«Ελάχιστοι μεγάλοι μεταρρυθμιστές είχαν την τύχη και τη χαρά να δουν τα αποτελέσματα της μάχης τους με τρόπο τόσο συναρπαστικό και τόσο ευνοϊκό. Εκείνοι που ακολούθησαν τον ευγενή σκοπό της Κυρίας με τη λάμπα πιστεύουν ότι έφυγε η μεγαλύτερη ηρωίδα της βρετανικής Ιστορίας». Με αυτό το εγκώμιο αποχαιρέτησαν οι «Times» τη Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ το 1910, τη γυναίκα που με τη δράση της στον Πόλεμο της Κριμαίας, αλλά και κατόπιν, κατάφερε να βελτιώσει θεαματικά το νοσηλευτικό σύστημα των στρατιωτικών νοσοκομείων και την υγιεινή τους, καθώς και να αποκαταστήσει τη φήμη και την επαγγελματική υπόσταση των νοσοκόμων. Αυτή είναι και η ηρωίδα στο μυθιστόρημα του βραβευμένου Ζιλμπέρ Σινουέ, Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, Η νοσοκόμα της καρδιάς μας.

Πρόκειται για μια προσωπικότητα που κεντρίζει ευθύς εξαρχής το ενδιαφέρον, αφού σε μια εποχή που η γυναίκα δεν έχει δική της φωνή, καταφέρνει να πραγματοποιήσει το όνειρό της «να γίνει νοσοκόμα και να απαλύνει τα βάσανα της ανθρωπότητας», που εκείνη την εποχή κάθε άλλο παρά άρμοζε σε μια κόρη καλής και πλούσιας οικογένειας, το μέλλον της οποίας ως συζύγου και μητέρας ήταν προδιαγεγραμμένο. «Καμιά οικογένεια δεν θα ανεχόταν να αφιερωθεί σε ένα επάγγελμα τόσο ποταπό, που ταίριαζε μόνο σε ανθρώπους χαμηλής υποστάθμης». Κάνοντας ζωή της ένα επάγγελμα ανυπόληπτο, η Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ διακρίθηκε τόσο σε πρακτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο, αφού το έργο της αποτελείται και από δοκίμια και μελέτες για το υγειονομικό σύστημα, και κέρδισε έτσι επάξια μια θέση στην ιστορία..

Ο Ζιλμπέρ Σινουέ δικαίως ασχολείται με αυτή την ιστορική φυσιογνωμία, στόχος του όμως δεν είναι μια βιογραφία-αγιογραφία, που θα τόνιζε ακόμα περισσότερο την ούτως ή άλλως λαμπερή και αναμφισβήτητη πορεία της. Με το πρόσχημα ενός φανταστικού ήρωα, του Τζόναθαν Μπρινκ, που ασχολείται με τη βιογραφία, και με αφετηρία την ημέρα της κηδείας της, ταξιδεύει στο παρελθόν της, ξεκινάει μια προσπάθεια να φωτίσει όλες τις πτυχές, ακόμα και τις πιο σκοτεινές, ενός «πολύπλοκου» χαρακτήρα, που ήταν τελικά η Νάιτινγκεϊλ. Η διαδρομή που ακολουθεί ο Μπρινκ, συναντώντας τον έναν μετά τον άλλο ανθρώπους που τη γνώρισαν και ήταν ακόμα εν ζωή, προκειμένου να λύσει τις απορίες του και να γεμίσει τα κενά, θυμίζει αστυνομική έρευνα κάποιου που προσπαθεί να βρει την αλήθεια για μια γυναίκα που «εκτιμούσε (...) ότι το να εγκαταλείπεις έναν άνθρωπο στον δρόμο προς τον θάνατο ήταν εξίσου σκληρό με το να αδιαφορείς για τους πόνους του» και ταυτόχρονα «μπορούσε να αποδειχτεί ανυπόφορη. Υπερβολικά ευμετάβλητος χαρακτήρας. Αντιφατική».

Βασισμένος σε αρχειακό υλικό και επισταμένη έρευνα, ο Σινουέ αφηγείται την ιστορία με τρόπο αντικειμενικό, δίνοντας στον αναγνώστη όσο περισσότερα στοιχεία μπορεί, ώστε να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Με γλώσσα απλή αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν και σε καμιά περίπτωση δεν προσπαθεί να αμαυρώσει την εικόνα της Νάιτινγκεϊλ. Ίσως μόνο να υπενθυμίσει ότι, όπως σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και στους επιφανέστερους, υπάρχουν πάντα δύο πλευρές, μια φωτεινή και μια σκοτεινότερη, που τους κάνουν ακόμα πιο γοητευτικούς.