O κ. Ζοσουά δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει ότι, εκτός των πλάνων με τη συνέντευξη δύο ανδρών, θα υπάρχει και μία γυμνή ηθοποιός που θα τρέχει στα σκαλιά της Επιδαύρου... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LiFO
O κ. Ζοσουά δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει ότι, εκτός των πλάνων με τη συνέντευξη δύο ανδρών, θα υπάρχει και μία γυμνή ηθοποιός που θα τρέχει στα σκαλιά της Επιδαύρου... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LiFO

 

Η Επίδαυρος φαίνεται πως συνεχίζει να μας τροφοδοτεί με ειδήσεις, ακόμα και μετά το πέρας του «μεγάλου ελληνικού καλοκαιριού». Είχε προηγηθεί η ακύρωση της παράστασης που ετοίμαζε ο Δήμος Επιδαύρου, μετά την άρνηση του Φεστιβάλ Αθηνών να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στο αρχαίο θέατρο, και οι αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας που έφθασαν μέχρι τη Βουλή, ενώ την εβδομάδα που μας πέρασε είχαμε μια ακόμη πράξη του δράματος. Δύο διεθνούς φήμης σκηνοθέτες και όλο το κινηματογραφικό συνεργείο τους οδηγήθηκαν στο κρατητήριο του Γ' Τμήματος Ασφαλείας του Ναυπλίου με την κατηγορία της προσβολής μνημείου.


Ο λόγος για τον Γερμανό Ματίας Λάνγκχοφ και τον Γαλλοελβετό Ολιβιέ Ζοσουά, οι οποίοι είχαν εξασφαλίσει άδεια από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ώστε να γυρίσουν στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σκηνές ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Λάνγκχοφ. Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα –τα γυρίσματα έγιναν τη νύχτα, ώστε να μην υπάρχει κόσμος στα πλάνα– φύλακες του χώρου είδαν μια ηθοποιό να κινείται γυμνή μεταξύ του πρώτου και δεύτερου διαζώματος. Θεώρησαν ότι οι συγκεκριμένες σκηνές παραβίαζαν την άδεια την οποία είχε λάβει το συνεργείο και κάλεσαν την αστυνομία.


Σύσσωμο το κινηματογραφικό συνεργείο πέρασε 16 ώρες στο κρατητήριο μέχρι να αφεθεί ελεύθερο, ενώ η προανάκριση συνεχίζεται ακόμα. Η ταλαιπωρία ενέπνευσε μια ανοιχτή επιστολή του Ολιβιέ Ζοσουά με τίτλο «Για τη ζωή και τον θάνατο των αρχαιολογικών μνημείων», στην οποία εξέφραζε την άποψη πως η αποστολή της αρχαιολογίας είναι να φέρνει στο φως, να μελετά και να διατηρεί τα υπολείμματα κόσμων του παρελθόντος και είναι απαραίτητη για τη «ζωή αυτών των χαμένων, μέχρι τη στιγμή της ανακάλυψής τους, θησαυρών, ακόμη κι όταν είναι γυμνοί, όπως τόσο πολλά αρχαιοελληνικά αγάλματα που θαυμάζουμε μέσα στα μουσεία». Κατέληγε, δε, να ανιχνεύει έναν υφέρποντα εθνικισμό και μια προσπάθεια απολίθωσης του τόπου σε μια «λατρεία ενός ένδοξου παρελθόντος».

 

Όσο φασιστική και αν θεωρείται από τον σκηνοθέτη η εκ των προτέρων κατάθεση του σεναρίου για την έκδοση της άδειας, άλλο τόσο ουτοπική θα έβρισκε κάποιος την απαίτηση για κινηματογράφηση γυμνών ηθοποιών σε οποιοδήποτε μεγάλο μνημείο του πλανήτη, χωρίς την άδεια του εκάστοτε ΚΑΣ.


Όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις του υπουργείου Πολιτισμού και τις συνεντεύξεις των σκηνοθετών κατόπιν του περιστατικού, στην αίτηση για την άδεια κινηματογράφησης στην Επίδαυρο ο κ. Ζοσουά δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει ότι, εκτός των πλάνων με τη συνέντευξη δύο ανδρών, θα υπάρχει και μία γυμνή ηθοποιός που θα τρέχει στα σκαλιά της Επιδαύρου. Όσο φασιστική και αν θεωρείται από τον σκηνοθέτη η εκ των προτέρων κατάθεση του σεναρίου για την έκδοση της άδειας, άλλο τόσο ουτοπική θα έβρισκε κάποιος την απαίτηση για κινηματογράφηση γυμνών ηθοποιών σε οποιοδήποτε μεγάλο μνημείο του πλανήτη, χωρίς την άδεια του εκάστοτε ΚΑΣ.


Από την άλλη μεριά, δικαίως ο Λάνγκχοφ και οι περί αυτόν κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στο καλλιτεχνικό γυμνό –που υμνούνταν στην αρχαιότητα– και το πορνογραφικό, που προσβάλλει. Αν μη τη άλλο, έχουμε δει αρκετές φορές γυμνές παρουσίες σε παραστάσεις που έχουν ανέβει στην Επίδαυρο και άλλα θέατρα-μνημεία της χώρας, οπότε η απορία παραμένει: το γυμνό επιτρέπεται στη σκηνή και όχι στο διάζωμα;


Ένας ηθοποιός που έχει εμφανιστεί γυμνός στην Επίδαυρο, και μάλιστα υπό τη σκηνοθεσία του ίδιου του Λάνγκχοφ το 1997, ο Μηνάς Χατζησάββας, έθεσε το θέμα στην ευρύτερη διάστασή του. «Πρέπει να ανοιχτούν λίγο αυτά τα πράγματα, να αναθεωρήσουμε κάποια δεδομένα. Ο κόσμος έχει προχωρήσει και η Ελλάδα ειδικά το έχει ανάγκη. Τα μνημεία δεν παθαίνουν τίποτα αν γυριστεί μια ταινία, στέκονται 2.500-3.000 χρόνια εκεί. Πώς θα προσβάλω ένα μνημείο; Βλέπω όλο αυτό το πράγμα να μετατρέπεται σε μια θρησκεία, το βλέπω λίγο μεταφυσικό. Άλλωστε, οι αρχαίοι θεοί έχουν πεθάνει».


Πολλοί κατηγορούν τους αρχαιολόγους για ιδιοκτησιακή σχέση με το αντικείμενό τους, που υποτίθεται ότι είναι κτήμα όλων των Ελλήνων, αν όχι όλου του κόσμου. Το ΚΑΣ και οι τοπικές εφορείες είναι γνωστές για τον ρυθμό χελώνας και τη γραφειοκρατία που τις συνοδεύει. Παρόλο που σεβόμαστε τους κανόνες και συμφωνούμε ότι αυτοί πρέπει να ισχύουν για όλους, είναι λίγο δύσκολο να κατανοήσεις γιατί σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, με τα φυσικά τοπία, τα αρχαία κάστρα και τους μεσαιωνικούς της πύργους, δεν θα γυριστεί καμιά σκηνή από τις 141 αμερικανικές ταινίες που αναμένεται να βγουν στις αίθουσες το 2015. Πόσο μάλλον όταν ταινίες με τίτλους όπως Ηρακλής, Μέγας Αλέξανδρος, Τροία, 300 κ.ά. καταλήγουν να γυρίζονται σε Μαρόκο, Μάλτα, Τουρκία, κ.ο.κ.

