ΣAΒΒΑΤΟ 28/5

Προσπαθώντας να βρω τρόπους να ξεφεύγω από τη δυσκολία της καθημερινότητας, καταφεύγω συχνά στο διάβασμα. Και μιλάω πιο συγκεκριμένα για το διάβασμα που οδηγεί στην κουζίνα. Δεν χρειάζεται να είναι βιβλίο μαγειρικής ή κάποιο άλλο εγχειρίδιο με συνταγές. Κάτι που να σε ταξιδεύει. Ας πούμε, στο νέο βιβλίο του Τάρικ Άλι, κάπου στην αρχή ο ήρωας απολαμβάνει ένα εξαιρετικό δείπνο στο σπίτι μιας παλιάς του αγάπης, που είναι παντρεμένη με τον καλύτερό του φίλο για τριάντα χρόνια. Ένα αριστούργημα αληθινής κινέζικης (γιουνανέζικης, πιο συγκεκριμένα) κουζίνας. Ο συγγραφέας αφιερώνει μία περίπου σελίδα για να περιγράψει τα εδέσματα. Τριών λογιών μανιτάρια για ορεκτικό, μαγειρεμένα με διαφορετικούς τρόπους, ανάμεσά τους και το σπάνιο τσι-τζονγκ. Κοτόπουλο ψημένο σε ειδικό σκεύος ατμού με αρωματικά βότανα, σερβιρισμένο με τον ζωμό του, και νουντλ ρυζιού, μαγειρευτές πράσινες πιπεριές, και για επιδόρπιο το περίφημο ρου-σαν, ένα τυρί που κόβεται σε φέτες που έχουν σχήμα βεντάλιας και σερβίρεται με κομπόστα από μάνγκο. Μόλις κάθονται στο τραπέζι η σύζυγος, ο σύζυγος κι ο παλιός εραστής, αυτή λέει: «Ποτέ δεν πίστευα πως θα μαγείρευα για σένα». «Αν δεν είναι καλό, δεν θα μου ξαναμαγειρέψεις», απαντά ο παλιός εραστής. Διαβάζοντας αυτήν τη σελίδα, πρέπει να είναι κανείς πολύ απαθής για να μη διαπιστώσει τον ερωτισμό που μπορεί να περιέχει ένα τραπέζι. Τα μυστικά που κρύβονται πίσω από κάθε μπουκιά, κάθε σερβίτσιο που στοιχίζεται δίπλα στο άλλο με μαθηματική ακρίβεια, τη χαρά της ηρωίδας που καμουφλάρεται πίσω από ένα σκεύος ατμού.

Οι λέξεις του Άλι με οδηγούν στην κουζίνα. Όχι για να μαγειρέψω. Και ειδικά γιουνανέζικη κουζίνα, για την οποία δεν έχω ιδέα. Ανοίγω τα ντουλάπια, κοιτάω πίσω από τα σακούλια με το αλεύρι, μυρίζομαι την εσάνς βανίλιας, δοκιμάζω στο δάχτυλο λίγη γλυκιά πάπρικα, τσεκάρω τις κατσαρόλες και ξεφυλλίζω βιβλία και περιοδικά. Το στρατηγείο μου. Μπορεί να μην είναι μεγάλο και να μην έχει state of the art εξοπλισμό, είναι όμως το μόνο σημείο στην πόλη όπου μπορώ άνετα να κρυφτώ για μέρες. Ακόμα και το κινητό δεν πιάνει σε αυτήν τη λιγάκι αφώτιστη γούβα στο πίσω μέρος του σπιτιού. Εδώ, όλα έχουν μια έκβαση που μπορώ να ανεχτώ. Ακόμα κι οι αποτυχίες έχουν χρησιμότητα. Και βεβαίως, η ησυχία. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την ησυχία της κουζίνας. Παίρνω ένα πεπόνι, το κόβω στη μέση, το αδειάζω από τα σπόρια και το τρώω με το κουτάλι. Τουλάχιστον, ο παράξενος καιρός μάς επέτρεψε να είναι σχεδόν Ιούνιος και να μπορούμε ν’ αφήνουμε πεπόνια και φράουλες εκτός ψυγείου και ν’ απολαμβάνουμε στη σωστή θερμοκρασία τ’ αρώματα και τις γεύσεις τους εν πλήρη δόξη.

