Ο καιρός ήταν ασυνήθιστα μουντός για την Ελλάδα για τέτοια εποχή, σκέφτηκα την ώρα που προσγειωνόταν το αεροπλάνο στην Αθήνα, κοιτώντας από το παράθυρο. Δεν με ενοχλούσε καθόλου όμως αυτό. Ταίριαζε με τη βαθύτερη ψυχολογική μου κατάσταση, ένα μείγμα έντονης αγωνίας και φαρμακερών Ερινύων. Ταυτόχρονα η αίσθηση του κενού στο στομάχι. Κι αν "φύγει" ο μπαμπάς, για πάντα αυτή τη φορά; Προσπαθούσα μάταια να σκεφτώ άλλες στιγμές της ζωής μου, που είχα περάσει δύσκολα, για να πάρω κουράγιο. Οταν χώρισαν οι γονείς μου, όταν έδινα πανελλήνιες, όταν με χώρισε ο Γιάννης... Γίνεται να τα ξαναζήσω όλα ταυτόχρονα αρκεί να μην χάσω τον πατέρα μου, σκέφτηκα, παζαρεύοντας λες με τον Θεό.


Στη διαδρομή από το αεροδρόμιο σκεφτόμουν συνεχώς το τηλεφώνημα της μαμάς, όταν μου είπε πόσο σοβαρά ήταν πλέον τα πράγματα και πως έπρεπε να επιστρέψω στην Ελλάδα για να τον δω. Ηξερα για την μάχη του με την επάρατο, τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν είχα τόσο ανησυχήσει, ο ίδιος ήταν πάντα καθησυχαστικός και μέσα μου είχα την εντύπωση που έχουν πολλά παιδιά για τους γονείς τους... Πως ήταν άτρωτος... και αιώνιος μαζί.


Δωμάτιο έξι. Στην δεξιά πτέρυγα.


Οταν μπήκα στο δωμάτιο, αποχώρησαν όλοι. Λες και ένιωσαν πως μας χρώσταγαν μια στιγμή ιδιωτικότητας μετά από όλα όσα είχαν ειπωθεί για να μας χωρίσουν. Πείτε μου μετά, ποιό είναι αυτό το σπίτι, που δεν χωρίζεται σε στρατόπεδα, όταν χωρίζουν οι γονείς του. Πείτε μου, ποιός είναι αυτός που αντιστέκεται στον πειρασμό, να σηκώσει το δάχτυλο και να δείξει τον ένοχο. Γιατί; Γιατί πάντα πρέπει να υπάρχει ένας κακός που θα τον κάψουμε, για να ικανοποιηθούν μέσα μας όλα τα άγρια ένστικτά μας. Και για να αποδοθεί δικαιοσύνη φυσικά.. Για αυτό οι δημόσιοι αποκεφαλισμοί στο παρελθόν. Για αυτό καίμε τον Ιούδα στο χωριό, κάθε χρόνο.


Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του, μόλις με είδε. Κάθισα δίπλα του και όλη η ζωή μας πέρασε μπροστά μου σε δευτερόλεπτα. Πως έμαθα ποδήλατο και πολλαπλασιασμό, πως με έβαζε να κάθομαι στους ώμους του, πως ετοιμάζαμε τι μουσική θα παίξουμε στα πάρτι μου... Ο χαρταετός της Καθαροδευτέρας που ήταν πάντα ο πιο ψηλός.


-Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη, μου είπε μετά από λίγο.


-Δεν υπάρχει κανένας λόγος για αυτό, του είπα αλλά εκείνος επέμενε.


Όταν γεννήθηκες και σε κράτησα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, ένιωσα πως ήσουν το πιο βαρύ πράγμα, που είχα σηκώσει ποτέ. Κάπου ανάμεσα στα συγχαρητήρια των συγγενών και φίλων που γίναμε γονείς, έδωσα μέσα μου μια υπόσχεση. Να μην αισθανθείς ποτέ άσχημα εξαιτίας μου, να είσαι πάντα περήφανη για τον πατέρα σου παιδί μου... Και ξέρω πως μετά το διαζύγιο με την μητέρα σου και όσα εκτυλίχθηκαν τότε, αθέτησα αυτήν μου την υπόσχεση.


Οι ερινύες μας κατέτρεχαν όλους λοιπόν... Προσπάθησα να του μαλακώσω την ανήσυχη ψυχή του, κλάψαμε, γελάσαμε και μείναμε πολύ ώρα αγκαλιασμένοι.


Ο μπαμπάς μου έφυγε έναν μήνα μετά. Γράφω για να του ζητήσω με τη σειρά μου συγνώμη για τις μέρες που στερηθήκαμε, επειδή ήθελα να τον τιμωρήσω. Στην ηλικία μου και ενώ ακόμα δεν έχω αποφασίσει καν μόνιμο τόπο κατοικίας, εκείνος πήρε την απόφαση να φέρει έναν άνθρωπο στον κόσμο, εμένα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ένας φίλος μου, καλή του ώρα, μου είχε πει πως το στεφάνι της αγάπης μας προς τον άλλον είναι καθαρό και ανυστερόβουλο, όταν συνεχίζουμε να τον αγαπάμε, ακόμα κι όταν οι πράξεις του έρχονται σε κόντρα με τα θέλω μας.


Μπαμπά ελπίζω να πήγες στην αλήθεια, όπως είπε η γιαγιά, όπως λένε στο χωριό και να βρήκες την ειρήνη, που δεν μπόρεσες να βρεις εδώ. Σ' αγαπώ. Θα τα ξαναπούμε. Το κοριτσάκι σου.