Αυτό που βλέπουμε συχνά στο Κοινοβούλιο είναι τέτοιο, που οι πολίτες θεατές διασκεδάζουν και αντιμετωπίζουν ως γελωτοποιούς τους αντιπροσώπους τους...
Αυτό που βλέπουμε συχνά στο Κοινοβούλιο είναι τέτοιο, που οι πολίτες θεατές διασκεδάζουν και αντιμετωπίζουν ως γελωτοποιούς τους αντιπροσώπους τους...

 

Αν συγκρίνουμε τη σημερινή κατάσταση με την περίοδο του εθνικού διχασμού ή με την περίοδο του Εμφυλίου ή το '80 –την περίοδο των μπλε και πράσινων καφενείων–, θα έλεγα ότι σε αυτό το επίπεδο η ελληνική κοινωνία δείχνει μια ωριμότητα ως προς τη διαχείριση των θεμάτων που άπτονται του παρόντος και του μέλλοντός της.


Αυτό που βλέπουμε τώρα, μια καταστροφή μεγάλου μεγέθους, σοκαριστική και αυτοεξευτελιστική, δεν αποτυπώνεται, παρά το δημοψήφισμα, τις αντεγκλήσεις στη Βουλή και τις αντιπαραθέσεις, με την ίδια βιαιότητα όπως παλαιότερα. Οι πολίτες είναι σχετικά ήρεμοι. Αισθάνομαι ότι οι διαφορές δεν είναι τόσο μεγάλες, παρόλο που υπάρχουν διαφωνίες, αντιπαραθέσεις, και μάλιστα τα social media τις ευνοούν, αλλά προς το παρόν δεν μπορούμε να συγκρίνουμε. Αυτό που ζούμε σήμερα, όπως το κλείσιμο τραπεζών, δεν το έχουμε ζήσει, τουλάχιστον στην Ιστορία των τελευταίων 40 ετών. Έτσι, δεν θα μπορούσα να μιλήσω για διχασμό. Ο διχασμός είναι κάτι βαθύ, τραυματικό, ακόμα δεν έχουμε φτάσει εκεί. Δεν το αποκλείω, είμαστε ακόμα στις πρώτες μέρες του και δεν ξέρουμε ούτε πόσο θα κρατήσει ούτε πώς θα εξελιχθεί. Αυτό που λέμε τώρα, σε μερικές εβδομάδες ίσως να μην ισχύει.

 

Όταν ένας πολιτικός αποκαλεί έναν άλλο γερμανοτσολιά, πρόκειται για κατασκευή εχθρού, ουσιαστικά φτιάχνει διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία φαντασιακές και όχι πραγματικές, που πατάνε στην Ιστορία και στην Κοινωνιολογία.


Ζούμε μια περίοδο πολύ σημαντική. Προς το παρόν, αυτό που διατυπώνεται είναι μια διαίρεση βαθιά, που έχει ιδεολογικά, κοινωνιολογικά και εισοδηματικά χαρακτηριστικά.


Ομολογώ ότι δεν ασπάζομαι θεωρίες ότι υπάρχουν λαοί που ρέπουν στον φανατισμό και άλλοι στη μετριοπάθεια. Σίγουρα, οι κοινωνίες που έχουν αναπτύξει θεσμούς διαχείρισης των πολιτικών αντιθέσεων έχουν πολύ πιο ομαλό και μετριοπαθή τρόπο να χειρίζονται τις διαφορές τους. Επίσης, είναι προφανές ότι σε καταστάσεις όπως αυτή που ζει η Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια η διχόνοια μπορεί να αποκτά έναν χαρακτήρα έντασης, αλλά δεν βλέπω να είναι τόσο δραματικός. Δηλαδή, μπορούμε, παρά την ένταση, να συνυπάρξουμε. Ακόμα και αποφεύγοντας να μιλάμε πολιτικά σε μια μικρή κοινότητα, μια αντίδραση που είναι υγιής κατά τη γνώμη μου και εμείς αισθανόμαστε ότι έχουμε υπερευαισθησία ή υπερπροσήλωση στο δίκαιο των απόψεών μας. Αυτό το θεωρώ διαχειρίσιμο. Όσο για τα social media, τα τελευταία χρόνια και η αγένεια και η λεκτική βιαιότητα είναι ένα χαρακτηριστικό που αφορά ακόμα και συζητήσεις για συνταγές μαγειρικής. Δεν με ξενίζει η λεκτική βιαιότητα, αντανακλά μια κοινότητα χρηστών εθισμένων σε έναν λεκτικό τραμπουκισμό ανθρώπων.


Οι αντιθέσεις στην κοινωνία υπάρχουν, αλλά αυτό που αποτυπώνεται ως λόγος αντίθεσης είναι πολύ πιο βίαιος στο Κοινοβούλιο παρά στην πραγματική ζωή.


Αυτό που παρατηρούμε στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ είναι σαφώς μια προσπάθεια που οικοδομήθηκε όλα αυτά τα χρόνια, όπως η διαίρεση σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, μία σε μεγάλο βαθμό κατασκευή από τα πάνω.


Οι μεγάλες διαιρέσεις που γίνονται διχασμοί χαρακτηρίζονται από ένα κοινό στοιχείο: από την ανικανότητα των αντιπροσωπευτικών θεσμών να απορροφήσουν την αντίθεση, πολιτική ή ιδεολογική. Η δημοκρατία είναι ένα εργαλείο απορρόφησης κοινωνικών εντάσεων, αντιθέσεων και κραδασμών. Όταν αυτό επιτυγχάνεται, το πρώτο σύμπτωμα που έχουμε είναι η κοινωνική ειρήνη.


