Το Μπακού, η πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, είναι πια μια μεγαλούπολη δυο εκατομμυρίων κατοίκων, με πολλές πετρελαϊκές εταιρείες και χιλιάδες επιχειρηματίες και εργαζομένους από όλο τον κόσμο. Είναι και η γενέτειρα του μεγάλου σκακιστή Γκάρι Κασπάροβ. Στους σκακιστικούς συλλόγους της πόλης έμαθε τα πρώτα του ροκέ, την ιδανική πρώτη κίνηση, τις σωστές αντιδράσεις στις απειλές του αντιπάλου και τις κινήσεις για το συντομότερο ρουά-ματ.

Ο Ιάσων Τσάκωνας κάθεται απέναντί μου σε ένα μακρόστενο τραπέζι στον πρώτο όροφο του γραφείο του, που βρίσκεται στη γωνία Κεραμεικού και Μυλλέρου, σε ένα καταπληκτικό industrial κτίριο που κάποτε ήταν μηχανουργείο. Ο χώρος έχει την οικειότητα ενός αστικού μποέμικου σαλονιού, όπου όλα είναι προσεγμένα και ταυτοχρόνως ατημέλητα. Στους τοίχους έχει διάφορα έργα τέχνης από αυτά που έχει αγοράσει τα τελευταία χρόνια, κυρίως από νέους καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Έχει την αστική ευγένεια που κληρονόμησε από την καταγωγή του και την αυτοπεποίθηση που απέκτησε από τις σπουδές του στην Αμερική και από τη γρήγορη επιχειρηματική επιτυχία του.

 

«Μεγάλωσα στην Εκάλη. Ήταν μια αποστειρωμένη περιοχή για πλούσιους, η οποία ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, γι' αυτό, όποτε έβρισκα ευκαιρία, κατέβαινα στο κέντρο της Αθήνας. Θυμάμαι να πηγαίνω τις Κυριακές στο Μοναστηράκι, όπου διάφοροι Γεωργιανοί τότε πουλούσαν χαβιάρι και κουβανέζικα πούρα που έφερναν λαθραία στη χώρα. Τα αγόραζα και τα μεταπωλούσα στους φίλους του πατέρα μου για να βγάζω χαρτζιλίκι».

 

Ήταν οι πρώτες αγοραπωλησίες του, μια ένδειξη για το πού θα αποκτούσε έφεση τα επόμενα χρόνια,ένα σημάδι για την επιχειρηματική του πορεία, κάτι που θα κουβαλούσε πάνω του μέχρι σήμερα. Οι γονείς του δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη δουλειά. Ο πατέρας του, κτηματίας, απόγονος του Βεΐκου, και η μητέρα του κόρη κλωστοϋφαντουργού με μεγάλη ακίνητη περιουσία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Δυο κλασικοί αστοί της εποχής που μοίραζαν τον ελεύθερο χρόνο τους σε βιβλία, οικογενειακές συνεστιάσεις και την ανατροφή των τεσσάρων γιων τους.

 

Θα αποφοιτήσει από το Κολέγιο Αθηνών το 1990 και θα πάει στο Cornell στην Αμερική για να σπουδάσει Οικονομικά. «Στον τρίτο χρόνο του πανεπιστημίου πήγα λίγο στη Νέα Υόρκη για να δουλέψω, για να δω αν μου αρέσει να μείνω εκεί. Έπιασα δουλειά σε τράπεζα, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα ότι το αποστειρωμένο corporate περιβάλλον δεν ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία μου». Παίρνει μια μικρή άδεια και πάει για λίγο στη Μόσχα να επισκεφτεί τον αδερφό του, που σπούδαζε εκεί. Μια μέρα βρίσκεται στο γραφείο ενός φίλου του. Στον τοίχο υπάρχει ένας παγκόσμιος χάρτης με σημειωμένα τα σημεία της Γης που διαθέτουν πετρελαϊκά κοιτάσματα. Το βλέμμα του θα σταθεί σε ένα σημείο στην Κασπία Θάλασσα. «Τότε δεν ήξερα καν την ύπαρξη του Αζερμπαϊτζάν. Άρχισα να ρωτάω τι παίζει και όλοι μου έλεγαν να μην ασχοληθώ γιατί η χώρα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αρμενία. Μετά από λίγο καιρό βρέθηκα εκεί για να παρακολουθήσω ένα συνέδριο και τότε συνειδητοποίησα ότι μόλις είχαν αρχίσει να ανοίγουν πρεσβείες και πετρελαϊκές εταιρείες που συναντούσαν δυσκολίες στο να βρουν χώρους να στεγαστούν. Έτσι άρχισα να βοηθάω τον Έλληνα πρέσβη να βρει σπίτι και γραφείο και σύντομα έγινα μεσίτης. Επίσης, τότε παρακολουθούσα και τη νέα κατάσταση στη χώρα με το ξεκίνημα των ιδιωτικοποιήσεων. Χώθηκα στο μπαζάρ των συναλλαγών και έκανα trading των τίτλων που αγόραζε ο κόσμος. Τότε ήταν που άρχισα να βγάζω πολύ καλά λεφτά, με τα οποία έχτισα κτίρια που τα νοίκιαζα σε πρεσβείες. Και όλα αυτά σε μια τριετία».

