Όταν έγραψε το πρώτο του βιβλίο, έπλενε πιάτα και ζούσε σε μια μαούνα. Με την κυκλοφορία του Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα το 2002 η ζωή του 26χρονου τότε Tζον ΜακΓκρέγκορ άλλαξε με τρόπο μυθιστορηματικό: το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ και αυτός ήταν ο νεότερος υποψήφιος για βραβείο Βοοker. Σχεδόν ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία αυτού του βιβλίου στην Ελλάδα, οι Εκδόσεις Άγρα φρόντισαν να φέρουν άμεσα το νέο του βιβλίο με τον επίσης μεγάλο, περιγραφικό μιας κατάστασης, τίτλο Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή. Εδώ το τοπίο, όχι μόνο της πλοκής αλλά και του ύφους σχεδόν, αλλάζει. Είναι πλέον ο πετυχημένος, ευσυνείδητος συγγραφέας ΜακΓκρέκορ που γράφει, κρατώντας τις αρετές της πρώτης εκδοτικής του φούριας, αλλά γειώνοντας κάποια στοιχεία εντυπωσιασμού, προφανώς για χάρη βαθύτερων νοημάτων και πιο στέρεων χαρακτήρων.

Γιατί η αλήθεια είναι πως το Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή έχει χαρακτήρες θαυμαστά οριοθετημένους και ξεκάθαρους, δομημένους και ενταγμένους σαν σε Stratego, σε μια ατμόσφαιρα διαυγή. Χρησιμοποιώντας στρατηγικές μοντάζ (δάνειο προφανώς από τις κινηματογραφικές του σπουδές), ο ΜακΓκρέκορ, με κυλιόμενα κεφάλαια-σεκάνς της ιστορίας του δημιουργεί ένα κλειστό πλαίσιο ανάγνωσης, ασφαλές, καθόλου φορτικό για τον αναγνώστη, που περιηγείται στη ζωή του Ντέιβιντ. Είναι έφορος σε μουσείο του Κόβεντρι, παντρεμένος με την καταθλιπτική Έλινορ, που προσπαθεί ακόμα να ξεπεράσει την κακοποίηση που υπέστη ως παιδί από τη μητέρα της. Όλη του τη ζωή συλλέγει αντικείμενα -όσο κακοποιημένα και αν είναι- που αποτελούν όμως καθοριστικά ντοκουμέντα αφήγησης της ζωής (ακόμη και των προσδοκιών ζωής) του κατόχου τους.

Αυτή η εμμονή του Ντέιβιντ (που ήδη, από τα δέκα του χρόνια αποφασίζει ότι θέλει να γίνει διευθυντής ενός μουσείου, που θα αφηγείται την ιστορία της πόλης του) γίνεται το κυλιόμενο χαλί της αφήγησης, ένα χαλί πάτσγουορκ, όπου κάθε κεφάλαιο-σκηνή της αφήγησης εξηγεί την εμμονή που έχει με τη συλλογή στοιχείων και με την ιστορική έρευνα. Από τη μια είναι η παρατεταμένη απουσία του πατέρα του (ήταν στρατιώτης στον πόλεμο) στα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, στη συνέχεια η βίαιη για τα παιδικά του μάτια επιστροφή στην οικογενειακή νόρμα που είχε συνηθίσει, αλλά και μια μυστικοπάθεια των γονιών του για το παρελθόν. «Εξού και το έντονο ενδιαφέρον μου για την ιστορία, θα έλεγε κανείς, επειδή ήταν τόσο λιγοστή στο σπίτι μας. Δεν υπήρχαν καν φωτογραφίες στους τοίχους πριν πεθάνει ο πατέρας μου».

Η επαναληπτικότητα της ιστορικής εξακρίβωσης και της ταυτότητας που διατρέχει τη ζωή του γίνεται σχόλιο χλευαστικό όταν μαθαίνει πως ήταν υιοθετημένος - το γενεαλογικό του δέντρο, αυτό το πρωταρχικό στοιχείο ταυτότητας ήταν ψευδές. Νιώθει την ύπαρξή του να ακυρώνεται και αναζητά τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να γράψει μια νέα ιστορία, τη δική του. Εκκινεί, κάνοντας έρευνα στο Ίντερνετ, βάζοντας στην αναζήτηση ένα όνομα, το Mαίρη Φρίελ - η πραγματική του μητέρα. Ο ΜακΓκρέκορ αποδεικνύει στο βιβλίο αυτό πως μπορεί να κινείται σε πολλά επίπεδα και να παίζει θαυμαστά με τους χαρακτήρες του, καθώς σταδιακά -με κορύφωση το τέλος- αναπτύσσει ήρεμα και μεθοδικά τη σχέση του Ντέιβιντ με την Έλινορ, μέσα από την καθημερινότητά τους. Τη στιγμή που το σχήμα της μητέρας υποχωρεί, η καταθλιπτική, γλυκιά, απογοητευμένη από τα όνειρα που δεν έζησε Έλινορ γίνεται η γυναικεία φιγούρα που καθορίζει τη ζωή του Ντέιβιντ, κάνοντας τους «Times» να θεωρήσουν αυτό το βιβλίο «φόρο τιμής στον άνθρωπο της καθημερινότητας και στις πλευρές της ζωής που περνούν ασχολίαστες και απαρατήρητες».