Αυτός, τρία χρόνια μαζί, ήθελε να πάνε στη Μήλο· αυτή δεν ήθελε με τίποτα· η Μήλος, του έλεγε, είναι το νησί των χωρισμών, πας διακοπές εκεί, 100% χωρίζεις μετά. «Γιατί, βρε Ελένη, ποιον ξέρεις να πήγε εκεί και να χώρισε;».

«Κανέναν», παραδεχόταν, αλλά η επιμονή, επιμονή. Την τέταρτη χρονιά άπλωσαν στο τραπέζι της κουζίνας της έναν χάρτη. «Τόσα νησιά, ένα θα βρεθεί». Όλα τα απέρριψε η Ελένη, άλλα της φαίνονταν πολύ μεγάλα κι άλλα πολύ μικρά, άλλα ήταν πολύ μακριά κι άλλα ήταν πολύ κοντά. Πάνω που ο Άκης ετοιμαζόταν να καταθέσει τα όπλα και να περάσει τον Δεκαπενταύγουστο στη βεράντα, η Ελένη θυμήθηκε ότι ήθελε να ζωγραφίσει την Πορτάρα και το δάχτυλό της προσγειώθηκε στη Νάξο, κι ενώ αυτός κανόνιζε εισιτήρια και ξενοδοχεία και προσπαθούσε να ξεγελάσει την υποψία ότι και στη Νάξο θα χώριζαν, οπωσδήποτε θα χώριζαν, η Ελένη ζωγράφιζε τα νύχια της.

Κάποτε έβαφε τα νύχια της με κόκκινη, κατακόκκινη όζα, του έλεγε πως τον αγαπούσε κι αυτός ονειρευόταν να κατεβάσει το φεγγάρι, να το ξεπλύνει απ’ τις πολλές βαφές του και να της το χαρίσει κατακαίνουργιο, και το χειρότερο ήταν πως το εννοούσε, ήθελε πράγματι ένα φεγγάρι απαλλαγμένο από τις ποιητικές μεταμορφώσεις του, ένα φεγγάρι που δεν είχε ξαναζήσει σε καμιά μεταφορά - ένα φεγγάρι δικό της να το κάνει ό,τι ήθελε. Θα έπρεπε σ’ αυτό τον κόσμο να υπάρχουν τόσα φεγγάρια όσα και κορίτσια, σκεφτόταν· άσχημα σχεδιάστηκε ο κόσμος, ανεπαρκής ο πλανήτης από άποψη δορυφόρων.

Το πρωτόγνωρο και για τον ίδιο ακόμα μέγεθος της βλακείας του ίσως τον συνάρπαζε περισσότερο κι απ’ τον έρωτά του: για τα κόκκινά της νύχια χαζολογούσε για το φεγγάρι, αυτός που δεν σήκωνε κεφάλι στον ουρανό να το κοιτάξει, και να τος τώρα, παραπονιόταν επειδή ό,τι δεν είχε κάνει τόσο καιρό το είχανε κάνει άλλοι -εκατομμύρια άλλοι, δισεκατομμύρια άλλοι-, κι όλα αυτά ενώ η Ελένη, αν και πήγαινε με τα φεγγάρια της, το ίδιο το φεγγάρι δεν το εκτιμούσε ιδιαίτερα, ούτε ως θέμα στη ζωγραφική της.

Μασουλούσε σοκολάτα και κριτσάνιζαν στα ωραία της δόντια τα αμύγδαλα κι έγλειφε ό,τι απέμενε στα δάχτυλά της με τα κόκκινα νύχια και του έλεγε ότι δεν ήθελε άλλα φεγγάρια, θα ήθελε όμως κι άλλες σοκολάτες, αυτό ήταν ένα πάθος που μπορούσε να το καταλάβει. «Σ’ αγαπώ σαν σοκολάτα», του ’λεγε, κι αυτός δεν σκεφτόταν πως ακριβώς επειδή αγαπούσε τη σοκολάτα, έτρωγε όλο σοκολάτες, η αγάπη για τη σοκολάτα παρέμενε, αλλά οι σοκολάτες όχι. Καταλάβαινε, βέβαια, ότι ήταν αναλώσιμος, αν τον ρωτούσες θα το έπαιζε άνετος, «μα, φυσικά, δεν περιμένω να κρατήσει αιώνια», αλλά στο βάθος το ήθελε, σαν παιδί - ή, όπως του είπε ένας φίλος, «σαν γκόμενα».

