Τα έκοψα όταν άρχισαν ν' ασπρίζουν. Αργότερα μπορεί να τ' αφήσω ξανά, αλλά τωρα μου φαίνεται παράξενο να είναι άσπρα και μακριά τα μαλλιά μου, δεν ξέρω, γενικά είναι τόσο πιο εύκολο να έχει κανείς κοντά μαλλιά, οπότε δεν ξέρω αν υπάρχει λόγος να τ' αφήσω ξανά μακριά.

 

Κυρία Βουτυροπούλου, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα γενικά, σας παρακαλώ;

Όταν ήμουν μικρή, έπεσα σ’ ένα βαρέλι με ασβέστη, αλλά ευτυχώς δεν έπαθα τίποτα σοβαρό. Δεν θυμάμαι καθόλου τη στιγμή που έπεφτα, αλλά θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που μ’ έπλενε η μητέρα μου μετά. Επίσης, μια φορά που είχα φορέσει τα τακούνια της μητέρας μου έπεσα κι έκανα αυτό το σημάδι εδώ, στο μέτωπο, το οποίο κοκκινίζει κάθε φορά που κλαίω ή που κάνω μπάνιο στη θάλασσα. Άμα κάνω βουτιές. Έχει πλάκα γιατί τώρα, άμα με βλέπει κάποιος να βγαίνω από τη θάλασσα και δεν με ξέρει καλά μου λέει, «Χτύπησες, κάνοντας βουτιές». Στο Αλιβέρι γεννήθηκα. Έχω έναν αδερφό που τον λένε Νίκο. Πήγα στο Δεύτερο Δημοτικό Αλιβερίου. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα απ’ το σχολείο. Στο λύκειο είχαμε έναν απαίσιο λυκειάρχη. Κλείδωνε τις πόρτες του κτιρίου για να μην μπορεί να φύγει κανείς. Διάβαζε «Εστία». Επίσης, είχαμε έναν καθηγητή που μας έκανε Θρησκευτικά και ήταν πολύ μεγάλος, δηλαδή μπορεί να μην ήταν και να ήταν 50 χρόνων, αλλά εμένα μου φαινότανε μεγάλος και είχε πολύ λίγα μαλλιά και τα έβαφε κόκκινα. Δεν έχω φίλους απ’ το σχολείο. Κανέναν. Εγώ είχα μακριά μαλλιά στο σχολείο*. Καστανά. Στις Πανελλήνιες έδωσα γι’ αρχιτεκτονική, αλλά δεν πέρασα γιατί έγραψα πολύ χαμηλά ελεύθερο σχέδιο. Οκτώ, νομίζω. Το θέμα που έπρεπε να σκιτσάρουμε ήταν ένα ποδήλατο με τρεις ρόδες. Όταν ήρθα στην Αθήνα, έτρωγα κάθε μέρα παγωτά. Έμενα σ’ ένα σπίτι στα Κάτω Πατήσια, κοντά στη Στρατηγού Κάλλαρη, που είχε πάρει ο πατέρας μου για να σπουδάσουνε τα παιδιά. Πέρασα διακόσμηση, έκατσα λίγο, μετά ξεκίνησε η σχολή φωτογραφίας, έδωσα στη φωτογραφία, έκατσα λίγο, δεν ήταν πολύ ωραία στη σχολή, μας βάζανε κάτι ηλίθια πρότζεκτ, όπως «Αφαίρεση στο γυμνό» ή κάτι τέτοιο. Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις, δεν ήταν ωραία, και μετά έφυγα για την Αγγλία. Η εφηβεία μου δεν ήταν πολύ καλή και κάπως δεν είναι από τα πράγματα που θέλω να μπορώ να θυμάμαι.

 

