Αν είσαι Ινδός από τις κατώτερες κάστες, τότε είσαι Dalit. Είναι οι λεγόμενοι παρίες, που κατά την παράδοση βγήκαν από τα πόδια του θεού Μπράχμα, αντίθετα π.χ. με τους βραχμάνους (ιερείς) που προέκυψαν, λέει, από το κεφάλι του. Παλιότερα ονομάζονταν «ανέγγιχτοι» διότι προορίζονταν για τις πιο βαριές, τις πιο βρόμικες δουλειές: σκουπίδια και λύματα, κατασκευές, βυρσοδεψεία, φάρμες, σφαγεία, ορυχεία... Υπάρχουν σχολεία που είτε δεν τους δέχονται για μαθητές είτε τους αναγκάζουν να στέκονται χώρια. Μιλάμε για πάνω από το 16% του πληθυσμού της Ινδίας, κοντά 200 εκατ. ψυχές που υφίστανται ένα ιδιότυπο «απαρτχάιντ». Για να τους ανυψώσει κοινωνικά, ο Μαχάτμα Γκάντι ονόμασε τους ανθρώπους αυτούς χαριτζάν, «παιδιά του Θεού», όρο που οι σύγχρονοι ακτιβιστές απορρίπτουν γιατί τονίζει, λένε, τον διαχωρισμό. Μολονότι το Σύνταγμα καταδικάζει πλέον ρητά διακρίσεις λόγω κάστας, αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν. Ακόμα και τους μη ινδουιστές βαραίνει το «στίγμα» της καταγωγής – χαρακτηριστικά, η πλειονότητα των καθολικών Ινδών είναι Dalit, αλλά μόνο 6 από τους 156 επισκόπους είναι της κάστας τους. Μια ακόμα παραδοξότητα της Ινδίας, όπου η μακρά παράδοση στην πολυπολιτισμικότητα, τη συνύπαρξη και την ανοχή στο διαφορετικό συνυπάρχει με προκαταλήψεις που ευνοούν έναν «πρωτόγονο», ενίοτε βίαιο ρατσισμό. Είναι, τρόπον τινά, οι Ρομά της ινδικής χερσονήσου, μόνο που βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα από εκείνους. Αιώνες τώρα αγωνίζονται να βγουν από το κοινωνικό περιθώριο. Ανέδειξαν άγιους ενός ριζοσπαστικότερου ινδουισμού και πρώιμους κοινωνικούς μεταρρυθμιστές. Στη σύγχρονη εποχή, με τη συνδρομή ντόπιων και ξένων ακτιβιστών, πολιτικών, κινημάτων και ΜΚΟ, όπως η ιστορική ινδική Action Aid, οι αγώνες για ίσες ευκαιρίες σε εργασία, εκπαίδευση, υγεία και πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά (στέγη, πόσιμο νερό και ηλεκτρικό ρεύμα) εντάθηκαν. Βελτιώθηκε επίσης αισθητά η θέση των γυναικών Dalit στην κοινωνία καθώς και μέσα στις επίσης πατριαρχικά δομημένες κοινότητές τους. Το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε, αναδείχθηκαν επιστήμονες, στοχαστές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, πολιτικοί –κορυφαίο παράδειγμα ο 10ος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ.Ρ. Ναραγιάναν (1997-2002)–, ενώ εφαρμόστηκε μια σειρά θετικές διακρίσεις υπέρ τους. Οι Dalit λογίζονται ο τελευταίος τροχός της ινδικής άμαξας, ένα φτηνό, ανεξάντλητο εργατικό δυναμικό. Υπάρχουν κι άλλες κοινωνικές διαβαθμίσεις: δημοσκοπήσεις φέρουν τον μισό πληθυσμό της χώρας να ανήκει σε «δεύτερης κατηγορίας» κάστες, ένα άλλο 28% σε «ενδιάμεσες» και μόνο ένα 20-22% στις προνομιούχες, τα μέλη των οποίων –συμπτωματικά, πάντα– έχουν λευκότερο, κατά κανόνα, χρώμα δέρματος.