Τώρα, όμως, στα άλλοτε κατακόκκινα νύχια της σχεδίαζε πρόσωπα και λουλούδια και μαιάνδρους κι αυτός νοσταλγούσε ένα φεγγάρι που στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ σκαρφαλώσει στον ουρανό.

Στο λιμάνι, λοιπόν, εκείνος με τα σακ-βουαγιάζ και των δυο τους και το αναδιπλούμενο σκαμπό της, εκείνη με το βαλιτσάκι της ζωγραφικής και το

καβαλέτο κρεμασμένο στον ώμο φαρέτρα, και τι διάολο θα ζωγράφιζε από μια πόρτα που έστεκε μονάχη στο άσχετο ο Άκης δεν μπορούσε να το καταλάβει. Η Ελένη, πίστευε, δεν ήταν καλλιτέχνιδα, απλώς την παρίστανε· η μεγαλύτερη επιτυχία της ήταν τα νύχια της. Τον πρώτο καιρό τον συγκινούσε να τη βλέπει να ξεκλέβει ώρες για να στηθεί στο καβαλέτο, μετά άρχισε ν’ αναρωτιέται μήπως ήταν ένα απλό χόμπι, οριακά ανώτερο απ’ το πλέξιμο, και κατέληξε να το βρίσκει ενοχλητικό: ζωγράφιζε όπως αυτός έβρισκε καταφύγιο στο λάπτοπ του μετά τους καβγάδες τους. Οι οποίοι καβγάδες είχαν ενωθεί σ’ έναν ατέλειωτο καβγά που τον κουβάλησαν μαζί τους στο κατάστρωμα και τον κατέβασαν στο λιμάνι και τον περπάτησαν μέχρι το ξενοδοχείο και θα τον πηγαινόφερναν μαζί τους όλο το πενθήμερο.

Ο Άκης μ’ έναν ταξιδιωτικό οδηγό να προσπαθεί να σχεδιάσει κάτι σαν διακοπές, «να νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο, να πάμε να δούμε τους Κούρους, να πάμε εδώ, να πάμε εκεί», κι εκείνη πρωί να σηκώνεται, μαγιό-παρεό-βαλιτσάκι-σκαμπό-καβαλέτο-πετσέτα, να παίρνει το λεωφορείο για την Αγία Άννα, κι από εκεί πίσω, με την αρμύρα να την τσουρουφλίζει ακόμα, στην Πορτάρα μέχρι το ηλιοβασίλεμα, κι αυτός στο πόδι της, κι ύστερα να τον φορτώνει βαλιτσάκι-σκαμπό-καβαλέτο και να περπατάνε στα στενά της Χώρας, τάχα ότι κάνουν βόλτα σαν άνθρωποι. Εγκατέλειψε τη μάχη από τη δεύτερη μέρα, άφησε τον οδηγό στο σακ-βουαγιάζ κι απλώς την ακολουθούσε για να μην τον κατηγορεί μετά ότι δεν προσπάθησε να πάει με τα νερά της, «τι εννοείς δεν προσπάθησα, όλη την ώρα ξοπίσω σου σαν το σκυλάκι». Ολόκληρο νησί να έχει γίνει ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, μια γαμημένη πόρτα, μια διαδρομή με ΚΤΕΛ, μια παραλία και πέντε σοκάκια για να κάθεται εκείνη με το καβαλέτο, να μετακινείται σαν τη σκιά στα ηλιακά ρολόγια μέτρο το μέτρο ώσπου να την περικυκλώσει τη γαμημένη την πόρτα κι οι τουρίστες κοινό της, «όου, βέρι

νάις, γιου αρ κουάιτ δι άρτιστ», νάις και άρτιστ στα μούτρα σας.

