Τα δύο κείμενα μου τα έστειλε η Ελένη για τη στήλη «Πολύ Κακές Κριτικές» και την ευχαριστώ. 

 

Δεν είναι σφαγιαστικές κριτικές όμως, όπως αυτές που μπαίνουν συνήθως στη στήλη. Είναι μάλλον ευγενή -και κατά τόπους ίσως δυσνόητα- αναγνώσματα, που αν και μακροσκελή τα διάβασα ολόκληρα. 

 

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Θανάσης Πολλάτος, διδάκτωρ Φιλοσοφίας και συγγραφέας έγραψε στο σάιτ του Amagi το παρακάτω ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο...

 

Μια κοινοτιστική ουτοπία

Η τραγουδοποιία του Θανάση Παπακωνσταντίνου: αντινεωτερικός οριενταλισμός, ή συντηρητικές ματιές στο παρελθόν.

 

Στο έργο του Θανάση Παπακωνσταντίνου τόσο οι αμιγώς μουσικολογικές όσο και οι στιχουργικές επιλογές συστρατεύονται για τη δημιουργία ενός συνεκτικού νοηματικού σύμπαντος. Η μόχλευση της παραδοσιακής μουσικής, του δημοτικού τραγουδιού, συνεπικουρούμενη από τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών οργάνων ανατολίτικης, μεσογειακής, ακόμα και αφρικανικής προέλευσης και από μια γλώσσα διανθισμένη με τις ντοπιολαλιές της ελληνικής επαρχίας και ρίζες στην οθωμανική εποχή αρθρώνουν μάλιστα μια συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση.

  

Ο Παπακωνσταντίνου εμφορείται πρώτα απ’ όλα από μια πηγαία αποστροφή προς τη ζωή στην πόλη, τη «σαβούρα των Αθηνών», όπως λέει κι ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό άλλωστε έχει επιλέξει να ζει τα τελευταία χρόνια σαν αναχωρητής κοντά στη γενέτειρά του, στις παρυφές του Ολύμπου. Εκεί φαίνεται να αναζητά την απολεσθείσα αγνότητα, εμπνεόμενος από τις εικόνες της φύσης, τα πουλιά, τ’ άστρα, τα ζαρκάδια, τις πηγές και τ’ απάτητα βουνά. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν να ’ναι για τον Θανάση εικόνες στρατευμένες σε μια κεντρική αντίθεση που διαπερνά την ψυχοσύνθεση και το έργο του. Πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ της αλλοτριωμένης πόλης, του βάρβαρου πολιτισμένου κόσμου και της απροσποίητης ζωής μέσα στη φύση. Αυτή εδώ φαίνεται να ’ναι και η πηγή της Αγίας Νοσταλγίας, όπως θα ονομάσει τον πρώτο δίσκο του, οριοθετώντας προδρομικά μια πορεία που χαρακτηρίζεται από την επίμονη αναζήτηση της χαμένης αθωότητας.

  

Η γενικόλογη όμως αναβίωση αυτής της παλιάς ρουσοϊκής ιδέας, πως ο άνθρωπος είναι καλός και αγνός όσο ζει στην αγκαλιά της φύσης πριν την καταστροφική επίδραση των θεσμών που επιφέρουν την αλλοτρίωσή του, αποτελεί ιδέα κοινή, σχεδόν κλισέ, τόσο για την πολιτισμική κριτική που άσκησαν τα κινήματα των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όσο και για τη θολή, ανεξέταστη αναρχική κοσμοθεωρία από την οποία ο Παπακωνσταντίνου εμπνέεται. Ο ίδιος προχωράει όμως, σαν να μην μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, και παρακάτω. Βρίσκει αποκούμπι και συνδέεται τελικά με τις εικόνες, τις συνήθειες, τους ρυθμούς της ελληνικής κοινοτιστικής παράδοσης, συγκροτώντας αναπόφευκτα μια πολιτική και πολιτισμική πρόταση που λοξοκοιτάζει προς το παρελθόν με τον τρόπο που η εθνικιστική ανάγνωση του κοινοτισμού μάς είχε συνηθίσει. Έτσι, μέσα από τους στίχους και την έτσι κι αλλιώς δημοτικογενή μουσική, αναδίνονται παραστάσεις των κοινοτήτων της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας, περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, φιγούρες της βαλκανικής πατριάς και ένα βλέμμα στραμμένο διαρκώς στην Ανατολή.