ΚΥΡΙΑΚH 29/5

Στο «Saveur» που κυκλοφορεί διαβάζω για τα μικρά, φτηνά εστιατόρια του Τσάρλεστον που αποκαλούνται «Soul Food Cafés». Πρόκειται για μέρη έξω από την τουριστική περιοχή της πόλης που σερβίρουν απλό φαγητό, συνταγές που έχουν τις ρίζες τους στην εποχή των σκλάβων Γκούλα από τη Δυτική Αφρική, οι οποίοι δούλευαν στις φυτείες ρυζιού. Απλά πράγματα. Δυο-τρία πιάτα κάθε μέρα, το κόστος για κάθε γεύμα δεν υπερβαίνει τα δέκα δολάρια. Σκέφτομαι πως αυτή είναι υπέροχη ιδέα και για την Ελλάδα. Όχι άλλο κυριλέ και μεγαλοπαραγωγές. Ένα μαγαζάκι κάθε μέρα να φτιάχνει δύο φαγητά. Ένα όσπριο, ένα κρέας, ένα φτηνό ψάρι. Να τα μαγειρεύει τέλεια όμως, να έχει καλό ψωμί και όχι αλκοόλ. Να τρως και να φεύγεις. Ακούγεται εύκολο, αλλά μάλλον δεν είναι. Αλλιώς, θα το είχαν κάνει ήδη, υποθέτω. Πάντως, αυτό το ρεπορτάζ, που συνοδεύεται βεβαίως από πλήθος συνταγών, μ’ έχει στην κουζίνα και φτιάχνω κέικ. Φίλοι μου, υπάρχει κέικ φράουλα εκεί, στον Νότο της Αμερικής, και όχι μόνο έχει ωραία όψη, αλλά έχει και φανταστική γεύση. Σ’ ένα μπολ βάζω τρία φλιτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις, 1 κουταλάκι Baking Powder, μια πρέζα αλάτι. Σε άλλο σκεύος αναμειγνύω 1 φλιτζάνι γάλα, μισό φλιτζάνι μαρμελάδα φράουλα, την οποία έχω περάσει από σίτα για ν’ αφαιρέσω τα σπόρια, λίγη εσάνς βανίλιας και δύο σταγόνες κόκκινο χρώμα, ειδικό για φαγητό. Στο μίξερ χτυπώ δύο φλιτζάνια ζάχαρη, ένα φλιτζάνι σπορέλαιο και τρία αυγά, μέχρι να έχω ένα αφράτο, απαλό και φουσκωμένο μείγμα. Θέλει περίπου πέντε μ’ έξι λεπτά. Αρχίζω να προσθέτω στο μείγμα αυγών το στερεό και το υγρό μείγμα που ετοίμασα σε τρεις δόσεις, ξεκινώντας και τελειώνοντας με το στερεό. Το ροζ χρώμα του μείγματος είναι απλώς μαγικό!

Το αδειάζω σε δύο ταψιά 9 ιντσών για κέικ και ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο (175) για περίπου 35 με 40 λεπτά. Αφήνω τα κέικ να κρυώσουν εντελώς. Όταν έρχεται η στιγμή να τα σερβίρω, χτυπώ στο μίξερ 250 γρ. βούτυρο μ’ ένα κουτί τυρί κρέμα και μισό φλιτζάνι ζάχαρη άχνη μέχρι ν’ αφρατέψει. Προσθέτω βανίλια κι ένα σφηνάκι λικέρ φράουλας. Βάζω το ένα κέικ σε πιατέλα, απλώνω το 1/3 της βουτυρόκρεμας πάνω του και σκεπάζω με το άλλο κέικ. Απλώνω την υπόλοιπη κρέμα παντού. Το βάζω στο ψυγείο για μία ώρα. Δεν χρειάζεται να πω κάτι άλλο, είναι το κέικ που θα πάρει όλες τις έγνοιες από το κεφάλι σας και, αν βαφτίζετε την κόρη σας αυτό τον καιρό, το απόλυτο κεραστικό. Σας φιλώ.