 

 
#quote#

 

 Παρίες του Νέου Δελχί: Οι απόκληροι του ινδικού «ονείρου»

Δεν ξέρω πόσοι από τους 150.000 καταγραμμένους αστέγους της αχανούς και ταχέως αναπτυσσόμενης ινδικής μητρόπολης των 17 εκατ. ψυχών θα καταφέρουν να γίνουν κάποτε εκατομμυριούχοι, όπως στην πολυσυζητημένη και στην Ινδία ταινία του Ντάνι Μπόιλ Slumdog Millionaire, έμαθα όμως ότι είναι πολύ περισσότεροι – και φτωχοί όσο δεν φαντάζεσαι. Μένουν σε παραγκουπόλεις, γέφυρες, αλάνες, πεζοδρόμια, διαχωριστικές νησίδες, κομμάτια ζούγκλας, χωματερές... Ακτιβιστές κι εθελοντές τούς ενθαρρύνουν να βρουν μια απασχόληση ώστε να μην επαιτούν, συνδράμοντάς τους υλικά, θεσμικά και οργανωτικά – και ναι, έχουν καταφέρει πολλά.

 

Η Bhuri Devi είναι μια 60χρονη χήρα με τέσσερα παιδιά και τρία εγγόνια. Μένει σε ένα υποτυπώδες σπίτι από λαμαρίνα στο Νότιο Δελχί, σε ό,τι απέμεινε από μια παραγκούπολη που σύντομα πρόκειται να αντικαταστήσει ένα μοντέρνο συγκρότημα κτιρίων. Το είχε αγοράσει προ 25ετίας για 5.000 ρουπίες (60 ευρώ) δίχως συμβόλαιο και τώρα κινδυνεύει να το χάσει. Κανείς στην οικογένεια δεν έχει σπουδάσει. Ζουν πουλώντας τσάι μάσαλα και (νοστιμότατο) έτοιμο φαγητό στον δρόμο. Τους βρίσκουμε σε αναβρασμό – προτού χαράξει πρέπει να ετοιμάσουν εκατό μερίδες. Η Action Aid τούς βοήθησε να εξασφαλίσουν άδεια και σημείο για να στήσουν τον πάγκο τους. «Μας βάλανε ηλεκτρικό, αλλά όχι μετρητή, άρα χρεώνουν ό,τι θέλουν» παραπονιέται. Νερό κλέβουν από το δίκτυο. Τουαλέτα... άσ' το. Ελπίζουν, όμως. Έχουν, τουλάχιστον, ακόμα στέγη.

 

 

 

Η 43χρονη Manju Devi, επίσης «τσάι μάμα», δεν έχει καν. Ζει με τα τρία παιδιά της κάτω από μια νεόκτιστη γέφυρα ταχείας κυκλοφορίας στο προάστιο Kidwai Nagar, οι επιβλητικές τσιμεντένιες αψίδες της οποίας στεγάζουν δεκάδες φτωχοδιάβολους ανάμεσα σε σκόνη, λάσπες, σκουπίδια και μπάζα. Παραδίπλα περνούν οι γραμμές του τρένου κι ένα βρόμικο ρέμα. Για νερό, ηλεκτρικό, τουαλέτα, ούτε λόγος. Οι αστυνομικές παρενοχλήσεις, συχνές. Η Manju δεν ήταν από πάντα άστεγη. Όταν ήρθε στο Δελχί εσωτερική μετανάστρια έπιασε δικό της διαμέρισμα, όμως, εν τέλει, το νοίκι δεν έβγαινε. Στέγασε, λοιπόν, σε μια νοικιασμένη αποθήκη τα πενιχρά της υπάρχοντα κι εγκαταστάθηκε στον δρόμο – κυριολεκτικά. Ο πάγκος τής αποφέρει κάπου 200 ρουπίες τη μέρα (2,5 ευρώ), οι οποίες ίσα που επαρκούν για τις προμήθειες της επομένης.

