Μοσκώβ Σελήμ
Μοσκώβ Σελήμ

 

Περισσότερα από 100 είναι τα ελληνικά έργα που παρουσιάζονται στις σκηνές της Αθήνας. Στον αριθμό συμπεριλαμβάνονται τα κανονικά έργα, οι παραστάσεις δραματοποιημένων λογοτεχνικών έργων Ελλήνων συγγραφέων, αλλά όχι οι σκηνικές συνθέσεις εν είδει performance (των οποίων το κείμενο υπογράφει συνήθως το σύνολο των μελών της ομάδας) ούτε και τα έργα που προορίζονται για το παιδικό κοινό (διασκευές, κατά κύριο λόγο, μύθων και παραμυθιών) – γιατί αν συνυπολογίσουμε και τα παιδικά, θα χαθούμε στο μέτρημα.

 

Ως προς το θέμα τους, πολλά απ' αυτά αναφέρονται στις δυσκολίες της τρέχουσας συνθήκης σε μια ευρεία ειδολογική γκάμα που συμπεριλαμβάνει από τους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη έως σύγχρονα θεατρικά έργα σαν το Ευρέ Εργά 2014 της Μανίνας Ζουμπουλάκη. Οι κωμωδίες υπερισχύουν, υπακούοντας στην ανάγκη των ανθρώπων του θεάτρου για διαφυγή από τη μίζερη συνθήκη της καθημερινότητας μέσω του διαγώνιου βλέμματος που προκαλεί γέλιο, ακόμα κι αν προβάλλει στρεβλές υπαρκτές καταστάσεις.
Πρόκειται για θεατρικά έργα που διεκδικούν αιώνια δόξα; Σε καμία περίπτωση! Πολλά εξ αυτών είναι γραμμένα από νεαρούς, άγνωστους καλλιτέχνες του θεάτρου, των οποίων η επιθυμία να υπάρξουν μέσα στην τέχνη τους οδηγεί στην αναμέτρηση με τη γραφή, τη σκηνοθεσία και την υποκριτική. Ενίοτε οι τρεις ιδιότητες αντιστοιχούν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει με τα Ταπεινά Ελατήρια (Faust) που έχει γράψει και σκηνοθετεί ο ηθοποιός Αντρέας Κοντόπουλος, ο οποίος παίζει έναν από τους τρεις ρόλους. Ή με το Απ' την πρώτη στιγμή του Αλέξη Γεωργούλη, που σκηνοθετεί ο ίδιος στο θέατρο Ροές, ερμηνεύοντας τον έναν από τους δύο ρόλους. Δεν είναι η ματαιοδοξία, πιστεύω, που οδηγεί σ' αυτή την επιλογή, όσο η οικονομική δυσπραγία. Και εκτός Ελλάδος, τώρα που δεν κυκλοφορεί εύκολα χρήμα για την καλλιτεχνική δημιουργία, οι νέοι καλλιτέχνες δημιουργούν με όσα μέσα διαθέτουν, με τις δικές τους μικρές δυνάμεις, σε απροσδόκητους χώρους, απολύτως low budget παραγωγές. Ειδικά στην περίπτωση του υπερπληθωριστικού αθηναϊκού θεατρικού τοπίου, η σύμπτωση ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο εκκινεί προφανώς από τη συνειδητοποίηση ότι αν κάποιος δεν κάνει κάτι μόνος του, δεν θα κάνει τίποτα, θα μείνει εκτός.

 

Ο Κυκλισμός του Τετραγώνου
Ο Κυκλισμός του Τετραγώνου

 

Οι ίδιοι λόγοι οδηγούν και στην αύξηση των μονολογικών παραστάσεων. Ο μονόλογος παραμένει σταθερά μια εύκολη λύση, γιατί δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο από ένα καλό κείμενο κι έναν καλό ηθοποιό. Μόνο που, ως γνωστόν, η ευκολία λειτουργεί συχνά εις βάρος του καλλιτεχνικού αιτήματος. Γιατί ο μονόλογος συνήθως αφορά μια εξομολόγηση ή έναν εκ βαθέων απολογισμό, και πόσους μονολόγους, λ.χ. γυναικών που βρίσκονται σε κρίσιμη στιγμή της ζωή τους, να δει κανείς πια σε μία σεζόν; Περί τους 15 μονολόγους ερμηνεύουν γνωστές και λιγότερες γνωστές ηθοποιοί σε θέατρα της πόλης – ο αριθμός ανεβαίνει πολύ, αν υπολογισθούν και οι μονολογικές παραστάσεις με άνδρες ερμηνευτές...

