Καθώς οι θερινές διακοπές φτάνουν αισίως στο τέλος τους, σε όλους μας μένουν  λίγο ως πολύ αρκετές αναμνήσεις. Ανάμεσά τους, ακόμα και η μικρή ταλαιπωρία του ταξιδιού με  οποιοδήποτε μέσο και αν γίνεται, ειδικά όταν πρόκειται για το  παραδοσιακό και σχετικά φθηνό ΚΤΕΛ.

Αποχωρώντας από τις φανταστικές διακοπές μου στη Ναύπακτο ήρθα αντιμέτωπος με μια εικόνα που μου ξύπνησε -πριν καν φτάσω στην Αθήνα και στην διεφθαρμένη της καθημερινότητα -το αίσθημα της απογοήτευσης και του θυμού. Ο γηράσκων ταμίας του ΚΤΕΛ εξοπλισμένος με Bluetooth και προφορά Οxford ορεινής Ναυπακτίας, έβαζε τα δυνατά του ώστε να φτάσει στο maximum της αγένειας του, ενημερώνοντας με με το all time classic απεχθές προς τους πρωτευουσιάνους ύφος πως «είνι αδύνατου να φυγ’ς χουρίς κράτησ’»(μτφ : Είναι αδύνατον να φύγεις χωρίς να έχεις κάνει κράτηση), λέγοντας μου ωστόσο πως εάν υπάρξει κάποια ακύρωση της τελευταίας στιγμής θα με ενημερώσει.

Αναμένοντας τάχα μου αδιάφορος, αντίκρισα ύστερα από 5 λεπτά, έναν «καθ εικόνα και ομοίωση» των γλωσσικών χαρακτηριστικών του ταμία, πολίτη και πιθανώς ντόπιο να παρακάμπτει την ουρά 5 ατόμων λέγοντας με το κουτοπόνηρο και συνωμοτικό ύφος του Έλληνα  και σκυμμένος  παραπλεύρως του ταμείου « Αντωνάκ, έχω εδώ ένα ανιψούδ, θα το βολέψουμε στου κτέλι?». Αυτομάτως , το μεταφραστικό μου σύνδρομο παρεκάμθη νιώθοντας τον  αμφιβληστροειδή μου να γυρίζει ανάποδα και την πίεση μου να θέλει να μπει στο βιβλίο Γκίνες, όχι τόσο από την ερώτηση του αγενούς ντόπιου, όσο από το πονηρό κλείσιμο του ματιού του ταμία και του ύφους της δήθεν οmerta.

Παρά την πλήρη χαλάρωση των τελευταίων ημερών, εκτινάχθηκα επάνω σαν ελατήριο και αφού περίμενα υπομονετικά την σειρά μου, φτάνω στο ταμείο αραδιάζοντας όλες τις κάρτες και εκείνα τα κακόγουστα διαπιστευτικά ταμπελάκια των τοπικών media που μαρτυρούν την δήθεν δημοσιογραφική μου ιδιότητα , (ευλογημένη θήκη του πορτοφολιού μου που είχε κάποιες ξεχασμένες  κάρτες από το site που εργάζομαι)  και λέγοντας με το σπαστικό μου υφάκι και με τον ίδιο συνωμοτικό τρόπο« Επειδή το «ανηψούδι» μπήκε από την πίσω πόρτα, αν δεν μου βγάλεις εισητήριο θα έχουμε θέματα». Το ξέρω, έγινα και εγώ μέρος αυτού του σιχαμένου πελατειακού συστήματος, ωστόσο η κίτρινη φάτσα του ταμία ήταν όλα τα λεφτά. Η ταχύτητα του δε, ήταν εκπληκτική αφού ξεπέρασε τον Usain Bolt, εκδίδοντας μου εντος λίγων δευτερολέπτων  το πολυπόθητο εισητήριο , χαμογελόντας μου  σχεδόν ιδρωμένος σαν υπάλληλος της air France.Το αποτέλεσμα ήταν οι γιαγιάδες  παρά δίπλα να με κοιτούν με αίσθημα ικανοποίησης και εμένα να προχωρώ με ένα στυλ James Bond προς το λεωφορείο του γυρισμού. Η πρώτη γεύση από Αθήνα, δόθηκε στην Ναυπακτο.

Το συμπέρασμα από ολο αυτό το σούσουρο είναι ένα : Η χώρα διατρέχεται κάθετα και σε όλες της εκφάνσεις της από την «ξιφολόγχη» του μέσου και της διαφθοράς. Οι υμέτεροι και οι κουμπάροι, εκείνοι που θα τους κεράσεις ένα τσίπουρο στο καφενείο η θα τους στείλεις ένα καλάθι με ποτά στο γραφείο για να κάνεις την δουλειά σου βρίσκονται ακόμα και εκεί που δεν το περιμένεις, ακόμα και στις στιγμές χαλάρωσης των διακοπών, έτοιμοι να κρατήσουν ψηλά το λάβαρο της διαφθοράς και της λαμογιάς και να δώσουν όχι μονο άλλο ένα –έστω αμυδρό- χτύπημα στην χώρα τους , αλλά και να δώσουν αφορμή για ερειστικά και «Ρεσλερικά» σχόλια εναντίον της χώρας. Υπερβολικός? Ίσως. Απλά αναλογιστείτε τι θα συνέβαινε εάν κάποιος γερμανός με την δική μου παλαβομάρα βρισκόταν αντί εμού στο πρακτορείο.