 

Η ActionAid βοηθά τέτοιους ανθρώπους να μάθουν τα δικαιώματά τους και να βγάλουν άδειες για τις υπαίθριες αγορές. Φροντίζει, επίσης, από κοινού με άλλες πρωτοβουλίες να τοποθετηθούν προκάτ καταφύγια αστέγων σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας για τον χειμώνα (ήδη έφτασαν τα 175). «Τις νύχτες ανάβουμε φωτιά για φωτισμό και θέρμανση. Το καλοκαίρι είναι χειρότερα. Ζέστη, υγρασία, νέφος, σκόνη, ζωύφια, αρουραίοι...» λέει με συγκαλυμμένη ντροπή, καθώς επιθεωρεί τις κατσαρόλες της. Είναι, τουλάχιστον, αρτιμελής.

 

Ο γείτονάς της Μohammend Αlam, πατέρας τεσσάρων παιδιών, έχασε το πόδι του σε ατύχημα κι έβαλε πρόσθετο μέλος. Σε ένα επιτόπιο φόρουμ της Action Aid πληροφορήθηκε ότι όντας ΑμεΑ δικαιούνταν άδεια μικροπωλητή: «Έτσι, οι αστυνομικοί σταμάτησαν να με εκβιάζουν ζητώντας τσάμπα τσάι, φαγητό και μπαξίσια!» μας λέει. Στο μεταξύ, ξημερώνει και όλη η κοινότητα είναι στο πόδι για το μεροδούλι. Είναι ενθουσιασμένοι με την παρουσία ξένων που ενδιαφέρονται γι' αυτούς, ειδικά όταν τους αγγίζουμε, μια χειρονομία-ταμπού για συμπατριώτες τους από ανώτερες κάστες. Ο Animesh Haldar, πρώην μικροπωλητής ο ίδιος και σήμερα εθελοντής στη ΜΚΟ JES, έχει να λέει για τη δαιδαλώδη ινδική γραφειοκρατία (όντας Έλληνας, τον κατανοώ απολύτως!). Για κάθε ώρα, ημέρα, αγορά και σημείο ακόμα, οι Αρχές απαιτούν διαφορετικό τύπο άδειας, αλλιώς θα υπάρξει πρόβλημα με αστυνομία, περίοικους ή καταστηματάρχες: «Υπάρχουν κάπου 400.000 μικροπωλητές στο Δελχί. Μόνο ένας στους δέκα έχει κανονική άδεια που πρέπει να ανανεώνει ετησίως αλλά κι εβδομαδιαίως, καταβάλλοντας το σχετικό αντίτιμο (1.000 και 300 ρουπίες αντίστοιχα). Η Action Aid India χαρτογράφησε 50 αγορές στο Δελχί, οργάνωσε 15.000 μικροπωλητές σε Σύνδεσμο (το 1/3 σχεδόν είναι γυναίκες) και τους εκπαίδευσε πώς να διαπραγματεύονται με τις Αρχές, καθώς επίσης και για ζητήματα ισότητας φύλων. Χάρη στις οργανωμένες, πλέον, πιέσεις πέρασε το '12 μια ευνοϊκή γι' αυτούς νομοθετική ρύθμιση, μένουν όμως πολλά να γίνουν, αφού η διαφθορά και οι αυθαιρεσίες των Αρχών είναι στην ημερήσια διάταξη.

 

 

 

