Στο περασμένο feedback («Τζάμπα μαγκιά στο facebook;») ο realthinking υποστήριξε τον δημόσιο διάλογο που γίνεται μέσω facebook, έστω κι αν καμιά φορά ξεφεύγει: «Κάποτε η πληροφορία ήταν δυσεύρετη –και όταν λέω κάποτε στην Ελλάδα, εννοώ μέχρι πριν από 10 χρόνια– και την τσίμπαγες κυρίως από τον δάσκαλο, τον καθηγητή, τα βιβλία και τα ΜΜΕ, ενώ ο δημόσιος διάλογος ήταν ανύπαρκτος – εκτός κι αν θεωρήσεις διάλογο τις συνελεύσεις των συνδικαλιστών με πτυχίο 5ης Δημοτικού και τις κλήσεις για να συγχαρείς τον "Πρωινό Καφέ" και να πάρεις το δωράκι σου. Τι κακό έχει αυτό; Ο καθηγητής, κάποιες φορές, σ' τα παρουσίαζε όπως ήθελε – τώρα μπορείς να διαβάσεις όποιο βιβλίο ή επιστημονικό περιοδικό θέλεις και να του την πεις, αν χρειαστεί, με τεκμήρια. Οι εταιρείες "μουσικής" σου πλάσαραν ό,τι και όπως ήθελαν και το σιγοτραγούδαγες αμάσητο. Τώρα μπορείς να ανακαλύψεις ολομόναχος από το χειρότερο μέχρι το καλύτερο είδος μουσικής και να επιλέξεις τι σε εκφράζει (δεν πα' να παίζουν στα MAD τα ξερατά του Σταν και της Στικούδη!). Μπορεί η ελληνική τηλεόραση να είναι μια απίστευτη παρέα που χορεύει, σαχλαμαρίζει και στηλιτεύει, αλλά μπορείς να σαρώσεις τα webtvs όλης της υφηλίου για να βρεις αυτό που γουστάρεις... Εν ολίγοις, επί χρόνια μας κάνανε πλύση εγκεφάλου για το πώς θα ζούμε, χωρίς να μπορούμε να τους πούμε στη μούρη πόσο χάλια τα βρίσκαμε όλα αυτά ή ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος. Ναι, το δημόσιο ξεκατίνιασμα είναι άσχημο και υπερβολικό, αλλά ακόμα βρίσκεται στα σπάργανα. Πιστεύω ότι θα καταλαγιάσει όταν ωριμάσουμε μαζί με το νέο μέσο κι εκφράζουμε τη γνώμη μας με περισσότερη ψυχραιμία και ευγένεια».


«Η ελληνοτουρκική φιλία - Το τέλος μιας σχέσης;» λεγόταν το άρθρο του Γιάννη Γιγουρτσή, στο οποίο, εκτός των άλλων, έγραφε: «Είναι η πρώτη φορά μέσα στα τελευταία 15 χρόνια, μετά την ύφεση στις εντάσεις και την ελληνοτουρκική προσέγγιση που άρχισε με την "πολιτική των σεισμών" το 1999, συνεχίστηκε με τις ζεϊμπεκιές του Γιώργου (Παπανδρέου) και σφραγίστηκε με τις κουμπαριές του Κώστα (Καραμανλή), που οι ελληνοτουρκικές διαφορές ανεβαίνουν και πάλι στην ατζέντα των διμερών σχέσεων». Η αναγνώστρια με το ευφάνταστο όνομα «Ψαρόσουπα, μωρό μου» σχολίασε: «Μεταξύ μας, υπάρχει άνθρωπος που να πίστεψε ποτέ ότι υπάρχει ελληνοτουρκική φιλία; Πόσο αφελές! Τετρακόσια χρονια σκλαβιάς δεν διαγράφονται από τη μνήμη εν μια νυκτί». Ο Der Salamander της απάντησε: «Μακάρι να ξεχαστεί το παλιό μίσος μεταξύ των δύο λαών. Δεν είναι κάτι ακατόρθωτο. Δείτε Γερμανούς και Γάλλους, που για αιώνες ήταν παραδοσιακά εχθροί. Μπορεί εκεί να μην υπήρχε η ολοκληρωτική κατάκτηση ενός λαού από τον άλλο, όμως το μίσος, που τώρα πια έχει ξεχαστεί, ήταν μεγάλο. Ούτε το θέμα της υποδούλωσης ήταν τόσο μαύρο-άσπρο – η ελληνική, αρμένικη κι εβραϊκή αστική τάξη της Μικράς Ασίας ήταν πολύ ανώτερη σε θέματα κοινωνικής ιεραρχίας από μεγάλο τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού».


«Πού το πάτε, κ. Πρύτανη;» τιτλοφόρησε ο Θοδωρής Αντωνόπουλος το άρθρο του για τον κ. Φορτσάκη στις «Απόψεις» του LIFO.gr. Να μια διαφορετική άποψη από τον αναγνώστη Άρη Κωνσταντινίδη. «Σας αρέσει η σημερινή εικόνα των πανεπιστημίων με τους μουντζουρωμένους απ' άκρη σ' άκρη τοίχους, τους ετοιμοπόλεμους με το παραμικρό φοιτητές, τους εντοιχισμένους (παλαιότερα) πρυτάνεις, με την έξαλλη-υστερική προσπάθεια "διαλόγου" (ο Θεός να τον κάνει διάλογο) από τη μεριά καταληψιών και με το κακό μπάχαλο που επικρατεί κάθε τρεις και λίγο; Όλα αυτά δεν είναι φαινόμενα που τα είδαμε σήμερα με τον Φορτσάκη πρώτη φορά! Κουραστήκαμε να τα βλέπουμε διαρκώς εδώ και δεκαετίες! Και όταν ο πρύτανης επικαλείται τη συνδρομή της Αστυνομίας, να βρίσκει από πάνω και τον μπελά του, γιατί είναι, λέει, και φασίστας; Και πάλι, γιατί να με απασχολεί τόσο σοβαρά ο πρότερος βίος του πρύτανη; Εμένα με νοιάζει να κάνει καλά τη δουλειά του! Αν εσείς τον λέτε "φασίστα" (πολύ εύκολος, ανεπίτρεπτα εύκολος αυτός ο χαρακτηρισμός στην Ελλάδα για οποιονδήποτε διαφωνεί μαζί μας απλώς), εγώ τον λέω πολιτισμένο! Δεν ανέχομαι τη σημερινή εικόνα των πανεπιστημίων μας! Δεν δέχομαι ως φορολογούμενος να πληρώνω τους μπαχαλάκηδες που σπάνε και καταστρέφουν τα πάντα σαν να είναι περιουσία τους! Και, ναι, είμαι με τους "νοικοκύρηδες", όπως απαξιωτικά μας χαρακτηρίζετε! Βέβαια, καταλαβαίνω ότι ένας πρύτανης σαν τον αξέχαστο Πελεγρίνη, που φρόντιζε πάντα να τα έχει καλά με τους κάθε είδους βάνδαλους για να ασκείται ανενόχλητος στο πραγματικό του "ταλέντο" (προφανώς στη φαντασία του), αυτό της ηθοποιίας, αυτός θα σας άρεσε καλύτερα. Ο Φορτσάκης, που αντιλαμβάνεται ότι το πανεπιστήμιο είναι χώρος που θα έπρεπε από όλους να θεωρείται χώρος μάθησης και μόνο, και συνεπώς ιερός, αυτός βεβαίως και δεν μας αρέσει!».