 

Συνήθως, ο κόσμος αντιμετωπίζει με καχυποψία όσους βγάζουν γρήγορα χρήματα, πόσο μάλλον στο νεφελώδες καθεστώς μια χώρας σαν το Αζερμπαϊτζάν. Ο Τσάκωνας αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε είδους διαπλοκή με την τότε κυβέρνηση, αν και παραδέχεται ότι ο σημερινός υπουργός Οικονομικών είναι φίλος του από εκείνη την περίοδο. Στα τρία χρόνια και όταν άρχισε να ανελίσσεται πολύ, έφυγε. Το γιατί μόνο αυτός το ξέρει. Ο ίδιος εξηγεί ότι αισθάνθηκε ανασφαλής και ότι ίσως τρόμαξε με τη ρωσική κρίση του '99. Θα γυρίσει στην Ελλάδα, διατηρώντας τις επιχειρήσεις του εκεί.

 

Το 2002, ψάχνοντας να αγοράσει σπίτι σε κάποιο κυκλαδονήσι, θα βρεθεί στην Αντίπαρο. Είδε διάφορα σπίτια κοντά σε παραλίες και σε προνομιούχα μέρη, αλλά κανένα δεν του έκανε «κλικ». «Θέλω ένα μέρος σε ύψωμα με ωραία θέα», είπε σε έναν φίλο του από τον στρατό που τον ξεναγούσε στο νησί. «Υπάρχει αυτή η κορυφή στο βουνό εκεί πάνω, αλλά είναι το χειρότερο μέρος του νησιού, γιατί το χτυπάνε οι βοριάδες. Κανένας δεν θέλει να πάει να χτίσει εκεί», του απάντησε.

 

Ο Τσάκωνας πήγε. Και αγόρασε αμέσως 16 στρέμματα γης και σταδιακά έφτασε τα 100. Και από το ένα σπίτι που έχτισε για τον εαυτό του κατέληξε, μέσα σε λίγα χρόνια, να έχει 24,σχεδιασμένα από γνωστούς Έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες, κερδίζοντας πολλά διεθνή βραβεία και ένα μεγάλο αφιέρωμα στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Wallpaper».

 

Οι ντόπιοι στο νησί τον έχουν, μάλλον, κάπως σαν ευεργέτη τους. Οι παραδοσιακοί επισκέπτες που αγάπησαν το μέρος από τη δεκαετία του '80 για τον αναρχικό χαρακτήρα του και είδαν τα τελευταία χρόνια να γεμίζει σκάφη, κυριλέ μπαρ και κάμερες τηλεοπτικών καναλιών, τον καταχώρισαν στους εχθρούς τους. Η αλήθεια είναι ότι όσο και αν αλλοιώθηκε σε έναν βαθμό η ανθρωπογεωγραφία του νησιού (κάτι στο οποίο ο Τσάκωνας δεν αρνείται ότι συνέβαλλε), τα σπίτια που έχτισε η εταιρεία Oliaros είναι υπόδειγμα περιβαλλοντικού σεβασμού και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Όπως και να 'χει, ήταν ήδη ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, ένας επιθετικός, νέος επιχειρηματίας με φαινομενικά καλές προθέσεις, που αντιμετώπιζε όμως την καχυποψία όσων δεν γνώριζαν το background του. Και ύστερα ήρθε το Μεταξουργείο. Και ο Κεραμεικός.

