Η συλλογή διηγημάτων Συνεχόμενοι Λυγμοί του Ιερώνυμου Πολλάτου μπορεί εύκολα να παραπλανήσει όσους αναζητούν το καινούργιο ή τις νέες λογοτεχνικές φωνές στη σύγχρονη θεματολογία, στις σπαζοκεφαλιές του πλανητικού χωριού, σε ευφάνταστες ιστορίες με τη δέουσα τεχνολογική χρυσόσκονη. Τα διηγήματα του Πολλάτου ενδέχεται να θεωρηθούν εσωστρεφή και αναχρονιστικά. Ο αναχρονισμός, ή μάλλον ο τρόπος με τον οποίο ο Πολλάτος επαναφέρει το παρελθόν στο προσκήνιο, αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, και τη μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου. Και επιβεβαιώνει πόσο σύγχρονη μπορεί να είναι η λογοτεχνία ακόμα κι όταν φαίνεται προσηλωμένη σ' έναν κόσμο παλιό.

Οι περισσότεροι ήρωες του Πολλάτου έζησαν τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, στα χρόνια της κατοχής, του εμφυλίου, του ‘60 και του ‘70. Είναι κυνηγημένοι αντάρτες, περιπλανώμενοι ναυτικοί, μοναχικές γυναίκες, εκπατρισμένοι, σαλοί, σκοτεινές σκιές που πάσχουν από τις αρρώστιες του έρωτα και του θανάτου. Το τέλος, σχεδόν κάθε διηγήματος, επισφραγίζεται από έναν θάνατο. Οι ήρωές του μοιάζουν να κινούνται στα χάσματα της ιστορικής πραγματικότητας, στις παρυφές των μεγάλων γεγονότων. Βασανίζονται από τις επιθυμίες της σάρκας, από δεισιδαιμονίες και ανεπανόρθωτα λάθη. Αρκετοί φεύγουν απροσδόκητα από τη ζωή με τις ψυχές τους να αιωρούνται ακόμα ανάμεσά μας, αλύτρωτες και «πεινασμένες».

Στο «Φύλο των Αγγέλων», το πρώτο από τα 16 διηγήματα της συλλογής, ένα ελληνικό νησί και η ταπεινή, μοναχική ζωή μιας καθηγήτριας φιλολογίας υφαίνουν έναν ύμνο στην ομορφιά και το βάσανο του έρωτα. Στην «Αναστασίγια», ο γάμος του ναυτικού Αναστάση Φλαμιάτου εκ Ποταμιάνας της επαρχίας Κραναίας με τη Ρωσίδα Αναστασίγια συνθέτει μια μελαγχολική ιστορία με άδοξο τέλος για την αγάπη και το άλγος του ξεριζωμού. Στη «Θυσία της Ιφιγένειας» (ανέβηκε το 2005 στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Τ. Τζαμαργιά), ο τόπος της δράσης είναι μια απόμερη παραλία στο μοναχικό περιβάλλον ενός νησιού. Σε αυτή την υγρή και ζεστή νύχτα δυο γυναίκες κι ένας άντρας παλεύουν με τους δαίμονες της σάρκας και του μυαλού, παλινδρομούν ανάμεσα στην ερωτική επιθυμία και την ενοχή. Η συνάντησή τους φέρει τον απόηχο ενός υπαρξιακού λυγμού και του σιωπηλού πένθους για το ανέφικτο του έρωτα και την αδυναμία των ανθρώπων για ιδανική ένωση.

Οι Συνεχόμενοι Λυγμοί δεν κρύβουν τη συγγένειά τους με τη μυθολογία και τη γλώσσα των δημοτικών μας τραγουδιών ή την ποιητική του παπαδιαμαντικού κόσμου. Αθόρυβα και διακριτικά πλησιάζουν το παρόν. Ο Πολλάτος κοιτάζει προς τα πίσω με μια ματιά καθαρή, υποψιασμένη και σύγχρονη. Δεν διαταράσσει όμως τους κώδικες και τους νόμους του κόσμου που επισκέπτεται. Οι ιστορίες του ανακαλούν την καταγωγή του νεοελληνικού μας ειδώλου: θαμπή, βίαια απωθημένη και τρομαχτική. Σε όσους, κυρίως, αρνούνται να την αναγνωρίσουν και να της προσδώσουν αξία σε μια εποχή υψηλών ταχυτήτων και αγχωμένου κοσμοπολιτισμού.