Αγρότες ενός κατώτερου θεού

Στον αναδασμό της γης που ακολούθησε την Ανεξαρτησία (1947), οι Dalit του Ρατζαστάν, «καρδιάς» της Ινδίας, βρέθηκαν από τους «ριγμένους» – ελάχιστοι κατέχουν ένα ολόκληρο εκτάριο γης, που για τα δεδομένα της περιοχής είναι αμελητέο. Όπως όλο το δυτικό Ρατζαστάν, που καταλήγει στην έρημο Ταρ, έτσι και η ευρύτερη περιοχή της Τζοντπούρ που επισκεπτόμαστε, 570 χλμ. νότια του Δελχί, πλήττεται τακτικά από ξηρασίες. Διεφθαρμένοι αξιωματούχοι κατακρατούν κιόλας πολλά από τα γεννήματα που προορίζονται για τους Dalit, χρησιμοποιώντας τα για ζωοτροφή. Τις περιόδους εκείνες οι Dalit της φυλής των Bheel αναζητούν εργασία στα πολλά ορυχεία κόκκινου ψαμμίτη της περιφέρειας ή στους βαμβακόμυλους του γειτονικού Γκουτζαράτ. Υπάρχει τόσο από αυτό το πέτρωμα, ώστε «ντύνει» ακόμα και φτωχικά σπίτια – μέχρι περιφράξεις ολόκληρες από κολόνες ψαμμίτη βλέπεις. Είναι, βέβαια, μια δουλειά επικίνδυνη, ανθυγιεινή (όλοι σχεδόν οι εργαζόμενοι υποφέρουν από παθήσεις των πνευμόνων και του αναπνευστικού εξαιτίας της εισπνεόμενης σκόνης), κακοπληρωμένη. Η κ. Πρεμλάτα, μέλος της ΜΚΟ JBVSS, εξηγεί ότι στα ορυχεία δουλεύουν ως και ανήλικα κάτω των 14 ετών, και μάλιστα στα βαθύτερα σημεία, ώστε να μην είναι ορατά! Οι εργοδότες παραπλανούν τις οικογένειες αυτών των παιδιών με υποσχέσεις για 8ωρη εργασία και αμοιβές 5-7.000 ρουπίες τον μήνα (60-84 ευρώ). Στην πραγματικότητα, εργάζονται ακόμα και 18ωρο κερδίζοντας μόλις 20-50 ρουπίες τη μέρα, ενώ τους χορηγούν παρασκεύασμα τσαγιού με όπιο ώστε να αντέχουν περισσότερο. Σύντομα τα παιδιά καταντούν εξαρτημένοι ενήλικες, πράγμα που, μαζί με τα προβλήματα υγείας που «κληρονόμησαν» από το ορυχείο, κατεβάζει το προσδόκιμο ζωής τους στα 40-45 χρόνια. Όταν το μοιραίο επέλθει, οι συγγενείς συχνά διώχνουν τες χήρες τους, κατηγορώντας τις για «μαγγανεία», ώστε να οικειοποιηθούν την περιουσία του εκλιπόντος. Κοντά σε αυτά, συμμορίες από ανώτερες κάστες κλέβουν τα ζώα ή καταπατούν τα κτήματά τους. Τουλάχιστον, απολαμβάνουν σαφώς καθαρότερο αέρα, τροφή και περιβάλλον από τους παρίες των πόλεων. Με τη βοήθεια της Action Aid και άλλων συνεργαζόμενων οργανώσεων και ΜΚΟ, οι Bheel κατάφεραν να οργανωθούν και να γυρέψουν τα δίκια τους.

 

«Τι μου λείπει; Ούτε η μεγάλη πόλη, ούτε τα πλούτη τα πολλά – ισοπολιτεία θέλω. Και λίγη παραπάνω γη...». Ο 50χρονος Jugta Ram, πρόεδρος του Φόρουμ Δικαιωμάτων των Dalit (DAM), καλλιεργεί 20 στρέμματα. Παράλληλα, δουλεύει 15 χρόνια τώρα σε ορυχεία και κατασκευές. Έχει έξι παιδιά που πρέπει να σπουδάσουν, κάτι που μέχρι πρότινος απαιτούσε πολλά χιλιόμετρα πεζοπορίας καθημερινά. Χάρη στις οργανωμένες πιέσεις, η περιοχή απέκτησε επιτέλους γυμνάσιο. Ευελπιστεί, έτσι, ότι θα έχουν καλύτερο μέλλον. Ο Jugta χρειάζεται πάνω από 200 ρουπίες την ημέρα (2,5 ευρώ) για να συντηρήσει την οικογένειά του. Στο χωριό του, το Pashagar, δεν έχουν νερό, ούτε ηλεκτρικό. Φέρνουν πόσιμο νερό με βυτία, ρεύμα «κλέβουν» από το επίσημο δίκτυο. Πέρσι έχασαν πολλά πρόβατα σε πλημμύρες. Όπως όλοι οι ομόφυλοί του, έτσι κι αυτός φορά από παιδί χρυσό σκουλαρίκι στο αυτί σε σχήμα άνθους με κόκκινο ρουμπίνι στη μέση. «Μια ακόμα εγγονή... χρειάζεται επιπλέον κορίτσια αυτό το σπίτι! Λίγη παραπάνω γη. Και τη σύνταξη που μου υποσχέθηκαν...».