Στο σπίτι είχαμε σαλόνι και τραπεζαρία που δεν τα χρησιμοποιούσαμε καθημερινά. Επειδή ο πατέρας μου ήταν πολύ κοινωνικός, είχαμε αρκετές φορές κόσμο στο σπίτι και τότε χρησιμοποιούσαμε αυτά τα δωμάτια. Το δωμάτιο που κοιμόμουνα δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Τραπέζι, κρεβάτι. Στο σπίτι είχαμε μια πολύ μεγάλη κουζίνα. Στην κουζίνα διαβάζαμε. Επίσης τρώγαμε πολλά φρούτα, θυμάμαι. Θυμάμαι τα μανταρίνια ένα βουνό πάνω στο τραπέζι. Επειδή βαριόμουνα να διαβάσω, ξεφλούδιζα μανταρίνια και τα έτρωγα. Με τον αδερφό μου μοιάζουμε πολύ στη φάτσα. Ο αδερφός μου έχει πολύ ωραία χέρια. Οι γονείς μου ήταν κανονικοί. Οι άλλοι άνθρωποι θεωρούσαν τη μητέρα μου ψηλή και μου έλεγαν συνέχεια: «Καλά, η μητέρα σου είναι πολύ ψηλή», αλλά δεν είναι. Οι γονείς μου αργήσανε να παντρευτούνε και γι’ αυτό πάντα ήταν μεγαλύτεροι απ’ τους γονείς των άλλων παιδιών - ο πατέρας μου είχε άσπρα μαλλιά και είχε επίσης μια πολύ μεγάλη φαλάκρα. Πέθανε πριν από 16 χρόνια και μου λένε διάφοροι ότι ο πατέρας μου ήταν αρκετά φλύαρος και ότι μίλαγε συνέχεια, αλλά εγώ δεν συμφωνώ, γιατί αυτά που έλεγε ήταν πράγματα που ήθελα να ακούω. Νομίζω ότι ήτανε πολύ όμορφος. Έμεινε στο νοσοκομείο για 3 μήνες πριν πεθάνει, γιατί έπρεπε να του βάζουνε αιμοπετάλια κι εμείς του κάναμε παρέα. Γύρισα απ’ την Αγγλία, το αεροπλάνο ήταν σχεδόν άδειο και ήμουνα στο νοσοκομείο κάθε μέρα. Αυτοί ήταν οι χειρότεροι μήνες της ζωής μου, αλλά ταυτόχρονα μου άρεσε, όχι, είναι ηλίθιο να πω ότι μου άρεσε, δεν μου άρεσε, απλά μιλήσαμε πολύ με τον πατέρα μου αυτό το διάστημα και αυτό ήταν ωραίο. Είχε πολύ ωραία χέρια (παύση), από εκείνον τα πήρε ο αδερφός μου. Πλακωνόμασταν συνέχεια με τον αδερφό μου, παίζαμε πολύ ξύλο, στην κουζίνα, στο τραπέζι με τα μανταρίνια σημείωνα συχνά αυτά που μου έκανε σ’ ένα μπλοκ, για να τα πω στον πατέρα μου όταν γυρίσει. Το χειρότερο που έκανε ήταν αυτό με τη δερμάτινη τη φρικτή μπάλα του ποδοσφαίρου, που μου την πέταγε με δύναμη στο στήθος. Πόναγε παρά πολύ αυτό. Όταν μια φωτογραφία δεν έχει βγει, στενοχωριέμαι, αλλά πολύ λίγο, γιατί το έχω συνηθίσει πια και δεν με πειράζει όσο παλιότερα, δηλαδή μια φωτογραφία που δεν έχει βγει είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ, καθόλου, οπότε δεν υπάρχει λόγος κανείς να στενοχωριέται για κάτι τέτοιο. Πιο πολύ στενοχωριέμαι για φωτογραφίες που δεν είχα τη μηχανή να τραβήξω. Αυτή η κούπα του καφέ που έχεις μπροστά σου και που δεν θα την ξαναδώ με το φως που την βλέπω τώρα. Γι’ αυτό λυπάμαι συνήθως. Που δεν μπορώ να πετύχω ξανά κάτι που είδα και μου άρεσε. Τώρα έχω μια Rolleiflex του ’56, μια Leica M3 του πενήντα κάτι, δεν θυμάμαι ακριβώς, και μια ψηφιακή, αλλά αυτή δεν τη συμπαθώ. Φλας δεν βάζω ποτέ. Το σιχαίνομαι το φλας. Δεν το ξέρω, δεν μπορώ να το δουλέψω, δεν μ’ αρέσει. Το μόνο πράγμα που έχω τραβήξει με φλας είναι κάτι άνθρωποι που χορεύουνε βράδυ. Στο σπίτι, στον τοίχο, έχω κρεμάσει φωτογραφίες φίλων μου, όπως, για παράδειγμα, μια φωτογραφία με μια φωλιά ενός πουλιού πάνω σ’ ένα δέντρο και μια άλλη με μια παραλία στη Σκωτία. Μένω ακόμα σε αυτό το σπίτι στα Κάτω Πατήσια