 

Πιο χαρακτηριστική, συνοπτική αλλά περιεκτική διατύπωση αυτής της απόβλεψης αποτελεί το «Όνειρο»: «Τράβηξα δειλά-δειλά / της κερκόπορτας το σύρτη / και πήραν φωτιά τα μάτια μου / μάγκα μου απ’ όσα είδα./ Πολιτεία απέραντη / από γυαλί και κεχριμπάρι, / τα χρώματα της ίριδας / της έπλεκαν στεφάνι. / Στα στενά της σέρνονταν/ άγιοι σκοτεινοί κι αγύρτες / και στο λιμάνι αθίγγανοι / μοιρίζανε παλάμες. / Ο Ανέστος τρυφερά / γέμιζε καρφιά τα χέρια / κι ο Μεβλανά Tζελαλεδίν / γυρνούσε και γυρνούσε. / Κι έτσι όπως χάζευα / ντερβισάδες, μπεκτασήδες, / άλαλοι με κυκλώσανε / μα ακόμα τους ακούω. / Σεμ ολντού ασίκ λαρί / άνθρωπέ μου τί ξεφτίλα / να σου χαλάνε το όνειρο / κι εσύ να τους αφήνεις». Aυτός ο οριενταλισμός είναι μια ντε φάκτο προσανατολισμένη προς τα πίσω, τουτέστιν συντηρητική απάντηση, στην κεντρική εθνική δισυποστασία, στον φαντασιακό —φαντασιακό, όχι φανταστικό— διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης που ταλανίζει τη νεοελληνική ιδεολογία από τη σύστασή της, ο οποίος όμως, εγγραφόμενος στις καλένδες της μεταμοντέρνας εποχής, οφείλει να αναγιγνώσκεται επίσης ως συγκρουσιακή αντίθεση νεωτερικότητας και αντινεωτερικότητας.

  

Η έλξη που του ασκεί η φαντασίωση της Ανατολής είναι ακατανίκητη. Με την επιλογή του καταφάσκει την οριστική κατάταξή μας στον χώρο της Ανατολής έναντι της αλλοτριωτικής, υλόφρονος Δύσης, που ως γνωστόν υστερεί από την εποχή των απομαγευτικών μεταμεσαιωνικών χρόνων ως προς την πνευματικότητα, την αυθεντικότητα και το μυστικιστικό βάθος. Έτσι, ο Θανάσης αναπαράγει τη μελωδική γραμμή των βυζαντινών καλάντων και μελοποιεί στίχους του Πτωχοπρόδρομου, αναδεικνύοντας επίσης τις ιστορικές ρίζες της πολιτισμικής επιλογής του. Ο ουτοπικός του κόσμος, που ορίζεται από σταχυολογικές αναφορές στην αρχαιοελληνική μυθολογία, από την ακούραστη εξιδανίκευση του βυζαντινού και του οθωμανικού παρελθόντος, από τον απόηχο κάθε ανατολίτικης επιρροής, της περσικής ποίησης, του βουδισμού και του ινδουισμού περιλαμβανομένων, συνέχεται από την κεντρική ιδέα ενός λειτουργικού αντιδυτικισμού. Στα πλαίσια ετούτης της αντι-φωταδιστικής αποστροφής πρέπει ίσως να αναγνωστεί και η απέχθεια προς την πόλη, το συμβολικό πεδίο της εκδήλωσης των αστικών αξιών, της κοινής ζωής υπό το απρόσωπο καθεστώς του νόμου, τον διαχωρισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, τη διάκριση κράτους και κοινωνίας, την αποξενωτική ανωνυμία των μητροπόλεων. Στον αντίποδα προβάλλει η κατασκευή της κοινοτιστικής φαντασίωσης, μιαςκλειστής κοινωνίας που, ιδωμένη παραμορφωτικά, μετατρέπεται στο πρότυπο των «μικρών κοινωνικών ομάδων που γνωρίζονται μεταξύ τους». Εκεί η διευθέτηση της πολιτικής, των όρων της κοινής ζωής, επιλύεται άμα τη εμφανίσει των προσωπικών σχέσεων, χωρίς τις αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις που αλλοιώνουν την ντε φάκτο «φυσική καλοσύνη» του ανθρώπου. Στο ίδιο φόντο προτάσσονται οι αφελώς εξιδανικευτικές, αντιφατικές και ανεπεξέργαστες, τιμητικές αναφορές σε φιγούρες τόσο Λατινοαμερικάνων ή Ευρωπαίων επαναστατών (Μπακούνιν, Ραμόν, Φορτίνο Σαμάνο, ναύτης της Κροστάνδης) όσο και εγχώριων ληστών (Θωμάς Γκαντάρας, Μπαμπάνης, ο ήρωας του «Μου ’κλασες τ’ αρχίδια, κύριε μοίραρχε» κ.ά.), η αγιοποίηση των οποίων αποτελεί μόνιμη επωδό της κυρίαρχης αριστερής και εθνικιστικής ιδεολογίας.