 

Με κάρβουνο, με ακουαρέλα, με μολύβι, με ό,τι κι αν την έφτιαχνε η πόρτα πόρτα παρέμενε. Κι αυτός να την κοιτάζει και να σκέφτεται, διάολε, ας την τράβαγε πέντε φωτογραφίες και μετά ας τις έπαιρνε σπίτι κι ας ζωγράφιζε όσο τραβούσε η ψυχή της. Για ποιον λόγο να επιμένει να ζωγραφίζει κανείς όταν υπάρχουν φωτογραφικές μηχανές; Αλλά εκείνη ήθελε να πιάσει τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος.

Κάποτε τη λάτρευε ακριβώς για κάτι τέτοια. Τώρα δεν ήξερε ακριβώς τι να κάνει με δαύτην. Ίσως κι αυτή να οχυρωνόταν πίσω απ’ τη ζωγραφική απεικόνιση της Πορτάρας από αμηχανία. Για να μη χρειάζεται να συζητάει μαζί του, να μη θυμάται ότι είναι διακοπές μαζί του. Οπότε πήγε κοντά της και της πήρε απ’ τα χέρια το πινέλο και της είπε πολύ ήσυχα, «μήπως ήταν καλύτερα να είχαμε πάει στη Μήλο;». Κι αυτή τον κοίταξε σαν να τα καταλάβαινε όλα και μάζεψε τα πράγματά της και τον κράτησε να δούνε το ηλιοβασίλεμα.

Κοιτάζοντας την ίδια θάλασσα αντί να κοιτάζονται μεταξύ τους τέλειωσαν τις διακοπές τους και το ζευγάρι τους. Στο καράβι της επιστροφής έψαξε το φεγγάρι στον ουρανό και προσπάθησε να θυμηθεί όλα τα σκυλάδικα που ήξερε για δαύτο, κι έπειτα όλες τις ομοιοκαταληξίες, πράγμα που κράτησε μέρες. Στεκόταν, ας πούμε, στο λεωφορείο ανάμεσα σε σώματα που έζεχναν δυστυχία και σκεφτόταν, φεγγάρι-δοξάρι, φεγγάρι-παλικάρι, φεγγάρι-καμάρι, φεγγάρι-νταμάρι, φεγγάρι-παλαμάρι, φεγγάρι-ταγάρι, φεγγάρι-μαξιλάρι, φεγγάρι-ζευγάρι, φεγγάρι-γλάροι, φεγγάρι-φάροι, ως στιχουργός θα είχε, ίσως, πολλές ομοιοκαταληξίες, αλλά καμιά πιθανότητα καριέρας στα σάουντρακ των ερώτων· έπειτα σκέφτηκε ότι ομοιοκαταληξίες το φεγγάρι κάνει και με ρήματα στο τρίτο ενικό, φεγγάρι-πάρει, φεγγάρι - κι εκεί κόλλησε και κοίταξε απ’ το τζάμι τα πρόσωπα των ανθρώπων στη στάση και σκέφτηκε, σιχτίρ με τα φεγγάρια, και με τα καλαμάρια κάνουν ρίμα, και κατέβηκε μια στάση πιο πέρα απ’ την κανονική του κι αγόρασε κόκκινη όζα κι ασετόν από ένα μαγαζί στη γωνία, αποφασισμένος ότι θα βάφει τα νύχια του κόκκινα και θα τα ξεβάφει όλο το βράδυ μέχρι να του τελειώσει το μπουκαλάκι, κι ότι αυτό θα είναι όλο κι όλο το πένθος του για την Ελένη, άλλα δράματα για τον χωρισμό δεν θα έχει.