βία (η) {χωρ. πληθ.} 1. η άσκηση σωματικής ή άλλης δύναμης  ή η χρησιμοποίηση απειλών με σκοπό την επιβολή της θέλησης (κάποιου): ασκώ ~ || προσφεύγω  στη ~ || ένοπλη / ωμή / κτηνώδης / σωματική / φυσική / παράνομη ~ || πράξη / χρήση βίας || εκλογές βίας και νοθείας || κράτος / καθεστώς που στηρίζεται στη ~ ΣΥΝ. εξαναγκασμός, καταναγκασμός·  ΦΡ. (α) ψυχολογική βία βλ. λ. ψυχολογικός (β) ανωτέρα βία βλ. λ. ανώτερος (γ) διά της βίας / με τη βία με την άσκηση πιέσεων, αναγκαστικά: κατέλαβε την εξουσία ~ || κατόρθωσε να αποσπάσει ~  από τον κατηγορούμενο την ομολογία των πράξεών του || τον ανάγκασαν ~ να υπογράψει / να συναινέσει (δ) (μόλις και) μετά βίας (οριακά και) με δυσκολία (ίσα-ίσα και) κατόπιν πολλής προσπάθειας ή πιέσεων: ~ πέρασε την τάξη || ~ καλύπτει τις βασικές του ανάγκες 2. η πίεση, η ανάγκη (να γίνει κάτι):  ας μην πιεζόμαστε άδικα· δεν υπάρχει ~ 3. η δύναμη: έπεσε με ~ επάνω του ΣΥΝ.  Σφοδρότητα, ορμή 4. (σπάν.) η βιασύνη: για ποιον λόγο τόση ~; ΣΥΝ. σπουδή, βιάση. Επίσης βια  [μεσν.] (σημ. 4).

[ΕΤΥΜ  αρχ. <Ι.Ε. *gwiyā- (δισύλλ.  ρίζα), πβ. σανσκρ. j(i)ya- «κυριαρχία» . Ομόρρ. βινῶ (-έω) «συνουσιάζομαι». Η φρ. ανωτέρα βία αποδίδει τη γαλλ. force majeure].

 

βιάζω (βι-άζω) ρ. μετβ. {βίασ-α, -τηκα, -μένος} 1. εξαναγκάζω (κάποιον) με τη χρήση βίας ή με απειλή άμεσου κινδύνου σε συνουσία, κακοποιώ σεξουαλικά: οδήγησε σε ερημικό μέρος την κοπέλα και τη βίασε  2. (μτφ.) προσβάλλω βάναυσα: τέτοιου είδους εκφράσεις βιάζουν το γλωσσικό μας αίσθημα 3. ασκώ βία σε (κάποιον), ώστε να πράξει (κάτι) που δεν επιθυμεί: μην το βιάζεις το παιδί, θα φάει μόνο του ΣΥΝ. πιέζω.

[ΕΤΥΜ αρχ. αρχική σημ. «ενεργώ βίαια, χρησιμοποιώ βία», < βία. Η σημ. «εξαναγκάζω σε συνουσία» είναι μεσν.].

 

βιάζω (βιά-ζω) ρ. μετβ. {βιάστηκα,  βεβιασμένος} 1.(γενικά) επισπεύδω (κάτι) ασκώντας πίεση: δεν είναι σοφό να βιάζουμε τις εξελίξεις· όλα θα γίνουν στην ώρα τους· ΦΡ. βιάζω τον εαυτό μου / τη μνήμη μου  καταβάλλω τη μέγιστη προσπάθεια για να επιτύχω ή να θυμηθώ (κάτι)· (μεσοπαθ. βιάζομαι)  ♦ 2. (αμετβ.) επείγομαι, δεν έχω χρόνο στη διάθεσή μου: ~ πολύ και πρέπει να φύγω // πρέπει να βιαστούμε, γιατί έχουμε αρκετό δρόμο  ακόμη· ΦΡ. (παροιμ.) όποιος βιάζεται, σκοντάφτει οι βιαστικές και πρόχειρες δουλειές συνήθ. καταλήγουν σε αποτυχία ♦ (μετβ.)  3. (+να) (α) προτρέχω, σπεύδω: μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα (β) ανυπομονώ: ~ να βρεθώ κοντά σας 4. (καταχρ.) (α)  επισπεύδω (κάτι): μην το βιαστείς το άρθρο· πρέπει να κάνεις καλή δουλειά (β) έχω άμεση ανάγκη (από κάτι): δώσε αμέσως την παραγγελία, γιατί τον βιάζομαι τον υπολογιστή 5. (η λόγ. μτχ. βεβιασμένος, -η, -ο) βλ. λ.

[ΕΤΥΜ Το ρ. βιάζομαι (παρεκτεταμ. τ. τού αρχ. βιῶμαι < βιά – ομαι <βία) είχε αρχικώς τη σημ. «χρησιμοποιώ βία», από όπου μετέπεσε στη σημ. «επείγομαι» (μεσν.) από την ταχύτητα και τη σπουδή με την οποία ενεργεί όποιος καταβάλλει έντονη προσπάθεια].

 

βιαιοπραγία (η)  [1833] {βιαιοπραγιών} 1. η άσκηση και η επιβολή βίας, η βίαιη πράξη ΣΥΝ. βιαιότητα 2. ΝΟΜ. κάθε επίθεση εναντίον προσώπου ή πράγματος με χρησιμοποίηση φυσικής δύναμης. — βιαιοπραγώ ρ. [1888] {–είς...}.

[ΕΤΥΜ  < βίαιος + -πραγία < θ. πραγ- (πβ. ά-πραγ-ος), ρ. πράττω].

 

βίαιος, -η, -ο [αρχ.] 1. αυτός που χαρακτηρίζεται από τη χρήση βίας ή ιδιότητές  της (επιθετικότητα, απειλητικότητα, δύναμη κ.λ.π.) : ~ χαρακτήρας / εκδήλωση / επεισόδιο / επίθεση / σύγκρουση / αντίδραση / θάνατος ΣΥΝ.  βάναυσος, άγριος, απότομος ΑΝΤ. ήπιος 2. ΝΟΜ. βίαιη προσαγωγή βλ. λ. προσαγωγή 3. (για καιρικά φαινόμενα) ορμητικός, σφοδρός: ~ άνεμος / χιονοθύελλα.   — βίαια  / βιαίως [μτγν.] επίρρ., βιαιότητα (η) [αρχ.].

 

βιασμός (ο) [μτγν.] 1. ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη την οποία διαπράττει όποιος  με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε ασελγή πράξη: κατηγορείται για απόπειρα βιασμού || ~  ανηλίκου 2. ο εξαναγκασμός (κάποιου) να κάνει ή να υποστεί (κατι)  παρά τη θέλησή του με την άσκηση ή απειλή βίας εις βάρος του: ψυχολογικός ~ || ~ τής  προσωπικότητας κάποιου 3. (μτφ.) η βάναυση μεταχείριση ή κακοποίηση: ο ~ τής φύσης είχε ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας 4. (μτφ.) η κατάφωρη παραβίαση των αρχών στις οποίες βασίζεται (κάτι): ~ τής δημοκρατίας / τής ελευθερίας || συχνά η γλώσσα μας υφίσταται ~ στις διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.

 


— Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

 

 

 

www.facebook.com/stathis.tsagar