Έφτανα στο Πεδίο του Άρεως, καθώς ξεκίναγε η πορεία της Κυριακής. Στο ρεύμα της ανόδου της Αλεξάνδρας πλήθος οργισμένα πρόσωπα και συνθήματα αλλά με ήρεμο βηματισμό, μαζί με προτροπές απ' τις ντουντούκες να φτιαχτούν αλυσίδες περιφρούρησης. Στο οδόστρωμα της καθόδου, ωστόσο, χώρια απ' την πορεία, ομάδες παιδιών με τις βέργες στα χέρια αρχίζουν να σπανε τα τζάμια στις στάσεις των λεωφορείων, ν' αναποδογυρίζουνε τους κάδους, ν' ανάβουν τα σκουπίδια. Ένας συνομήλικός τους είχε δολοφονηθεί κι εκείνοι άνοιγαν γιορτή καταστροφής και, αργότερα, μέσ' απ' τις σπασμένες βιτρίνες, πλιάτσικου.

Αναρχικοί; Όσα άξια παραδείγματα αναρχισμού γνωρίζω βασίζονται σε αυτό-οργανωμένες ειρηνικές κοινότητες. Αντιεξουσιαστές; Αρωγοί μάλλον της εξουσίας: χρήστες του χείριστου όπλου της, της βίας. Σε δόσεις τέτοιες που, σαν πυροτεχνήματα θεαματικές, όπως ταιριάζει σ' αυτήν την κοινωνία, που, απρόσεχτα, όλοι, λίγο ως πολύ, τρέφουμε (με τις σάρκες μας), γρήγορα σβήνουν δίχως αποτέλεσμα. (Ή με μόνο αποτέλεσμα την εντεινόμενη βία.)

Μήπως κάποιοι που δεν έχουν τι άλλο να κάνουν τον πόνο; Που πάνω του όρμησαν και κόλλησαν και η οργή, και η απόγνωση: για όσους ασφαλίζουν τα προνόμιά τους μες στην κρίση που οι ίδιοι έπλασαν, για τα ακατάλληλα όργανα «της τάξεως», για το μηνιάτικο που δεν φτουράει. (Δεν είναι τώρα η στιγμή, αλλά πρέπει κι αυτήν επειγόντως να τη βρούμε, για ν' αναρωτηθούμε τι κουμάντο κάνουμε. Στο μηνιάτικό μας, στην ψήφο μας, στα λόγια μας, σε όλα.) 

Ή μήπως κάτι απλώς εφιαλτικό; Που σε ξυπνάει κάθιδρο στη μαύρη νύχτα, κατάδικό σου τρομερό γέννημα -απ' ό,τι δεν χωράει- που ωστόσο παραμένει αδιανόητο.  

Από τη μια μεριά καταστροφή και ακύρωση, κι από την άλλη -εκ νέου ορατός- ο κίνδυνος μετάλλαξης της εκτόνωσης σε εξέγερση. Θα 'ναι λοιπόν για πάντα η μόνη επιλογή αυτή; Ανάμεσα στη συνήθως μισοκοιμισμένη από τα χρόνια Σκύλλα της εκάστοτε καθεστηκυίας εξουσίας και στην αφηνιασμένη Χάρυβδη μιας νεοσύστατης «Επαναστατικής Αστυνομίας»;  

Ματ. Η παρτίδα τελειώνει ξανά.

Αθεράπευτα ανθρωπιστής αστός, πεισμωμένος συλλέκτης των κουρελιών του Διαφωτισμού, και, αναπόφευκτα, τυχερός που έχει ζήσει μια προστατευμένη, από κάθε άποψη, ζωή, δεν μπορώ, δυστυχώς ίσως -δυστυχώς, γιατί κι η άναρθρη κραυγή γίνεται κάποτε ο μόνος τρόπος να πάρεις ανάσα πριν πας παρακάτω (αν το μπορείς)- να δω την βία, ούτε καν αυτήν που προέρχεται από την οργισμένη οδύνη, ως λύση. (Με παρηγορεί λιγάκι που φίλος ξεσκολισμένος, και από πολιτική και από ιστορία και από το δρόμο, μοιάζει να συμφωνεί. Δηλαδή να απορεί.) Και η λύση, έστω μια άκρη της, ας είναι κι ένας στοχασμός μονάχα, είναι αυτό που ακριβώς επείγει, και οφείλουμε να το εφεύρουμε -αν η Ιστορία δεν μπορεί να μας βοηθήσει- έστω και τώρα.

Το βλέπω ήδη: νομίζω πως μιλάω, ενώ μουγκρίζω με σφιγμένα δόντια. (Σαν κάποιον που παρασώπασε.)