 

 

 

Η Marna Moomal, 60 ετών, είναι αγρότισσα με έξι γιους και δύο κόρες. Ξέρει γυναίκες που εργάζονται σαν άντρες στις κατασκευές, με μικρότερο βέβαια μεροκάματο. Άλλες περιόδους απασχολούνται σε κυβερνητικά επιδοτούμενα προγράμματα. Όλα αυτά, βέβαια, δίχως τα οικοκυρικά που θεωρούνται, αυτονόητα, δική τους υπόθεση. Είναι σκληρό να είσαι γυναίκα σε τέτοιες συνθήκες. Κάθονται χώρια από τους άνδρες, μαζί με τα ανήλικα παιδιά, κι έχουν το δικό τους συμβούλιο. Φορούν πολύχρωμα ρούχα και χρυσά κοσμήματα που αντιπροσωπεύουν την περιουσία τους. Καλύπτουν με πέπλο τα πρόσωπά τους παρουσία ξένων, το οποίο ανοιγοκλείνουν με χάρη κάθε τόσο. Η κοινωνία τους είναι παραδοσιακά ανδροκρατούμενη, όμως η ανάγκη εργασίας και των δύο συμβίων επέφερε μια κάποια «αναγκαστική» ισότητα μεταξύ των δύο φύλων. Συχνά, μάλιστα, τα κτήματα γράφονται στις γυναίκες γιατί φορολογούνται λιγότερο. Κάποτε, βέβαια, αυτό γίνεται εν αγνοία των γυναικών... Μέσα στην οικογένεια, πατέρας και μητέρα έχουν ίδια δικαιώματα στην ανατροφή των παιδιών, που όλα τους μαθαίνουν να μαγειρεύουν ώστε να αυτοεξυπηρετούνται όταν οι γονείς εργάζονται. «Διώχνουν» τους άντρες από κοντά ώστε να κουβεντιάσουν πιο άνετα μαζί μας. Ευτυχώς, λένε, δεν έχουν εκεί προβλήματα ενδοοικογενειακής βίας και αλκοολισμού. Λίγα χιλιόμετρα βαθύτερα στη στέπα συναντάμε  έναν άλλο οικισμό Bheel, τον Gurman Pura. «Έναν παιδικό σταθμό χρειαζόμαστε. Ορυχείο, χωράφι, ποιος θα κρατήσει τα μικρά; Ούτε να μου φέρονται σαν παρακατιανή αντέχω όταν κατεβαίνω στην πόλη. Να μη με αφήνουν να αγγίξω τη βρύση ή να κάθομαι σε κοινό χαλί... Αξιοπρέπεια πάνω απ' όλα!».

 