  

Προς επίρρωσιν της παραπάνω ρητής απόρριψης της νεωτερικής απομαγευτικής κληρονομιάς, καλλιεργείται το γνωστό συγκροτητικό της μυθολογίας του ανατολίτικου εξωτισμού στερεότυπο, η βασιλική οδός προς την κατάκτηση της αυθεντικότητας: η κατίσχυση του συναισθήματος έναντι της λογικής. Μακριά από την αύρα των δυτικότροπων λύσεων, πλατωνικών, καντιανών ή άλλων, που αποζητούν την κυριαρχία του Λόγου αναγνωρίζοντας τη δυναμική του θυμικού, εδώ οι απαντήσεις είναι μονοκόμματες: «Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι […]Bάστα το νου, βάστα το νου, / να μην γκρινιάξει του καιρού / που ’φτιαξε με τον πόνο κλίκα / και τσιγκουνεύεται στη γλύκα». Στα ίδια πλαίσια υποστηρίζεται τόσο η παντοδυναμία του πάθους όσο και η έννοια μιας μεταφυσικού τύπου ελευθερίας χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Η ρομαντική απογείωση από τον χώρο της πραγματικότητας επιτρέπει τα πάντα, ενώ τροφοδοτεί τον λυρισμό — εγγύηση επιτυχίας κάθε αισθαντικής δημιουργίας.

  

Η συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση του Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν πρέπει να μας κάνει να παραγνωρίσουμε την καλλιτεχνική αξία του έργου του, στον βαθμό που οι δύο αυτές πτυχές μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά. Αφήνοντας κατά μέρος και τον, πολύ συχνά ατυχή, στερεοτυπικό και αμήχανο δημόσιο λόγο του Παπακωνσταντίνου, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η τραγουδοποιία του —προϊόν κοπιώδους εργασίας, αναζήτησης και ειλικρινούς αγωνίας— ανταποκρίνεται σε κεντρικά ψυχικά διακυβεύματα. Υπόκειται λοιπόν στον κανόνα της τέχνης εκείνης που προκύπτει ως αποτέλεσμα της έκφρασης ενός συλλογικού εσωτερικού διχασμού, ως μετουσιωτικό παράγωγο της έντασης που βιώνουν οι δυστυχείς συνειδήσεις, και δεν μπορεί παρά να αποφορτίζει πρόσκαιρα πλην λυτρωτικά κοινά μας αδιέξοδα, ακόμα και αν προγραμματικά δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει ως το σημείο της επίλυσής τους. Έτσι, το καλλιτεχνικό έργο δικαιώνεται ως τέτοιο, αφού εκπληρώνει τους εκφραστικούς του σκοπούς, τη στιγμή που η πολιτισμική και πολιτική πρόταση παραμένει μετέωρη και ατελέσφορη, εισερχόμενη στο πεδίο όπου ο ρόλος του συναισθήματος παραμένει εκ των πραγμάτων περιθωριακός.

 

 

Το μπλογκ ΚΛΑΣΣΙΚΟΠΕΡΙΠΤΩΣΗ («Μια 'κλασσική περίπτωση' αντίστασης στις νεοεποχήτικες δυνάμεις κατοχής») αντέδρασε έντονα με ποστ που είχε τίτλο...

