«Σ' ένα κατώφλι ανάμεσα στο δυνατό και στο συντελεσμένο, δεν μπορείς να κλείσεις έναν άνθρωπο στις πράξεις του μόνο, ούτε στα έργα του, ούτε καν στις σκέψεις του, όπου ο ίδιος δεν μπορεί να κλειστεί, γιατί ξέρουμε από την προσωπική και συνεχή εμπειρία μας ότι αυτό που σκεφτόμαστε και κάνουμε κάθε στιγμή δεν είναι ποτέ ακριβώς δικό μας αλλά άλλοτε λίγο περισσότερο, άλλοτε λίγο ή πολύ λιγότερο απ' ό,τι μπορούσαμε να περιμένουμε από τον εαυτό μας [...] Η ζωή μας δεν είναι τόσο το σύνολο των πραγμάτων που μας συνέβησαν ή που κάναμε (που θα ήταν μια ζωή ξένη, απαριθμήσιμη, περιγράψιμη, τελειωμένη), όσο το σύνολο των πραγμάτων που μας διέφυγαν ή που μας απογοήτευσαν».

Oι ως άνω γραμμές του Πωλ Βαλερύ αποτυπώνουν αυτό που συμβαίνει στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι. Ο Όσκαρ Ουάιλντ το είχε εντοπίσει έγκαιρα - «ποτέ δεν επεξηγεί μέχρι τέλους τους ήρωές του». Ο Μιχαήλ Μπαχτίν συμφωνεί: «τα στοιχεία που δίνει ο συγγραφέας για τους ήρωές του δεν συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας σταθερής και προκαθορισμένης εικόνας τους» (Μ. Μπαχτίν, Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι). Διαβάζοντας τις ογκώδεις ιστορίες του, αρχικά έχεις την εντύπωση ότι ο Ντοστογιέφσκι ανήκει στην ένδοξη χορεία των ρεαλιστών ρώσων δραματουργών του 19ου αιώνα, που, τοιχογραφώντας τη ρωσική κοινωνία, ανήγαγαν την ανθρώπινη τυπολογία σε κοινωνικά αίτια. Μετά από εκατοντάδες συναρπαστικές σελίδες, ωστόσο, διαπιστώνεις ότι το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν συνδέεται μόνο με το κοινωνικό γίγνεσθαι αλλά εντοπίζεται στο εσώτερο είναι της.

Στο πλαίσιο αυτό, οι αναλύσεις της γλώσσας, του ύφους, των ιδεών, είναι ανεπαρκείς να προσδιορίσουν το θησαυρό που αποτελούν τα έργα καθεαυτά. Η κριτική αμηχανία αναπαράγεται και σε σχέση με τη θεατρική μεταφορά ενός τέτοιου κειμένου, εν προκειμένω του Ηλίθιου, που παρουσιάζεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού. Γιατί μπορεί ο χώρος και ο χρόνος της αφήγησης να θυμίζουν θέατρο -όπως σωστά επισημαίνει ο Κωστής Παπαγιώργης στη μελέτη του Ντοστογιέφσκι- αλλά τι από το πρωτότυπο να πρωτοχωρέσει σε μια παράσταση, έστω έξι ωρών; Αφαίρεση και συμπύκνωση είναι αναγκαίες σε κάθε σκηνική διασκευή μυθιστορήματος (εδώ του Σάββα Κυριακίδη). Αλλά στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι η πληθωρικότητα (λ.χ. όλες αυτές οι σκέψεις, οι ιδέες, οι θεωρίες που διατυπώνουν διάφορα πρόσωπα της ιστορίας) είναι ίδιον των κειμένων· ελέγχοντάς την επεμβαίνεις όχι μόνο στον συγγραφικό τρόπο αλλά και στην ίδια την ουσία τους.