που είχε πάρει ο πατέρας μου για να σπουδάσουνε τα παιδιά. Παλιά είχα πολλούς γνωστούς εκεί γύρω. Τώρα δεν έχω. Πέθανε κι ένας φίλος μου που έμενε κοντά πριν από τρία χρόνια, οπότε πάει κι αυτός. Αυτό είναι το παράξενο με τα Κάτω Πατήσια. Δεν μένει κανείς που μπορεί να ξέρεις. Νομίζω πως έχω φίλους. Όχι φίλους που να μιλάμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Παλιότερα είχα και τέτοιους, αλλά όχι πια. Μου λείπουνε πολύ κάποιοι φίλοι που δεν μένουν στην Ελλάδα. Ο Νίκος, ας πούμε. Στο ΚΤΕΛ, όταν πηγαίνω στο Αλιβέρι, ακούω podcasts .Το Desert Island Discs φέτος έκλεισε κάποια χρόνια και ζήτησε από ακροατές να στείλουνε τα δικά τους 10 αγαπημένα τραγούδια. Έστειλα. Έστειλα αυτό του Nick Cave, το «Carny», από τα Φτερά του έρωτα του Βέντερς, που σε μια σκηνή αυτή βγάζει έναν δίσκο με τη φάτσα του Cave. Έστειλα ένα τραγούδι των Doors, γιατί ο αδερφός μου άκουγε πολύ Doors στο σπίτι και άφηνε τα μαλλιά του μακριά και για να τα στεγνώσει, όταν τα έλουζε, πήγαινε βόλτες μ’ ένα μηχανάκι που είχε και κάποιοι λέγανε ότι πράγματι έμοιαζε στον Morrisson. Έστειλα Smiths, το «Τhere is a light that never goes out». Έστειλα μια διασκευή του «Common People» των Pulp (παύση) και ίσως δεν έπρεπε να στείλω τη διασκευή τώρα που το σκέφτομαι, αλλά το έκανα γιατί με τη διασκευή του William Shatner πρόσεξα για πρώτη φορά τους στίχους. Έστειλα Leonard Cohen. Έστειλα Bach. Έστειλα και Magnetic Fields. Αυτά νομίζω. Είμαι πολύ τακτική. Στο σπίτι, στον καναπέ κάθομαι πάντα στο ίδιο σημείο, αλλά αυτό δεν είναι ιδιοτροπία, είναι επειδή από αυτό το σημείο βλέπω έξω απ’ το παράθυρο, ενώ άμα κάτσω σε κάποιο άλλο σημείο του καναπέ, δεν βλέπω έξω. Με τις κούπες είμαι πολύ ιδιότροπη. Έχω μια συλλογή από κούπες. Μου αρέσουν οι καλής ποιότητας, απλές κούπες που είναι άσπρες ή μπεζ, όχι χρωματιστές, δηλαδή μονόχρωμες με απλά σχήματα. Φοβάμαι να κατεβαίνω σκάλες. Κατεβαίνω σκάλες, αλλά φοβάμαι. Φαντάζομαι, φοβάμαι ότι θα πέσω. Είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα οι σκάλες. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι έχουν σπάσει χέρια και πόδια, πέφτοντας από σκάλες; Έχω μια αγαπημένη κουβέρτα που έχω φτιάξει απ’ τα πουλόβερ του πατέρα μου. Δεν καταλαβαίνω τις γυναίκες που φοράνε ψηλά τακούνια. Δεν καταλαβαίνω αυτούς που φοράνε στενά ρούχα. Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που φοράνε τζιν παντελόνια. Τα τζιν είναι κρύα τον χειμώνα και ζεστά το καλοκαίρι. Μου αρέσουνε αρκετά οι χυμοί και το πρόβλημα είναι ότι μετά πρέπει να πλένεις τον αποχυμωτή και καμιά φορά να πλένεις και το μπλέντερ, αλλά δεν πειράζει, το κάνω. Δεν τρώω οστρακοειδή, δεν τρώω μπάμιες, χαβιάρι (παύση) και συκώτι. Κάποτε φορούσα μόνο μαύρα ρούχα, αλλά πια δεν το κάνω αυτό.

 

Κυρία Βουτυροπούλου, θα ήθελα να μου πείτε πότε κόψατε τα μαλλιά σας.

Ναι, βεβαίως. Τα έκοψα όταν άρχισαν ν’ ασπρίζουν. Αργότερα μπορεί να τ’ αφήσω ξανά, αλλά τωρα μου φαίνεται παράξενο να είναι άσπρα και μακριά τα μαλλιά μου, δεν ξέρω, γενικά είναι τόσο πιο εύκολο να έχει κανείς κοντά μαλλιά, οπότε δεν ξέρω αν υπάρχει λόγος να τ’ αφήσω ξανά μακριά.