 

"Εθνικιστές" ο Γιάννης Ρίτσος, ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου , "νεκρόφιλος" ο Μίκης Θεοδωράκης - Όταν ο φραγκολεβαντινισμός μεταμορφώνεται σε αριστεροδέξιο ευρωφασισμό

Ο 'καβγάς' για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου

 

Μέχρι πριν λίγο καιρό είχαμε συνηθίσει τις απαξιωτικές κριτικές προς τη λαϊκή μουσική, με πιο συνηθισμένους στόχους το έργο του Μίκη Θεοδωράκη και του Στέλιου Καζαντζίδη.

Μέχρι και για "εθνικισμό" καταγγέλθηκε ο στίχος του Γιάννη Ρίτσου, "αυτές οι πέτρες δεν βολεύονται κάτω απ' τα ξένα βήματα", που μελοποίησε ο Μίκης. 

Τι κι αν εμπνεόταν από τον αγώνα κατά της φασιστικής κατοχής; 

Μέχρι και για "νεκροφιλία" επικρίθηκε ο μεγάλος συνθέτης, με χαρακτηριστική εκδήλωσή της τον στίχο "οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί".

Για τον Καζαντζίδη, καλύτερα ας μη μιλήσουμε! 

Φουλ λαϊκάντζα ο τύπος και τα τραγούδια που ερμήνευε. Όλο για φτώχειες, ξενιτιές, ανεργίες, αδικίες. Μιζέρια, γενικώς... Λες και όλος ο κόσμος ζούσε στα Αιγάλεα και στις Κοκκινιές και στις Τούμπες τότε, λες και δεν υπήρχαν και τότε άνθρωποι φραγκάτοι, που ταξίδευαν για αναψυχή, ώστε το διαβατήριο να μην είναι "πικρό σαν δηλητήριο".

Τώρα σειρά για επίκριση και αποδόμηση έχουν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες, με πρώτο τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. 


Ακούς εκεί να στηρίζει τη δουλειά του σε 

αναφορές στο παραδοσιακό τραγούδι!
Είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί όργανα και μουσικούς ρυθμούς ανατολίτικους;
 Πώς γίνεται να τον παραδεχτούμε όταν, αντί της "λογικής" (πάνω στην οποία, ως γνωστόν, θεμελιώνεται η τέχνη), εμπνέεται από το πάθος;
Κι όμως! Γράφονται στα σοβαρά όλα αυτά! 

Από κάποιον που εμφανίζεται ως άνθρωπος του πανεπιστημίου και βγάζει τη δουλειά του Παπακωνσταντίνου "εθνικιστική" και "συντηρητική" και άλλα πολλά!
Αξίζει να διαβαστεί η αντίκρουση, από τον Κώστα Αδαμόπουλο, των γελοιοτήτων του ευρωλάγνου κακομοίρη, που η κακιά του μοίρα τον καταδίκασε να γεννηθεί σ' αυτή τη γωνιά της ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων.
(από Γιώργο Αλεξάτο)

 

 

Ο 'καβγάς' για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου

 

Κοινότητες, διδάκτορες και πτωχοπανεπιστημοσύνη: η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου στο έλεος της επιλεκτικής ημιμάθειας

Του Κώστα Αδαμόπουλου
 (hitandrun.gr )


Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε πρόσφατά στον ιστότοπο του Amagi Radio, ο διδάκτωρ Φιλοσοφίας Θανάσης Πολλάτος αποφάσισε να ερμηνεύσει το μουσικό και στιχουργικό έργο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ξεκινώντας από την υπόθεση ότι ο δημιουργός υπερασπίζεται ένα είδος συντηρητικού και εθνικιστικού κοινοτισμού. 
Χρεώνει στον Παπακωνσταντίνου την αναζήτηση μιας χαμένης αθωότητας ρουσοΐκού τύπου, τη χρήση ανατολικών και αφρικάνικων οργάνων, καθώς και διαλεκτικών τύπων της ελληνικής, έναν συντηρητικό οριενταλισμό και έναν λειτουργικό αντιδυτικισμό που προκύπτει από τη χρήση της περσικής ποίησης, των συμβόλων του βουδισμού και του ινδουϊσμού,.

