Tο "Blindfold - Η νύχτα του κυνηγιού" είναι ένα θεατρικό κείμενο ενάντια στην αλαζονεία, το θράσος, την υποτίμηση, την στέρηση ελπίδας. Το έργο είναι μια καταγγελία εναντίον των μεθόδων επιβολής, συμμόρφωσης και υπακοής σε κανόνες με σκοπό την καταστολή αντιδράσεων, τον θρίαμβο της Αρχής.

 

Αναφέρεται σ' ένα μέλλον πλήρους πολιτικής και πολιτισμικής αδράνειας. Ο Duke και η Donna είναι πολιτικοί κρατούμενοι και υποχρεώνονται στην άσκηση κοινωφελούς εργασίας έναντι ποινής. Λόγω του αντισυμβατικού τους χαρακτήρα θεωρούνται παραβάτες, πιθανοί ταραξίες και ανατροπείς και τίθενται στην υπηρεσία της μπουρζουαζίας ως καλλιτέχνες-διασκεδαστές παράγοντας εφήμερη στρατευμένη τέχνη, μόνη μορφή τέχνης στις μελλοντικές τούτες κοινωνίες.

 

Ζωτικός τους χώρος ένα δωμάτιο-κλουβί. Τους παρέχουν τροφή, ανάλογη της αποδοτικότητάς τους και φάρμακα για την καταπολέμηση κάθε ψυχικής νόσου ως συνέπεια της περιθωριοποίησης, της φυλάκισης, της απομόνωσης, των στερήσεων, του εξευτελισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαπόμπευσή τους ολοκληρώνεται με τις μάσκες λύκων που είναι αναγκασμένοι να φορούν σε κάθε τους εμφάνιση μιας και οι λύκοι δεν "χορεύουν" ποτέ σε τσίρκο.

 

Με την καταναγκαστική χρεοκοπία, τον αποκλεισμό των υποταγμένων, με τον εγκλεισμό σε κέντρα επιβολής εξουσίας επιτυγχάνεται έλεγχος και ελαχιστοποιούνται πιθανές αντιδράσεις και επιδιώξεις διάλυσης του κοινωνικού ιστού. Στις αναπτυγμένες κοινωνίες είναι τόσο ευέλικτος ο μηχανισμός εγκλωβισμού σε συνθήκες και απαιτήσεις της ζωής που η κοινωνία χωρίζεται μεταξύ αυτών που παράγουν φόβο κι αυτών που καταναλώνουν φόβο.