Στην παράσταση του Στάθη Λιβαθηνού τα φώτα πέφτουν κυρίως πάνω στον Μίσκιν (Ηλίθιο), τη Ναστάσια Φιλίπποβνα και τον Ραγκόζιν, και στη μεταξύ τους σχέση. Η ερμηνεία του Βασίλη Ανδρέου ως Μίσκιν είναι ένας άθλος, υπολογίζοντας τις παγίδες που εμπεριέχει ο ρόλος του διά Χριστόν σαλού. Η δυσκολία για τον ηθοποιό αυξάνει γιατί πρόκειται για τύπο ανοίκειο στην ελληνική, λογοτεχνική και θεατρική, παράδοση. Αντιθέτως, στο πνευματικό περιβάλλον της ρωσικής ορθοδοξίας και σε έργα συγγραφέων όπως ο Γκόγκολ, ο Σούχοβο-Καμπύλιν, ο Γκριμπογιέντοφ, ο Οστρόφσκι, ο Αντρέγιεφ κ.ά., οι ιδιότυποι, αφελείς «άγιοι» χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένως ως καταλύτες για ν' αποκαλυφθούν και να καταδικαστούν «αποδεκτές» αμαρτίες και στρεβλώσεις των κοινωνικών δομών και σχέσεων.

Η Μαρία Ναυπλιώτου (Ναστάσια Φιλίπποβνα), ο Δημήτρης Ήμελλος (Ραγκόζιν), η Δέσποινα Κούρτη (Αγλαΐα Επαντσίν) ερμήνευσαν έξοχα τους ρόλους τους, σε μια ισορροπία τρόμου μεταξύ αλαζονείας και αυτοταπείνωσης, ανίκανοι να ανακόψουν τον σταθερό βηματισμό τους προς την αυτοκαταστροφή. Ο Νίκος Καρδώνης (θαυμάσιος, αν και πλέον ευδιάκριτα σίγουρος για το ταλέντο του, στο ρόλο του δουλοπρεπούς, κουτσομπόλη και καιροσκόπου Λέμπεντεβ), ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Στάθης Γράψας, η Μαρία Σαββίδου και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Μαρία Κίτσου, Στράτος Σωπύλης, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κανελλίνα Μενούτη, Στέλιος Ιακωβίδης, Ελένη Ρουσσινού, Σοφία Τσινάρη, Δημήτρης Μοθωναίος, Πέτρος Γιωρκάτζης, Δημήτρης Μυλωνάς, Γιάννης Τσεμπερλίδης) δεν αποτέλεσαν απλά έναν εξαιρετικό θίασο αλλά το αναγκαίο, ενιαίο σώμα που είχε ανάγκη η εξπρεσιονιστικών κατευθύνσεων σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού. Ο σκηνικός χώρος (με καρέκλες και άλλα σκηνικά αντικείμενα να κρέμονται από την οροφή της σκηνής) παραλλάζει με μικρές μετακινήσεις των επίπλων ή με τους φωτισμούς που απομονώνουν τη μία ή την άλλη γωνία της σκηνής, ενώ τα κοστούμια (της Ελένης Μανωλοπούλου) συνδυάζουν παλαιικά ενδυματολογικά στοιχεία με σύγχρονα street ρούχα, συνδυασμένα στη λογική του mix 'n' match (ειδικά τα αξεσουάρ των γυναικών ανακαλούσαν την πανκ υπερβολή). Η μουσική, υψηλής θεατρικής αξίας, είναι του Θοδωρή Αμπαζή. Το μήνυμα της παράστασης είναι σαφές: ο τρόπος που συνέλαβε ο Ντοστογιέφσκι το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης σ' όλες τις εκφάνσεις της είναι πάντα μοντέρνος. Ο Ηλίθιος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού, προϊόν βαθιάς αγάπης στο έργο του ανεπανάληπτου συγγραφέα, αναδεικνύει με τον τρόπο της θεατρικής τέχνης μερικούς από τους λόγους για τους οποίους τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι εξακολουθούν να διαβάζονται με κομμένη ανάσα.