 

Μια εξήγηση μπορούν να δώσουν οι επτά μέχρι σήμερα κοινές υπουργικές αποφάσεις πάνω στον νόμο περί αρχαιολογικών (3208/2004), προκειμένου να απλοποιηθεί η ατελείωτη γραφειοκρατία που χρειάζεται για να γυριστεί μια ξένη ταινία στην Ελλάδα, η οποία αυτήν τη στιγμή συνοψίζεται στα εξής: αίτηση της παραγωγής στην τοπική εφορεία, εισήγηση στην αρμόδια διεύθυνση του ΥΠΠΟ από την τοπική εφορεία, νέα εισήγηση του ΥΠΠΟ προς το ΚΑΣ που ναι μεν λαμβάνει υπόψη του τις προηγούμενες εισηγήσεις, αλλά θα πρέπει να μπει σε μια νέα διαδικασία για τη δική της. Προσθέστε σε αυτά την έλλειψη κινήτρων, την υψηλή φορολογία, τον «μπαμπούλα» των απεργιών και το κόστος από 400 ως 1.000 ευρώ για κάθε λεπτό γυρίσματος σε αρχαιολογικούς χώρους και θα έχετε μια κάπως πιο πλήρη εικόνα για τον λόγο που οι άνθρωποι από την παραγωγή του «Game of Thrones» επισκέφθηκαν πρόσφατα τη χώρα μας προς αναζήτηση τοποθεσιών, αλλά απήλθαν άπραγοι.


Η πρόεδρος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου Λίνα Μενδώνη, σε πρόσφατη συνέντευξή της, απάντησε στις επικρίσεις: «Το 2013 εξετάσαμε 154 αιτήματα για κινηματογραφήσεις και έγινε αποδεκτό το 95%. Αντίθετα με τις φήμες, δεν υπάρχουν καθυστερήσεις – ίσως αυτές να συμβαίνουν από τις τοπικές επιτροπές. Είμαστε θετικοί στην κινηματογράφηση, αρκεί να μη βιάζει την ηθική του μνημείου. Απόδειξη αυτών είναι το έργο Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου, το πρώτο που πήρε άδεια για γυρίσματα στον Παρθενώνα».


Κανείς δεν κατηγορεί, φυσικά, τους αρχαιολόγους αλλά το «σύστημα» που αρνήθηκε την κινηματογράφηση στην Επίδαυρο σε Γούντι Άλεν και Γκοντάρ και άφησε επί 45 λεπτά τον Όλιβερ Στόουν έξω από την πόρτα του τότε υπουργού Πολιτισμού, Βενιζέλου, πριν εγκαταλείψει οριστικά τα σχέδια για το γύρισμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη χώρα μας.

 

Ο κ. Ανδρέας Ανδρεάδης του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων δήλωσε πρόσφατα: «Θα το θέσουμε με τρόπο απλό. Οι αρχαιολόγοι μας κάνουν θαυμάσια δουλειά, είναι εξαιρετικοί επιστήμονες και δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, παρά τις δυσκολίες. Τούτο δεν σημαίνει ότι έχουν τον χρόνο ή τη δεξιότητα να είναι και καλοί εμπορικοί διευθυντές. Συχνά υπάρχει στη χώρα μας η ιδεολογική άποψη από μερίδα αρχαιολόγων πως οποιαδήποτε απόπειρα να αυξηθούν τα έσοδα στην αρχαιολογία είναι εμπορευματοποίηση του πολιτισμού. Εμείς δεν πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός, ως κρατική υπόθεση, θα πρέπει να περάσει σε χέρια ιδιωτών, αλλά θα πρέπει να πιεστεί η πολιτεία να εκσυγχρονίσει τις δομές και να αποκτήσει επιτέλους στρατηγική, με τους κατάλληλους ανθρώπους στην κατάλληλη θέση».


Τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους. Το 60% των διαδικτυακών χρηστών που ψάχνει την Ελλάδα στο Google το κάνει για θέματα που αφορούν τον πολιτισμό της. Υπολογίζεται, δε, ότι 40 εκατ. τουρίστες ετησίως επιλέγουν ως τόπο διακοπών τους εκείνον όπου έχει γυριστεί κάποια ταινία που τους άρεσε. Στη Σκιάθο και στο Πήλιο ακόμα πίνουν νερό στο όνομα Mamma Mia, το καλοκαίρι μετά το Μαντολίνο του λογαχού Κορέλι η Κεφαλονιά είδε μεγάλη αύξηση στις αφίξεις, το ίδιο και η Πύλος πέρυσι με το Μετά τα μεσάνυχτα.