Αυτό που βλέπουμε είναι η αποτυχία των ελίτ να διαχειριστούν επιτυχώς μια πολιτική κρίση που συνδέεται με διαφορετικά συμφέροντα. Αυτή η αποτυχία που αποτυπώνεται με πολλή ένταση στο Κοινοβούλιο περνάει αναμφίβολα και στην ελληνική κοινωνία. Είναι στοιχείο της αδυναμίας των θεσμών να απορροφούν τις κοινωνικές αντιθέσεις κι έτσι αυτές μετατρέπονται σε εντάσεις. Αυτό αποτυπώνεται στην ευκολία με την οποία οι πολιτικές ελίτ χρησιμοποιούν στη ρητορική τους μανιχαϊστικά σχήματα, το κακό και το καλό, οι πατριώτες και οι γερμανοτσολιάδες. Το επίπεδο της συζήτησης στο Κοινοβούλιο είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό μέσα στο οποίο συζητώ εγώ με τους φίλους μου κι εσείς με τους δικούς σας, που, στο κάτω-κάτω, είναι μια ιδιωτική συζήτηση και γίνεται μεταξύ φίλων.
Στο Κοινοβούλιο η χρήση υβριστικών εκφράσεων σε επίπεδο καφενείου ή γηπέδου χυδαιότητας ή το τουιτάρισμα από διάφορους που τους περιγράφω ως νούμερα, για να το πω γρήγορα και σύντομα, είναι ένα φαινόμενο που τροφοδοτεί την ένταση.

 

Δεν βρίσκω στην ελληνική κοινωνία τόσο τραυματικές, βαθιές αντιθέσεις όσο θα μπορούσε αυτό που στην ορολογία της Πολιτικής Κοινωνιολογίας ονομάζεται cleavanges (βαθιές τομές) που θα μπορούσαν να είναι φυλετικές ή εθνικές όπως είναι στις ΗΠΑ, οι λευκοί και οι μαύροι, μια βαθιά διαίρεση που κουβαλάει τραύματα αιώνων. Αυτό είναι διχασμός, εμείς δεν έχουμε αυτές τις αντιθέσεις. Στη δική μας περίπτωση, πολλές φορές κατασκευάζονται από τη ρητορική των ελίτ εκ του μηδενός.

 

Αν εξαιρέσει κανείς τη βία των social media, είναι άσχημο το συμπέρασμα ότι στον πραγματικό κόσμο οι αντιπρόσωποί μας είναι χειρότεροι πια από εμάς. Αυτό είναι ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα για τη δημοκρατία στην Ελλάδα.


Όταν ένας πολιτικός αποκαλεί έναν άλλο γερμανοτσολιά, πρόκειται για κατασκευή εχθρού, ουσιαστικά φτιάχνει διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία φαντασιακές και όχι πραγματικές, που πατάνε στην Ιστορία και στην Κοινωνιολογία. Αυτές οι αντιθέσεις είναι φανταστικές ιστορίες που εξυπηρετούν θαυμάσια πολιτικές ελίτ, δημαγωγούς, οι οποίοι την ώρα που λένε όλες αυτές τις τρομερές και φοβερές φράσεις δεν συνειδητοποιούν το μέγεθος του κακού που κάνουν στην ελληνική κοινωνία.


Η κοινωνία είναι σε υψηλότερο επίπεδο από τις πολιτικές ελίτ. Αν εξαιρέσει κανείς τη βία των social media, είναι άσχημο το συμπέρασμα ότι στον πραγματικό κόσμο οι αντιπρόσωποί μας είναι χειρότεροι πια από εμάς. Αυτό είναι ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα για τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Αυτό που βλέπουμε συχνά στο Κοινοβούλιο είναι τέτοιο, που οι πολίτες θεατές διασκεδάζουν και αντιμετωπίζουν ως γελωτοποιούς τους αντιπροσώπους τους.


Είμαστε μια κοινωνία με αδύναμους θεσμούς. Η βούληση των υποκειμένων, των ατόμων στην ελληνική κοινωνία, είναι πιο ισχυρή από την ικανότητα των θεσμών να διασφαλίσουν το κράτος δικαίου, την ισονομία, τον σεβασμό των κανόνων, αυτό που πρέπει να κάνουν οι θεσμοί. Αυτή η αδυναμία παράγει ένα πολύ ισχυρό δημαγωγικό και λαϊκίστικο πολιτικό σκηνικό. Αυτό δεν είναι δίδαγμα, είναι το συμπέρασμα από την ιστορία της ελληνικής κοινωνίας, ότι στην Ελλάδα οι δημαγωγοί υπερτερούν, και υπερτερούν γιατί οι θεσμοί δεν τους εμποδίζουν. Οι κανόνες του παιχνιδιού δεν είναι τόσο ισχυροί ώστε να επιβάλουν στους δημαγωγούς να συμμαζευτούν, οπότε οι άλλοι, που βλέπουν τους δημαγωγούς να έχουν το πλεονέκτημα, ανταγωνίζονται τη δημαγωγία, άρα την ένταση, την πόλωση, και αναπαράγουν αυτό το σχήμα, που είναι σε μεγάλο βαθμό φαντασιακό, και άλλοι αποσύρονται επειδή δεν το αντέχουν. Οι σοβαροί άνθρωποι δυσκολεύονται να ασχοληθούν με την πολιτική –και εννοώ το επίπεδο της αντιπαράθεσης–, προτιμούν να ιδιωτεύουν ή να περιορίζονται σε έναν μικρό χώρο, ακόμα και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά οι ίδιοι δεν επιθυμούν να μπουν στον δημόσιο χώρο, γιατί δεν μπορούν να παίξουν σε ανταγωνισμό με τους δημαγωγούς, και αυτό το ξέρουμε από τον 19ο αιώνα.

 

Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.