Η Samda είναι 37 ετών, αγρότισσα και δραστήρια ακτιβίστρια «από ανάγκη», όπως λέει. Είναι επίσης μητέρα επτά παιδιών, δύο αγοριών και πέντε κοριτσιών, που μέχρι πρότινος δεν σπούδαζαν γιατί το κοντινότερο σχολείο ήταν χιλιόμετρα μακριά. Ύστερα από χρόνια αγώνων, το χωριό απέκτησε επιτέλους το δικό του σχολείο. Μια άλλη κατάκτηση ήταν η σύνδεση του χωριού με το δίκτυο ύδρευσης. Οι δεξαμενές δεν αρκούσαν. Έφερναν πόσιμο νερό με το βυτίο, πράγμα που στοίχιζε στην οικογένειά της 10-15.000 ρουπίες τον χρόνο. «Φανταστείτε ότι υπήρχε αγωγός που περνούσε λίγα χιλιόμετρα από δω, στην κατασκευή του οποίου δούλεψαν και συγχωριανοί μας με την υπόσχεση ότι θα συνδεθεί και το χωριό με το δίκτυο, εν τέλει, όμως, μας είπαν ότι δεν έφτανε για μας». Χάρη στο πείσμα της Samda και τη συνδρομή της Action Aid, το χωριό της διαθέτει επιτέλους τρεχούμενο νερό. Κατάφεραν, μάλιστα, να αποκτήσουν και ρεύμα, έστω δίχως την επιδότηση που δικαιολογεί το πενιχρό τους εισόδημα. Άλλες κοινότητες είναι λιγότερο τυχερές. Η Samda θέλει να μείνει στον τόπο της και να συνεχίσει να αγωνίζεται γι' αυτόν. Στο χωριό της οι γυναίκες μιλάνε πιο ελεύθερα. Η ίδια είναι επίσης μέλος της Οργάνωσης για τα Δικαιώματα των Dalit Γυναικών (DAMM). Μας αναφέρει κι ένα περιστατικό ξυλοδαρμού μιας νεαρής γυναίκας και του γιου της από τους κουνιάδους της, προκειμένου να της υφαρπάξουν την περιουσία. Μαθαίνοντάς το οι γυναίκες του χωριού εξανέστησαν, πήγαν στην αστυνομία κι απαίτησαν από τους δράστες να εγκαταλείψουν το μέρος. Οι άνδρες συνεδρίασαν εκτάκτως, επέπληξαν τους συγχωριανούς τους κι απολογήθηκαν για λογαριασμό τους. Η συγγνώμη έγινε δεκτή. Στον επόμενο οικισμό, το Chananiyo Kidhani, συναντάμε τον 25χρονο Bagaram Meghval, αγρότη, ακτιβιστή και πατέρα ήδη ενός 3χρονου αγοριού. Αντιπροσωπεύει μια γενιά πιο προοδευτική, πιο ριζοσπαστικοποιημένη: «Ντύνομαι πάντα στην τρίχα όταν κατεβαίνω στην πόλη, επίτηδες, για να τους μπαίνω στο μάτι. Οι κυρίαρχες κάστες θεωρούν, βλέπετε, ανεπίτρεπτο για μας να κυκλοφορούμε καλοντυμένοι... Ξέρω, όμως, πια τα δικαιώματά μου και πώς να τα υπερασπιστώ!». Ως μαθητή δεν τον άφηναν να κάθεται μαζί ή να αγγίζει τα ίδια αντικείμενα με συμμαθητές του από ανώτερες κάστες. Οι γονείς των «προνομιούχων» παιδιών τα «εξάγνιζαν» πριν και μετά το σχολείο, ραίνοντάς τα με νερό όπου πριν είχαν εμβαπτίσει ένα χρυσό νόμισμα. «Οι Dalit μαθητές μαθαίνουν από νωρίς να τα παραβλέπουν αυτά, ώστε να μην μπλέκουν σε καβγάδες» λέει. Λεφτά για πανεπιστημιακές σπουδές, ούτε συζήτηση. Τελειώνοντας το λύκειο εργάστηκε σε ορυχείο ψαμμίτη σε συνθήκες εξοντωτικές. Στην πορεία, με τη συνδρομή της Action Aid και συνεργαζόμενων ΜΚΟ πήρε δάνειο, απέκτησε γη κι έφτιαξε μια δεξαμενή άρδευσης/ύδρευσης. Τώρα έχει διπλή σοδειά και ζει αξιοπρεπέστερα. Ήδη ονειρεύεται ένα καλύτερο σπίτι. Παλιότερα στην πόλη χαμήλωνε το βλέμμα μπροστά σε ανθρώπους από «ανώτερες» κάστες, ακούγοντας αδιαμαρτύρητα τους εμπαιγμούς τους. Στα περισσότερα ξενοδοχεία δεν τον δέχονταν, στα εστιατόρια υποχρεωνόταν να τρώει απομονωμένος και σε πιάτα που πλένονταν χωριστά. Σήμερα τους κοιτά στα ίσα και δεν ανέχεται προσβολές. Μήνυσε, μάλιστα, πέρσι έναν μπαρμπέρη που αρνήθηκε να τον κουρέψει. Η υπόθεση βρίσκεται στα δικαστήρια, ενώ ο ρατσιστής μπαρμπέρης έκλεισε το μαγαζί του μην τυχόν υποχρεωθεί να συμμορφωθεί, εάν ο Bagaram δικαιωθεί! Δεν είναι πάντα εύκολος ο αγώνας. Πέρσι τον Σεπτέμβριο, λέει, τραμπούκοι της ανώτερης κάστας κατέστρεψαν μια τέντα που είχαν στήσει οι Dalit στην κωμόπολη Somesar, ώστε να ενημερώσουν το κοινό για τα δικαιώματά τους. Η αστυνομία, αντί για τους δράστες, συνέλαβε εκείνον, αφήνοντάς τον αργότερα ελεύθερο. Αλήθεια, άκουσε ποτέ για έρωτες μεταξύ νέων από διαφορετικές κάστες; «Αυτό απλώς αποκλείεται, φίλε! Και αν ακόμα συνέβαινε, θα τους σκότωναν και τους δύο...» βεβαιώνει.

