Ο δεκάχρονος Φάνης είδε τον μικρό Αρίζ σε ένα ρεπορτάζ της γερμανικής τηλεόρασης. Ήταν στη δική του ηλικία. Σίγουρα, στη Συρία, στο σχολείο, θα πήγαινε την ίδια τάξη. Φορούσανε και το ίδιο μπλουζάκι. Ένα μαύρο t-shirt που έγραφε πάνω του star wars. Ο Αρίζ είπε στο δημοσιογράφο που τον ρώτησε πως περίμενε να ανοίξουν τα σύνορα για να μπορέσει να πάει στη Γερμανία. Ο Φάνης ήταν ήδη στη Γερμανία. Τους δέκα τελευταίους μήνες ζούσε εκεί με τους δύο γονείς του. Ο Αρίζ όμως δεν είχε γονείς. Τους είχε χάσει στο δρόμο. Ήταν ένα παιδί ασυνόδευτο - έτσι τα έλεγαν, του εξήγησε ο πατέρας του.


Ο Φάνης εκείνο το βράδυ είδε στο όνειρο του το ίδιο ρεπορτάζ, μόνο που τώρα στη θέση του δημοσιογράφου ήταν ο ίδιος και δίπλα του ο Αρίζ, που δεν είχε μόνο την ίδια ηλικία και το ίδιο μπλουζάκι αλλά είχε και το ίδιο, το δικό του πρόσωπο. Ήταν ο ίδιος του ο εαυτός απέναντί του – που του απαντούσε αραβικά στις ερωτήσεις που του έκανε ο ίδιος στα γερμανικά! (Μα καλά πότε πρόλαβε και έμαθε τόσο γρήγορα και γερμανικά και αραβικά, αναρωτήθηκε για μια στιγμή ο Φάνης). Ξαφνικά, ο ήχος κόπηκε. Τα λόγια που βγαίναν από το στόμα του Αρίζ δεν ακούγονταν. Ακούγονταν μόνο το δάκρυα που έβγαιναν από τα μάτια του. Και αμέσως μετά, ένα μαύρο σύννεφο τους τύλιξε και άρχισε να βρέχει δυνατά. Ο Φάνης ξύπνησε πάνω σε ένα βρεγμένο μαξιλάρι – ένα μαξιλάρι που μύριζε βρεγμένο χώμα και φρέσκα δάκρυα. Το σήκωσε και είδε από κάτω ένα σαλιγκάρι.

Ένα σαλιγκάρι που κουβαλούσε στην πλάτη του ένα κόκκινο, ολοκόκκινο κουβάρι . Μόλις ο Φάνης πήρε στα χέρια του το κουβάρι, το σαλιγκάρι πέτρωσε. Πάνω στη ράχη του, ο Φάνης διάβασε μια χαραγμένη φράση που έλεγε:

 

« Φτιάξε με το σπάγκο αυτό, τον δικό σου μαγικό χαρταετό»


Σε δυο μέρες ήταν η καθαρή Δευτέρα. Η πρώτη καθαρή Δευτέρα που θα γιόρταζε μακριά από την Ελλάδα. Την επόμενη κιόλας μέρα – Κυριακή – ο Φάνης φώναξε τους δύο κολλητούς του, τον Κλάους και τον Ιβάν και τους είπε για το όνειρο. Μετά οι τρεις φίλοι πήγαν μαζί στην αγορά, αγόρασαν όλα τα υλικά – κόλλες χαρτί, ξυλάκια, σύρμα, τέμπερες - όλα εκτός από σπάγκο – και στρώθηκαν στη δουλειά. Σχεδίασαν, μέτρησαν, έκοψαν, ζωγράφισαν, κάρφωσαν, έδεσαν, στερέωσαν, κόλλησαν και σε λίγη ώρα ο χαρταετός ήταν έτοιμος. Πανέμορφος, πολύχρωμος, φανταστικός!