 

Αυτό που θα έπρεπε να κάνει το Εθνικό, να αναζητήσει αξιόλογες σύγχρονες φωνές, ανέλαβε φέτος το Θέατρο Τέχνης. Έτσι, μέσα στη χρονιά θα παρουσιαστούν ισάριθμα έργα που παρουσιάζονται (ή θα παρουσιαστούν) ανά δύο σε κοινή παράσταση: το Όλη η πόλη το κουβεντιάζει των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, το Μεσάνυχτα σ' έναν τέλειο κόσμο του Αλέξη Σταμάτη, το Ασκήσεις για γερά γόνατα του Ανδρέα Φλουράκη, το Τον άυλο εσένα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, το Αλμανάκ της Μαριάννας Κάλμπαρη, το La petite mort του Μισέλ Φάις, το Έναν φιδέ κι ακίνητος! του Σάκη Σερέφα και το Να Ζεις του Γιάννη Δούμου.

 

Αντιθέτως, στο φετινό ρεπερτόριο του Εθνικού η σύγχρονη γραφή απουσιάζει (μόνο το Κέικ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη έχει προγραμματιστεί), ενώ και τα υπόλοιπα έργα προκαλούν σκέψη: όταν το Θέατρο Τέχνης π.χ. επιλέγει ένα από τα καλύτερα έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το Ο δρόμος περνά από μέσα, το Εθνικό παρουσιάζει τη Γειτονιά των Αγγέλων, έργο που ο ίδιος ο Καμπανέλλης δεν εκτιμούσε. Στην πρώτη κρατική σκηνή έχει προγραμματιστεί ακόμα η Φλαντρώ του Παντελή Χορν και μια διασκευή για τη σκηνή της Πρόβας Νυφικού. Οι εν λόγω επιλογές προφανώς στοχεύουν σ' ένα συγκεκριμένο μέρος του μεγάλου κοινού –αυτό που έκανε best-seller το μυθιστόρημα της Ντόρας Γιαννακοπούλου–, αλλά ένα Εθνικό Θέατρο οφείλει να προσελκύει θεατές με έργα άλλου επιπέδου.

 

Στο προβληματικό αυτό πλαίσιο μιας ελεύθερης αγοράς, αφημένης στα πρωτογενή, επιβιωτικά «ένστικτά» της, και κρατικών θεάτρων που ελλείψει ικανού προϋπολογισμού αναζητεί ασφαλείς επιλογές, συχνά όχι στην ενδεδειγμένη κατεύθυνση, είναι πράγματι σημαντική η παρουσία της Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Το αφιέρωμα στον Δημήτρη Δημητριάδη, ίσως του σημαντικότερου συγγραφέα που διαθέτει αυτήν τη στιγμή το ελληνικό θέατρο (ο οποίος αγνοήθηκε όλα αυτά τα χρόνια και από το Εθνικό και από το Κρατικό Βορείου Ελλάδος), και η παρουσίαση τεσσάρων άγνωστων έργων του (Ο κυκλισμός του τετραγώνου, Η Εκκένωση, Φαέθων, Το άγγιγμα του βυθού) αποτελεί μια παρεμβατική επιλογή/πολιτική που κανονικά περιμένει κανείς από τις κρατικές σκηνές.

 

Κατά τ' άλλα, η λογοτεχνία διαρκώς προμηθεύει το θέατρο με ενδιαφέροντα κείμενα και αρκετές είναι οι παραστάσεις που φέρνουν στη σκηνή σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς: από τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Διονυσίου Σολωμού και το Αμάρτημα της μητρός μου ή τον Μοσκώβ Σελήμ του Γεωργίου Βιζυηνού έως διηγήματα και ιστορίες σύγχρονων λογοτεχνών όπως ο Θανάσης Βαλτινός (Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο), η Μαργαρίτα Καραπάνου (Rien ne va plus), ο Σωτήρης Δημητρίου (Καλοκαίρι στα σώματα), η Αμάντα Μιχαλοπούλου (Βρες τον), ο Χρήστος Οικονόμου (Blackout) – για να αναφερθώ σε μερικούς μόνο τίτλους.
Ευτυχώς, η φούσκα του devised theatre δείχνει να ξεφούσκωσε και ελάχιστες είναι πια οι παραστάσεις που παίζουν με αυτοβιογραφικά-εμπειρικά υλικά.

 

Το έχω ξαναπεί, μπορεί να ζαλίζεσαι από τον αριθμό παραστάσεων, προσώπων και πραγμάτων που συμβαίνουν στην πόλη, αλλά υπάρχει γενναιοδωρία κι ένα ανιδιοτελές ξόδεμα στον χώρο του θεάτρου και μια πίστη στη δύναμη της τέχνης –ψευδαισθητική, ουτοπική, πες την όπως θέλεις– που σ' αυτές τις δύσκολες μέρες μόνο θετικά μηνύματα, αισιοδοξία και δύναμη μεταφέρει. Ότι αξίζει να προσπαθούμε, ότι δεν μπορούμε παρά να προσπαθούμε, ότι εντέλει θα τα καταφέρουμε.