 

 

 

Γυναικεία δικαιώματα και βία

Στην Ινδία κατά παράδοση η γυναίκα θεωρείται είδος παρακατιανό και οι γέννες κοριτσιών ανεπιθύμητες. Ο εκσυγχρονισμός, η ανάπτυξη και η φιλελευθεροποίηση των ηθών βελτίωσαν σημαντικά τη θέση της, κυρίως στις μεγάλες πόλεις όπου βλέπεις να κυκλοφορούν, να εργάζονται και να δημιουργούν πολλές μοντέρνες κοπέλες. Υπάρχει, ακόμα, ένα αξιόλογο φεμινιστικό κίνημα. Αυτή είναι η φωτεινή πλευρά. Η άλλη κρύβει γάμους συμφέροντος, καταπίεση, διακρίσεις, βία και αυξημένα ποσοστά σεξουαλικών επιθέσεων, σαν τον ομαδικό βιασμό φοιτήτριας σε αστικό λεωφορείο του Δελχί το 2012. Οι αναπάντεχα μαζικές, οργισμένες διαμαρτυρίες που ακολούθησαν έδειξαν, ωστόσο, ότι η «άλλη Ινδία» είναι πια μια υπολογίσιμη δύναμη αλλαγής.

 

«Να τους κρεμάσουν!.. Αυτό θέλω». Σκληρά λόγια από ένα 20χρονο –μάλιστα, δείχνει αρκετά μικρότερο– κορίτσι, αλλά ποιος την αδικεί! Ήταν μόλις 16 ετών όταν τη βίασαν τρεις μεγαλύτεροι συμμαθητές της από κυρίαρχη κάστα των Rajput (η ίδια είναι Dalit). Συνέχισαν να τη βιάζουν συστηματικά επί μήνες, απειλώντας τη με θάνατο αν μιλούσε. Οι κοπέλες-θύματα βιασμών στην Ινδία ανήκουν, κατά κανόνα, σε κάστες κατώτερες από εκείνες των βιαστών τους. Όταν, τελικά, αποκαλύφθηκε το δράμα της, οι γονείς της κατέφυγαν στην JBVSS, «θυγατρική» οργάνωση της Action Aid, που πίεσε τις συχνά απρόθυμες σε τέτοιες περιπτώσεις Αρχές να κυνηγήσουν τους ενόχους. Τέσσερα χρόνια μετά, οι δράστες είναι έξω με εγγύηση, ενώ η υπόθεση θα κριθεί τον Μάιο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η Κάμλα, που το βλέμμα της σαν σοβαρεύει μοιάζει γυναίκας ώριμης, δικαιούται αποζημίωση 60.000 ρουπίες (723 ευρώ) εφόσον πιστοποιήθηκε και ιατρικά ο βιασμός της, όμως έχει εισπράξει μόνο τα μισά. Η ίδια η κοινότητά της την εξοστράκισε επειδή «ατιμάστηκε». Για να τη δεχτούν πίσω, οι «προύχοντες» απαίτησαν 100.000 ρουπίες! Ως τότε απαγορεύεται στην ίδια και την οικογένειά της να παρευρίσκονται σε κοινωνικές εκδηλώσεις ή να συναλλάσσονται με ομοφύλους τους. Χάρη στη μεσολάβηση των ΜΚΟ, οι αξιώσεις τους περιορίστηκαν στο 1/10 του ποσού. Η οικογένειά της αναγκάστηκε ωστόσο να μετακομίσει, ενώ η Κάμλα εγκατέλειψε το σχολείο. Μόλις