 

Με μία άνευ προηγουμένου για το εγχώριο real estate κίνηση,αποφασίζει να επενδύσει σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά του κέντρου της Αθήνας, αγοράζοντας σε μικρό διάστημα 65 ακίνητα και οικόπεδα με την προοπτική να τα ανακαινίσει, να χτίσει κάποια εκ νέου και να δημιουργήσει ένα αρχιτεκτονικό θαύμα (οι μελέτες που έχει κάνει, τα ονόματα των αρχιτεκτόνων που υπογράφουν και τα σχέδια που μου δείχνει για τα υπό ανέγερση κτίρια είναι όντως εντυπωσιακά). Αρχικά, θα το κάνει αθόρυβα. Κανένας, εκτός από τον κλάδο του, δεν γνωρίζει το μέγεθος της επένδυσής του. Μέχρι που το 2007 αποφασίζει να διοργανώσει την έκθεση τέχνης Remap και να βάλει έργα τέχνης στα ακίνητα που είχε στην κατοχή του. Το arty κοινό της πόλης ενθουσιάζεται. Οι οίκοι ανοχής της περιοχής, η ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, ο underground χαρακτήρας του project συγκεντρώνουν κόσμο που ίσως να μην είχε περάσει ποτέ από την Ιάσωνος, την Κεραμεικού, την Αγησιλάου και την Κολωνού. Όμως,όταν αποφασίζεις να βγεις στην αρένα πρέπει να περιμένεις και τα λιοντάρια.Στις 19 Ιουνίου του 2009 (και με αφορμή το δεύτερο Remap) η «Ελευθεροτυπία» θα τυπώσει ένα θέμα με τίτλο«Η σκούπα της σύγχρονης τέχνης»,κατηγορώντας τον Τσάκωνα ότι για τις ανάγκες του Remap εκτόπισε δεκάδες μετανάστες που έμεναν στα ερείπια που χρησιμοποίησε η έκθεση. Εν τω μεταξύ, από το 2007 η αρχιτέκτων Ελένη Τζιρτζιλάκη είχε ήδη εκφράσει δημοσίως τις αντιρρήσεις της για το σχέδιο του Ιάσωνα Τσάκωνα. «Κάποιος καλλιτέχνης μας είπε ότι όταν πήγε πρώτη φορά στον χώρο που του έδωσαν, μέσα ήταν κάποιοι μετανάστες, όταν ξαναπήγε είχαν φύγει. Κάποιοι άλλοι είπαν ότι για να φύγουν αυτοί που έμεναν μέσα, τους έκοψαν το ρεύμα...», θα αναφέρει στο εισαγωγικό της σημείωμα στη συζήτηση που έγινε τότε επί του θέματος στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Futura.

Ο Τσακωνας θα θορυβηθεί. Μάλλον δεν περίμενε μια τέτοιου είδους αντίδραση στο σχέδιό του. Παρ' όλα αυτά, δεν βγήκε ποτέ να απαντήσει δημοσίως (εκτός από μια επιστολή στην «Ελευθεροτυπία») παρά μόνο πριν από λίγους μήνες και εδώ, που θα πει κάποια πράγματα για πρώτη φορά. «Όντως, σε κάποια από αυτά τα σπίτια υπήρχαν άνθρωποι που είχαν καταλάβει τον χώρο και έμεναν σε άθλιες συνθήκες. Σε αυτούς είχα δώσει, χωρίς να νομιμοποιούμαι να το κάνω, δυο ετών ενοίκια για να φύγουν και να βρουν αλλού ένα κατάλυμα. Η κυρία Τζιρτζιλάκη αναφέρεται σε ένα μεμονωμένο γεγονός. Ήταν ένας μετανάστης που εξέδιδε γυναίκες, ο οποίος είχε καταλάβει ένα κτίριο κι έκλεβε νερό και ρεύμα από τον τυπογράφο του ισογείου. Μετά από ειδοποιήσεις έξι μηνών, μια μέρα βάλαμε ρολά στον χώρο για να μην μπορέσει να επιστρέψει. Τώρα, αν πάρεις αυτό το περιστατικό και βγάλεις συμπεράσματα γι' αυτό που προσπαθώ να κάνω στην περιοχή, τι να πω...».