Επίσης τον κατηγορεί ότι θέτει σε προτεραιότητα την «παντοδυναμία του πάθους όσο και [την] έννοια μιας μεταφυσικού τύπου ελευθερίας χωρίς πρακτικό αντίκρισμα», και ότι « δεν μπορεί παρά να αποφορτίζει πρόσκαιρα πλην λυτρωτικά κοινά μας αδιέξοδα, ακόμα και αν προγραμματικά δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει ως το σημείο της επίλυσής τους».

Χρησιμοποιώντας περίπλοκη γλώσσα για να περιγράψει απλά πράγματα και λέξεις όπως μόχλευση και απομάγευση στην προσπάθεια του να φανεί εμβριθής, ο συντάκτης του κειμένου προσπαθεί να κρύψει την άγνοιά του για το αντικείμενο, όσο και την ένδεια των επιχειρημάτων του. Προφανώς ενστερνίζεται την άποψη ότι η κατοχή ενός πανεπιστημιακού τίτλου απαλλάσει τον κάτοχό του από την ανάγκη να γνωρίζει το αντικείμενο το οποίο πραγματεύεται, αφού έτσι κι αλλιώς είναι ενδεδυμένος τον μανδύα της αυθεντίας και οι αναγνώστες του οφείλουν να αποδέχονται άκριτα όσα τους αραδιάζει. Η τεχνική της επιλογής των στοιχείων που συνάδουν με το συμπέρασμα που έχει προαποφασιστεί και η απόκρυψη των υπολοίπων δεν νομίζω ότι είναι αποδεκτή από καμία επιστημονική λογική, είτε είναι σκόπιμη, είτε οφείλεται σε άγνοια, είτε σε αδυναμία κατανόησης απλών δεδομένων.

Ξεκινώντας από τα «μουσικολογικά», όπως τα ονομάζει, στοιχεία, περιγράφει περίπου ως έγκλημα καθοσιώσεως τη χρήση από το συνθέτη « παραδοσιακών οργάνων ανατολίτικης, μεσογειακής, ακόμα και αφρικανικής προέλευσης», παρακάμπτοντας για άγνωστους λόγους την εξίσου υπαρκτή παρουσία κοντραμπάσου, τσέλου, σπινέτου, ηλεκτρικής κιθάρας, ηλεκτρικού μπάσου, ηλεκτρονικών ήχων, τρομπέτας και άλλων οργάνων που προφανώς θεωρούνται κανονικά, με βάση κάποια διεστραμμένη αντίληψη περί κανονικότητας στη μουσική. 

Μιλάει για «μόχλευση της παραδοσιακής μουσικής, του δημοτικού τραγουδιού», ενώ ο Παπακωνσταντίνου κάνει ό,τι πιο υγιές, συνεχίζει από εκεί που σταμάτησαν οι προηγούμενοι, είναι λαϊκός και όχι λόγιος δημιουργός στο μουσικό σκέλος. Επίσης παραβλέπει το γεγονός ότι ένας μουσικός που γράφει με αφετηρία το δημοτικό τραγούδι, εξέλιξε τον ήχο του από ένα σημείο και μετά με βάση ό,τι πιο σύγχρονο έχει να παρουσιάσει η εποχή μας, είτε μιλάμε για το ποστ-ροκ, είτε για τη τζαζ και την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική, είτε για τους ηλεκτρονικούς ήχους, είτε για την επαφή με άλλους παραδοσιακούς μουσικούς πολιτισμούς. 
Παρολ’ αυτά, ο Πολλάτος από την ακρόαση του Θανάση Παπακωνσταντίνουκαταλήγει στο συμπέρασμα ότι «προβάλλει η κατασκευή της κοινοτιστικής φαντασίωσης, μιας κλειστής κοινωνίας που, ιδωμένη παραμορφωτικά, μετατρέπεται στο πρότυπο των «μικρών κοινωνικών ομάδων που γνωρίζονται μεταξύ τους»

