και ηλεκτρονικούς ήχους, αλλά θέλει να μιλήσει για συνείδηση, ελευθερία και κοινότητα. Για εκείνη, ο χορός δεν είναι «χαζή» διασκέδαση· είναι τελετουργικός χώρος, ένα σημείο όπου οι άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν χωρίς να νιώθουν ότι κρίνονται.
Εκεί η σκέψη της αποκτά και πολιτικό βάρος. Η Μαντόνα λέει ότι σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο απομονωμένοι, ότι δυσκολεύονται να βρεθούν μαζί, να κοιταχτούν, να κατέβουν στον δρόμο, να θυμηθούν ότι έχουν ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό και ελπίζει πως ο δίσκος της μπορεί να λειτουργήσει σαν αντίδοτο. Όχι επειδή η ποπ θα σώσει τον κόσμο, αλλά επειδή η πίστα, στην καλύτερη εκδοχή της, υπήρξε πάντα ένας χώρος όπου το σώμα έβρισκε ξανά τη συλλογική του δύναμη.
Η σχέση της με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα επιστρέφει κι εδώ ως θεμέλιο. Η Μαντόνα θυμάται ότι οι queer άνθρωποι ήταν από τους πρώτους που την προστάτευσαν, την πίστεψαν και της έδειξαν χώρους όπου μπορούσε κανείς να είναι ο εαυτός του χωρίς να κρίνεται. Όταν ξέσπασε η κρίση του AIDS, λέει, ένιωσε ότι ήταν η σειρά της να σταθεί δίπλα τους. Αυτή η ανταλλαγή, ανάμεσα στην ποπ εικόνα και την queer επιβίωση, υπήρξε πάντα ένα από τα βασικά υλικά της καριέρας της.
Γι’ αυτό και η ένστασή της απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη έχει ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο μια διάσημη καλλιτέχνιδα που απορρίπτει ένα νέο εργαλείο. Είναι μια performer που χτίστηκε μέσα από clubs, σώματα, πρόβες, συνεργάτες, αποτυχίες, σκάνδαλα και ρίσκα, και τώρα βλέπει μια βιομηχανία που θέλει όλο και περισσότερο να προβλέπει, να μετρά, να βελτιστοποιεί.
Για τη Μαντόνα, η τέχνη δεν γεννιέται από την ασφάλεια του αλγορίθμου. Γεννιέται από το λάθος, τη συνάντηση, τη σιωπή, τη σωματική παρουσία, την ανάγκη να χαθείς για λίγο από τον κόσμο ώστε να μπορέσεις να φανταστείς κάτι άλλο. Ακόμη και όταν μιλά για την ανάγκη να εξαφανίζεται, να αποσυνδέεται, να βρίσκεται με τη φύση, τα παιδιά της και τα άλογά της, δεν περιγράφει lifestyle πολυτέλεια. Περιγράφει την παλιά, δύσκολη προϋπόθεση της δημιουργίας: να υπάρξει χρόνος που δεν μετριέται.
Με στοιχεία από Variety, Vogue Italia