 

Περίπου 5 χρόνια μετά τις εξαγορές, κανένα project δεν έχει προχωρήσει, παρά μόνο οι εξαιρετικές μελέτες που έχουν γίνει για την περιοχή με τη συνεργασία του γραφείου Δοξιάδη (και που, αν ποτέ υλοποιηθούν, θα μιλάμε για ό,τι πιο πρωτοποριακό έχει γίνει ποτέ στη χώρα). Λίγο η γραφειοκρατία με τις αδειοδοτήσεις (16 από τα κτίρια είναι διατηρητέα), λίγο η οικονομική κρίση, λίγο το γεγονός ότι η περιοχή δεν δείχνει ακόμα να διαθέτει μια στοιχειώδη καθαριότητα και ασφάλεια, το αρχικό πλάνο του Τσάκωνα έχει παρεκκλίνει χρονικά (αν και τα πρώτα δυο κτίρια θα ξεκινήσουν τις επόμενες ημέρες). «Οι οίκοι ανοχής έχουν γίνει 35 από 25. Πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει το κράτος αν θέλει να τους νομιμοποιήσει και να κάνει εδώ τη "γειτονιά της αγάπης" ή να τη μεταφέρει έξω από την πόλη, όπως λέει και ο Μπουτάρης για τη Θεσσαλονίκη. Αν τους νομιμοποιήσει το κράτος, τότε θα τα κάνω κι εγώ πορνεία τα κτίριά μου. Οι τύποι με τα πορνεία μού τα ζητάνε συνεχώς. Αν τα νοικιάσεις, μπορείς να πάρεις 25-30 ευρώ ανά μέτρο τον μήνα. Το μέσο πορνείο είναι 90 τετραγωνικά, οπότε παίρνεις 2.500 χιλιάρικα για ένα ερείπιο. Αλλά εγώ δεν ήρθα εδώ για να κάνω αυτό».

 

Μου μιλάει ακατάπαυστα για περισσότερες από 3 ώρες, χωρίς ποτέ να χάνει τον ειρμό της σκέψης του και τη σταθερότητα της φωνής του. Έχει έναν τρόπο να σε υπνωτίζει, ένα εκπληκτικό επικοινωνιακό χάρισμα που συνήθως συναντάς σε έμπειρους πολιτικούς και σχεδόν μηδαμινή έπαρση - πράγμα σπάνιο για έναν 38 επιχειρηματία που έχει καταφέρει τόσο πολλά.

 

«Ούτε είμαι ένα τίποτα ούτε αυτός που έκανα το τρελό take over στην περιοχή. Και σε όσους με ρωτάνε γιατί ανακατεύομαι τόσο πολύ με την περιοχή απαντάω "μακάρι να έρθει κάποιος άλλος να το κάνει". Αν είμαι λαμόγιο, μακάρι να ήταν όλα τα λαμόγια σαν κι εμένα».

 

Μέσα στην εβδομάδα που διανύουμε θα καταθέσει στον δήμο ένα σχέδιο με 13 κινήσεις που μπορούν να γίνουν μέσα σε 12 μήνες για την ανατροπή της υποβάθμισης της περιοχής, οι περισσότερες εκ των οποίων βρίσκονται στη σφαίρα της κοινής λογικής. Ο Τσάκωνας παίζει το τελευταίο του χαρτί. Την κίνηση που μπορεί να τον φέρει κοντά στο ρουά-ματ, όπως εκείνος ο διάσημος Ρώσος σκακιστής που γεννήθηκε στην πόλη απ' όπου και για τον ίδιο ξεκίνησαν όλα.

 

Φεύγοντας από το γραφείο του, σταματάω στις σκάλες όπου υπάρχει ένα έργο από neon του Δανού καλλιτέχνη Jeppe Hein, στο οποίο αναγράφεται το εξής: «Why do you keep looking for greatness?».