Από το 1970 που το Σλουθ (λαγωνικό, κυνηγόσκυλο) του Άντονι Σάφερ ανέβηκε στο West End του Λονδίνου, κερδίζοντας το βραβείο Τόνι και συνεχίζοντας τις παραστάσεις του για οκτώ συναπτά χρόνια, δύο κινηματογραφικές εκδοχές (η πρώτη με πρωταγωνιστή τον υποψήφιο για Όσκαρ Σερ Λόρενς Ολίβιε και τον Μάικλ Κέιν, ενώ η δεύτερη, σε διασκευή Χάρολντ Πίντερ, με το δίδυμο Μάικλ Κέιν - Τζουντ Λο) και άπειρες θεατρικές αναβιώσεις ανά τον κόσμο απέδειξαν την επιτυχημένη οικονομικά και καλλιτεχνικά βιωσιμότητά του.

Σ' αυτό το οξυδερκές έργο, που είναι προικισμένο με το περίφημο βρετανικό φλέγμα και εμποτισμένο με αστυνομικής υφής ίντριγκες και ανατροπές, οι ήρωες καταφεύγουν στα τεχνάσματα ενός πανούργου λαγωνικού -εξού και ο τίτλος- προκειμένου να παγιδέψουν το θήραμά τους. Μόνο που, εντέλει, οι ίδιοι μετατρέπονται σε θηρευτές και θηράματα, με κοινή διεκδίκηση μια «παρούσα-απούσα» γυναίκα. Κατ' επέκταση, μια ιστορία ερωτικού τριγώνου παίρνει απρόβλεπτες διαστάσεις καθώς οι δύο αντίπαλοι, μεθυσμένοι από την ηδονή του παιχνιδιού, κονταροχτυπιούνται μέχρι τελικής πτώσεως.

Στην αίσθηση του παιχνιδιού βασίστηκε και η διασκευή των Γιώργου Κιμούλη - Κωσταντίνου Μαρκουλάκη. Εδώ οι παίκτες εγκαταλείπουν τις ιδιότητες με τις οποίες τους προίκισε ο Σάφερ και από το γνώριμο αγγλικό σαλόνι μεταφέρουν τη σατανική τους δράση στη σκηνή ενός θεάτρου - στον τόπο, δηλαδή, όπου συντελείται το μέγιστο παιχνίδι των μεταμορφώσεων. Ο αλαζών και επηρμένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Άντριου Γουάικ (Γιώργος Κιμούλης) γίνεται βετεράνος σαιξπηρικός ηθοποιός, ενώ ο νεότερος Μάιλο Τιντλ (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) από κομμωτής «προάγεται» σε άσημο, άνεργο αλλά εξίσου ματαιόδοξο συνάδελφό του.

Ανάμεσα σε έναν κυκεώνα εργαλείων της θεατρικής μαγείας -από υπολείμματα σκηνικών αντικειμένων (άσφαιρα όπλα, προβολείς, έπιπλα κ.ά.) και αναπηρικές καρέκλες-παγίδες μέχρι ίχνη των Χορν - Αλεξανδράκη που ερμήνευσαν εξαιρετικά το ίδιο έργο πριν σαράντα χρόνια- επικεντρώνονται στο άθλημα της αλληλοεξόντωσης, με στόχο τη συναισθηματική και κοινωνική τους καταξίωση. Επιπλέον, η σχεδόν κανιβαλική σύγκρουσή τους εμπεριέχει αυτοσαρκασμό αλλά και σαρκασμό για το ίδιο τους το σινάφι.

Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ωστόσο, η γλώσσα που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν οι διασκευαστές του κειμένου, διανθισμένη συχνά με αγοραίες εκφράσεις, μπορεί να προσγειώνεται στη σημερινή πραγματικότητα αλλά ξεφεύγει, δυστυχώς, από τον λεπτοφυή χειρισμό του πρωτότυπου, το εκλαϊκεύει και κατακρεουργεί το φίνο αγγλοσαξονικό του χιούμορ.

Από την άλλη, η σκηνοθεσία διατηρεί το σασπένς, τους καταιγιστικούς ρυθμούς (αν και σε κάποια σημεία πλατειάζει) και τον χείμαρρο αιφνιδιαστικών εκπυρσοκροτήσεων. Κυρίως, όμως, ο Κιμούλης και ο Μαρκουλάκης, δύο ιδιαίτερες προσωπικότητες με αναμφισβήτητη χημεία, έντονη ενέργεια και κυριαρχία των εκφραστικών τους μέσων, επιδίδονται με μαεστρία σε τούτη την ερεθιστική παρτίδα σκάκι.