Την επόμενη μέρα ξημέρωνε Καθαρή Δευτέρα για τον Φάνη και μια κανονική Δευτέρα για τον Κλάους και τον Ιβάν, αλλά μια μαγική, διαφορετική Δευτέρα και για τους τρεις μαζί. Τη νύχτα εκείνη οι τρεις φίλοι είδαν το ίδιο όνειρο. Ένα όνειρο που τους αποκάλυπτε τι ακριβώς θα γινόταν με τον χαρταετό.Το πρωί που ξύπνησαν τηλεφωνήθηκαν, ενθουσιασμένοι με αυτό που επρόκειτο να συμβεί . Ήταν σίγουροι και οι τρεις πως το όνειρό τους θα γινόταν πραγματικό. Ετοιμάστηκαν, πήραν το χαρταετό τους και αντί να πάνε στο σχολειό, πήγανε σε ένα μικρό λόφο έξω από την πόλη. Η μέρα ήταν ιδανική για πέταγμα αετού. Με το που άρχισαν να ξετυλίγουν το μαγικό κόκκινο σπάγκο, ο χαρταετός απογειώθηκε και άρχισε να ανεβαίνει με δύναμη με χάρη και με ορμή, ψηλά στον ουρανό. Σε λίγο ανέβηκε ψηλά πολύ ψηλά και άρχισε να φεύγει μακριά πολύ μακριά. Τα παιδιά αμόλαγαν καλούμπα, μα η καλούμπα δεν τέλειωνε ποτέ. Ο χαρταετός συνέχιζε καμαρωτός και λικνιστός το ταξίδι του. Πέρασε πάνω από κάμπους και πεδιάδες, πάνω από λόφους και βουνά, πάνω από λίμνες και ποτάμια και πάνω από πόλεις και χωριά μέχρι που έφθασε ακριβώς πάνω από τον Αρίζ. Ο μικρός στεκόταν ακριβώς από κάτω, όρθιος μέσα στις λάσπες , αλλά γεμάτος χαρά. Τα μάτια του έλαμψαν από την πρώτη στιγμή που διέκρινε τον χαρταετό ψηλά στον ουρανό. Ήταν σαν να τον περίμενε. Ναι, σίγουρα τον περίμενε. Είχε δει και αυτός την προηγούμενη νύχτα το ίδιο όνειρο.


Η ουρά του αετού ζωντάνεψε. Έγινε μια λαμπερή, πολύχρωμη και φουντωτή ουρά δράκου που μεγάλωνε και μάκραινε μέχρι που πλησίασε χαμηλά στη γη, τυλίχτηκε γύρω από τον Αρίζ, τον αγκάλιασε σφιχτά , τον ανέβασε ψηλά στον ουρανό και τον ακούμπησε με προσοχή πάνω στον χαρταετό. Ο Αρίζ είχε γίνει χαρούμενος και ανάλαφρος σαν πούπουλο! Ένιωθε σαν αστροναύτης πάνω σε χάρτινο χρωματιστό φεγγάρι και κρατήθηκε γερά για να μη τον πάρει ο αέρας.


Ο Φάνης, ο Κλάους και ο Ιβάν άρχισαν να μαζεύουν την μαγική καλούμπα και ο χαρταετός ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Πέρασε πάνω από κλειστά σύνορα και υψωμένους φράχτες, πάνω από πέτρινα τείχη και αγκαθωτά συρματοπλέγματα, πάνω από σφραγισμένες πόλεις και κλειδαμπαρωμένες πολιτείες, πάνω από απόρθητα φρούρια και οχυρωμένα κάστρα, πέρασε πάνω από κλειστές πατρίδες και περίκλειστες καρδιές και προσγειώθηκε σε μια ανοιχτή καταπράσινη ανοιξιάτικη πλαγιά και σε μια ανοιχτή, ολάνοιχτη, ζεστή, τριπλή αγκαλιά.