Στέκομαι στο παράθυρο. Κρατάω τον καφέ μου. Απέναντι ο λόφος Φιλοπάππου. Και από κάτω απλώνονται αμέτρητες πολυκατοικίες με αμέτρητα παράθυρα και μπαλκόνια. Αναρωτιέμαι ποιον φιλοξενεί το καθένα. Κοιτάω τις μικρές λεπτομέρειες που ίσως θα μου αναδείξουν κάποια στοιχεία ταυτότητας του ιδιοκτήτη. Δείξε μου το μπαλκόνι σου να σου πω ποιος είσαι. Πόσες εσώκλειστες ψυχές την εποχή της πανδημίας συνυπάρχουμε σιωπηλά στην Αθήνα στα τσιμεντένια μας κλουβιά;


Πάντα με γοήτευαν τα μπαλκονάκια της Αθήνας. Μα την περίοδο του εγκλεισμού τα παράθυρά μας και τα μπαλκόνια μας απέκτησαν μια νέα δυναμική, μια κυριολεκτική και ταυτόχρονα μεταφορική σημασία. Δέθηκαν λίγο πιο πολύ με την ύπαρξή μας. Με την ανάγκη μας για κοινωνική συναναστροφή ή αποτελούν και την «έξοδό» μας από το σπίτι. Στην απέναντι πολυκατοικία στο στενό του μπαλκόνι ένας μεσήλικας κύριος πίνει καφέ και αυτός διαβάζοντας εφημερίδα. Με κοιτάει... τον κοιτάω. Σκέφτηκα να χαμογελάσω μα χάθηκε στην εφημερίδα του, πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου.


Συνεχίζω να κοιτάω, συνεχίζω να μετράω. Μπαλκόνια λογιών λογιών διαστάσεων και χρωμάτων. Κάποια τόσο οργανωμένα και περιποιημένα κι άλλα σχεδόν σαν αποθήκη, στοιβαγμένα με απομεινάρια αναμνήσεων ή χρήσιμων αντικειμένων που πλέον μπήκαν στη λίστα των περιττών: φουσκωτά από το καλοκαίρι, παλιές βαλίτσες, μια σιδερώστρα. Στο άλλο μια ελληνική σημαία ταπεινά περιμένει μες στη γλάστρα μεσίστια.

 

Την εποχή της πανδημίας, στην Αθήνα, μα και σε όλο τον κόσμο, μένουμε σπίτι μα συνεχίζουμε να βρίσκουμε τρόπους να δημιουργούμε, να υπάρχουμε, να επικοινωνούμε, να ζούμε δίπλα-δίπλα ο ένας από τον άλλο κι ας μην επιτρέπεται η κοινωνική συναναστροφή.


Άλλα μπαλκόνια ντυμένα πράσινα με γλάστρες, κόκκινα λουλούδια, μια όαση κι άλλα γυμνά, μα όμορφα μες στην απλότητά τους.
Σε ένα ξεχωρίζω ένα κόκκινο παιδικό ποδήλατο που αναμένει να τελειώσουν τα απαγορευτικά μέτρα, ένδειξη μιας ανυπόμονης παιδικής ψυχής που κατοικεί στο διαμέρισμα. Λίγο πιο κάτω μία γιαγιά με χαιρετάει. Και η δική της ανυπόμονη ανάγκη για ένα καλημέρα είναι έκδηλη στα πλεγμένα της δάχτυλα σαν γέρνει προς το κάγκελο της βεράντας της. Τα χέρια μας πεθυμήσανε υφή ανθρώπου και αγκαλιές. Άραγε σε πόσα από αυτά τα διαμερίσματα μένουν άνθρωποι μόνοι; Σε πόσα άλλα συνυπάρχουν ζευγάρια που όμως ζουν μοναχικά; Και σε πόσα από αυτά σαν ανοίγουν τα παντζούρια το πρωί ξεχύνεται έξω αγάπη και ευτυχία;


Ακούω ένα πιάνο που σταματάει τη σκέψη μου για λίγο. Κάποια παιδιά φωνάζουν και παίζουν σε μια ταράτσα διπλανής πολυκατοικίας. «Ένα... δύο... τρία...» λέει μια αγορίστικη ζωηρή φωνή. «Δεν θέλω μαμά» ακούγεται από ένα άλλο. Κλάμα και μετά σιγή.


Βλέπω τα περιστέρια να ψάχνουν για φαγητό στα μπαλκόνια αφού οι δρόμοι άδειασαν από περαστικούς και ψίχουλα. Από κάτω οι αθηναίοι αστικοί γάτοι βολτάρουν πιο ευτυχισμένοι από ποτέ με ύφος σχεδόν ειρωνικό και επιδεικτικό: αυτοί έχουν την ελευθερία τους.


Το βλέμμα μου συνεχίζει την εξερεύνηση. Πόσες ιστορίες, λοιπόν, αφηγείται το κάθε μπαλκόνι; Πόσες ιστορίες έζησε; Πόσοι ερωτεύτηκαν σε μια βεράντα ένα ανοιξιάτικο βράδυ; Πόσοι δάκρυσαν;


Άλλα ανοίγουν να υποδεχθούν τον ήλιο και κάποια χειμώνα καλοκαίρι παραμένουν σχεδόν πάντα κλειστά σαν ανθρώπους με σφραγισμένα αγέλαστα στόματα που κρύβουν μυστικά.


Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα την εποχή της πανδημίας βγαίνω έξω και ψάχνω ανθρώπους στα μπαλκόνια. Μια κυρία που απλώνει ρούχα. Ένα ζευγάρι που μιλάει ψιθυριστά. Μια γυναικεία φωνή που ακούγεται τόσο δυνατά λες και είναι μέσα στο δικό μου σπίτι. Μια άλλη κυρία που βγήκε για τσιγάρο και καπνίζει τόσο βιαστικά και αγχωτικά. Και έναν έφηβο χαμένο στο κινητό του. Να που μια φορά η απορρόφησή τους από την τεχνολογία θα προστεθεί στη λίστα των θετικών και δεν θα τους κατηγορήσουν οι μεσήλικες. Το κινητό τους είναι η δική τους έξοδος διαφυγής. Το δικό τους «μπαλκόνι».


Την εποχή της πανδημίας, στην Αθήνα, μα και σε όλο τον κόσμο, μένουμε σπίτι μα συνεχίζουμε να βρίσκουμε τρόπους να δημιουργούμε, να υπάρχουμε, να επικοινωνούμε, να ζούμε δίπλα-δίπλα ο ένας από τον άλλο κι ας μην επιτρέπεται η κοινωνική συναναστροφή.


Και με κάθε ευκαιρία τα απέναντι μπαλκόνια ή έστω κάποια από αυτά, σκάνε ένα καλημέρα, ακούγεται ένα γέλιο, μια ιστορία και βρίσκουν οι άνθρωποι τρόπους να συνυπάρξουν έστω για μια στιγμή.


Και από «συγκρατούμενοι» γινόμαστε και πάλι γείτονες.


Καλή δύναμη σε όλους. Βρέστε τα δικά σας μπαλκόνια κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες διάπλατα και ξεχυθούμε στους δρόμους. Δεν ξέρω τι μήνας θα είναι. Μα θα είναι «άνοιξη».