όμως δικαιωθεί, θα επιστρέψει – ονειρεύεται να γίνει δασκάλα. Στο μεταξύ, φτιάχνει βραχιολάκια και τα πουλά στην αγορά. «Αυτό που συνέβη στην Ινδία μετά τον αποτρόπαιο εκείνο ομαδικό βιασμό στο Δελχί ήταν πραγματική επανάσταση... Ζήσαμε στιγμές ιστορικές. Δεν ξανάγινε τέτοια κινητοποίηση για γυναίκα! Και μάλιστα δίχως να ρωτήσουν ποια ήταν, πώς ήταν, τι φορούσε, τι δουλειά είχε τέτοια ώρα εκεί...». Η 58χρονη Sehzo Singh, μια γυναίκα με πολύ πάθος, είναι από το 2011 υπεύθυνη πολιτικής και προγραμματισμού της Action Aid India και μητέρα δύο κοριτσιών. Ως ανεξάρτητη σκηνοθέτιδα γύρισε αρκετά ντοκιμαντέρ αναφορικά με την καταπίεση των Dalit και τα γυναικεία δικαιώματα. Η θητεία της πίσω από την κάμερα την έμαθε, λέει, να κρίνει και να δρα γρήγορα, κάτι σημαντικό στην υπεύθυνη και ριψοκίνδυνη, κάποτε, δουλειά του ακτιβιστή. «Κάθε γυναίκα, ανεξαρτήτως κάστας, πρέπει να έχει ίσα δικαιώματα, να κυκλοφορεί ελεύθερα και ν' απολαμβάνει τον ίδιο σεβασμό με τους άντρες. Τελεία!» διακηρύσσει. Τελευταία τρέχει την καμπάνια «Ζήτω η Κόρη!» (Beti Zindabad!) κατά των επιλεκτικών εκτρώσεων, που με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας έχουν γίνει ενδημικές σε μια χώρα όπου τα κορίτσια είναι, καταρχάς, ανεπιθύμητα. Ο νόμος το απαγορεύει, όμως πολλοί γιατροί πραγματοποιούν παράνομα τέτοιες διαγνώσεις κι επεμβάσεις. Οι δυσκολότερες στιγμές της είναι, λέει, όταν χρειάζεται να πάρει αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές άλλων. «Θέλει προσοχή το πώς θέτεις κάποια ζητήματα. Καταδικάζουμε μεν την επιλογή φύλου, πώς όμως θα υποστηρίξουμε, παράλληλα, το γενικότερο δικαίωμα στην έκτρωση; Στηρίζουμε το δικαίωμα στη βασική εκπαίδευση, όμως πώς μπορεί αυτό να συνδυαστεί με τον τρόπο ζωής φυλών νομαδικών; Και ναι, ζητάμε επίσης δικαιοσύνη, γίνεται όμως να δεχτούμε το σύνθημα "θάνατος στους βιαστές", όταν αρνούμαστε τη θανατική ποινή; Κάθε αλλαγή τραυματίζει και χρειάζεται προσοχή στην επούλωση». Σκέφτομαι πόση κριτική ασκήθηκε τελευταία στην Ελλάδα στις ΜΚΟ, συχνά όχι άδικα. Η κυρία που έχω απέναντί μου είναι πάντως από εκείνους τους πραγματικούς, αφοσιωμένους ολόψυχα ακτιβιστές με όραμα, πυγμή κι έργο χειροπιαστό. Υποκλίνομαι.