Υποψιάζομαι δε ότι όταν μιλάει για την «έτσι κι αλλιώς δημοτικοφανή μουσική» κάνει τη γνωστή γκριμάτσα που κάνουν οι χωραΐτες όταν βρεθούν στην επαρχία, σαν κάτι να τους μυρίζει άσχημα, σκαντζίλα όπως λέμε κι εμείς στην Πελοπόννησο

Περνώντας στο στιχουργικό κομμάτι η παραμόρφωση της πραγματικότητας προχωρά ακάθεκτη. Ο συγγραφέας του κειμένου έχει την κατανόησή μου επειδή σοκάρεται από το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν γεννηθεί εκτός Αθηνών ή έχουν δει ζαρκάδια και βουνά και εκτός τηλεόρασης. Βαφτίζει αυτή την πραγματικότητα τάση για επιστροφή στη φύση, αγνοώντας ότι υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα έρχονται σε επαφή μαζί της και εμμέσως αρνείται το δικαίωμα λόγου σε όσους ζουν εκτός του αστικού τρόπου ζωής που θεωρεί μοναδικό και αυτονόητο. 
Το σοκ που του προκαλούν οι ντοπιολαλιές είναι ενδεικτικό του ρατσισμού του απέναντι στους κατοίκους της επαρχίας, ενώ κατά πάσα πιθανότητα αγνοεί ότι οι διαλεκτικοί τύποι χρησιμοποιούνται πραγματικά εκεί έξω, και δεν υπάρχουν απλά για να διανθίζουν κακόγουστα σήριαλ, λογοτεχνικά έργα και τραγούδια του Παπακωνσταντίνου.

Εντύπωση προκαλεί η αποσπασματική σταχυολόγηση των αναφορών που υπάρχουν στους στίχους του καλλιτέχνη. Εφόσον το συμπερασμα πρέπει να είναι ότι «[α]υτός ο οριενταλισμός είναι μια ντε φάκτο προσανατολισμένη προς τα πίσω, τουτέστιν συντηρητική απάντηση, στην κεντρική εθνική δισυποστασία, στον φαντασιακό —φαντασιακό, όχι φανταστικό— διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης που ταλανίζει τη νεοελληνική ιδεολογία από τη σύστασή της, ο οποίος όμως, εγγραφόμενος στις καλένδες της μεταμοντέρνας εποχής, οφείλει να αναγιγνώσκεται επίσης ως συγκρουσιακή αντίθεση νεωτερικότητας και αντινεωτερικότητας.», ο Πολλάτος επιλέγει από την τεράστια γκάμα αναφορών που διατρέχουν το έργο του λαρισαίου δημιουργού την «την αρχαιοελληνική μυθολογία, από την ακούραστη εξιδανίκευση του βυζαντινού και του οθωμανικού παρελθόντος, από τον απόηχο κάθε ανατολίτικης επιρροής, της περσικής ποίησης, του βουδισμού και του ινδουισμού περιλαμβανομένων», αγνοώντας τον Πεσόα, τον Πιραντέλο, τον Τριστάν Κορμπιέρ, τον Εμπειρίκο, την αστρονομία, την αυτοκίνηση και τους σιδηρόδρομους, που ενδεχομένως και να τον οδηγούσαν σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα. Αλλά αν η πραγματικότητα δε συμφωνεί με τις απόψεις μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Υποψιάζομαι ότι ο Πολλάτος ζει σε έναν φανταστικό πολιτισμένο δυτικό κόσμο περικυκλωμένο από διάφορα φαντάσματα της ανατολής και της μεταφυσικής όπως τις ηρωίδες από τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, τους υπαρχηγούς του Ζαπάτα, τον Τσέζαρε Παβέζε, τον Παζολίνι, τον Καίσαρα Βαλιέχο, την Κρεμόνα, τη Ρόζα Μπαλιστρέρι, τη Βαστίλη, τον Λόρκα, τον Ερίκ Σατί, την βιολογία, για να μείνω μόνο σε μερικά σημεία που αναφέρονται, χρησιμοποιούνται ή αναπλάθονται δημιουργικά από τον Παπακωνσταντίνου. 

