Δεν είχα διαβάσει ποτέ μου Παντελή Καλιότσο, μέχρι που ο φίλος μου Αντώνης Σουρούνης μού έστειλε το τελευταίο του βιβλίο. Ο Σουρούνης αγαπάει τον Καλιότσο και όταν τον διάβασα κατάλαβα γιατί. Έχουν πολλά κοινά αυτοί οι δύο συγγραφείς και στο ύφος και στη θεματολογία.

Ο Καλιότσος (γεννημένος το 1925) γράφει πολλά χρόνια, έχει εκδώσει αρκετά βιβλία για μεγάλους και παιδιά (Ξύλινα Σπαθιά), έχει πάρει βραβεία. Πώς έγινε να μην τον έχω διαβάσει; Δεν έχω δικαιολογία... παρά μόνο την έλλειψη χρόνου. Προσπαθώ να παρακολουθώ και να ενημερώνομαι για πολλά σε πολλές γλώσσες - και το πληρώνω με παραλείψεις. Εδώ, λοιπόν, μου είχε προκύψει ένα σημαντικό κενό. Είναι ένας πηγαίος συγγραφέας με γλωσσική δύναμη και ζωντανό ύφος.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου του είναι χαρισματικός: Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω. Το κείμενο είναι αυτοβιογραφικό, αλλά δεν έχει σχέση με τις συνηθισμένες αυτοβιογραφίες που συνήθως εξωραΐζουν τον βίο των συγγραφέων τους. Το αντίθετο συμβαίνει εδώ - ο Καλιότσος γράφει για τη ζωή του (μία απίθανα σκληρή και δύσκολη ζωή, φτώχια, ορφάνια, αρρώστια), σαρκάζοντας τους πάντες, αλλά κυρίως τον εαυτό του. Δεν είναι χιουμορίστας, το αντίθετο: είναι σατιρικός. Το χιούμορ σε διασκεδάζει, η σάτιρα πονάει. Θα μπορούσε να βγει μελό, αλλά έγινε σκέτη οργή.

Τίποτα δεν αφήνει όρθιο - έχει ήδη λυσσάξει και δαγκώνει άγρια. Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Είναι άνισο, αλλά γεμάτο πρωτόγονη δύναμη - αξίζει.