Ο συντάκτης του κειμένου έχει εμφανώς το σύμπλεγμα του επαρχιώτη που, επειδή αισθάνεται την Ελλάδα σα φτωχό συγγενή της Δύσης, οφείλει μονίμως να απολογείται και να αποδεικνύει -σε ποιον άραγε;- την ευρωπαΐκότητά του, φτάνοντας ενίοτε σε φαιδρά αποτελέσματα, όπως στο εν λόγω πόνημα.

Φτάνει μάλιστα στο σημείο να παρουσιάσει σαν υπόδειγμα οριενταλισμού τη μελοποίηση κάποιων πτωχοπροδρομικών στίχων, όταν ο Πτωχοπρόδρομος (ή τέλος πάντων οι στίχοι που του αποδίδονται) υπέρασπίζεται ένα εντελώς δυτικό λογοτεχνικό ρεύμα, την επαιτική ποίηση, με πολύ μοναχικό τρόπο μέσα στην ελληνόφωνη γραμματεία της εποχής. Αλλά όπως προείπαμε η γνώση του αντικειμένου δεν είναι προϋπόθεση για τη δημόσια κατάθεση απόψεων. Εκτός βέβαια αν ο Πτωχοπρόδρομος ενοχλεί γιατί ζητάει έλεος από τους δανειστές του…

Καλώς ή κακώς ο Παπακωνσταντίνου έχει συνείδηση αυτού του φαντασιακού διχασμού που αναφέρει ο διδάκτωρ Φιλοσοφίας, τον περιγράφει και τον εκφράζει εκτενώς και αναλυτικά μέσα από το έργο του, προσφέροντας όχι έτοιμες απαντήσεις, όπως απαιτεί ο Πολλάτος αλλά ερωτήματα και τροφή για προβληματισμό. Απάντηση, διέξοδος ή ότιδήποτε παραπλήσιο μπορεί να είναι το ίδιο το έργο του Παπακωνσταντίνου, όχι στατικά βέβαια, αλλά δυναμικά, σε μόνιμο διάλογο με ό,τι προϋπήρξε πολιτιστικά στην Ελλάδα και με όσα γεννιούνται σήμερα. Και σε αυτό το διάλογο το έργο του Παπακωνσταντίνου συμμετέχει δυναμικά και επιδραστικά.

Ο εν λόγω δημιουργός δεν παρουσιάζει κάποια εξιδανικευμένη μορφή της αγροτικής ή της φυσικής ζωής. Η βία, η κλεισούρα των αγροτικών κοινωνιών, η φτώχεια είναι παρούσες στο έργο του, χωρίς εξιδανίκευση και φτιασίδια. Όπως είναι παρούσα η καταστολή, η αγριότητα των πόλεων, η φρίκη των καθιστικών επαγγελμάτων, η μετανάστευση, τα οικολογικά προβλήματα. 

Για τον συγγραφέα του κειμένου, που είναι κοσμοπολίτης αλλά όχι διεθνιστής, η παραμικρή αναφορά στις τοπικότητες αποτελεί ένδειξη απείθιας στην ηθική της εργασίας που προτείνει.

 Την ηθική ενός κόσμου χωρίς κάλαντα, χωρίς Πέρσες ποιητές, χωρίς πάθος, αφού όπως φαίνεται είναι εξοβελιστέο, χωρίς « τη θολή, ανεξέταστη αναρχική κοσμοθεωρία από την οποία ο Παπακωνσταντίνου εμπνέεται». 

Αυτός ο κόσμος όμως είναι η σημερινή επίγεια κόλαση που ζούμε, ο κόσμος του δυτικού μονόδρομου, όπου οι κοινότητες είναι εκτελεστές παράλογων αποφάσεων, οι μεταναστες πνίγονται στα σαπιοκάραβα, οι σπόροι των φυτών έχουν κατοχυρωθεί από επιχειρήσεις και τα τραγούδια του κρασιού πρέπει να περάσουν από επιτροπή διδακτόρων φιλοσοφίας για να εγκριθούν, αλλιώς είναι συντηρητικά και εθνικιστικά και ανήκουν στην αριστερή κυρίαρχη ιδεολογία, όπως μας ενημερώνει ο Πολλάτος. 

Ευχαριστούμε, δε θα πάρουμε.