Ήταν ένα πρωινό του Σεπτέμβρη του 1904, βροχερό και γκρίζο, που ο Σίγκμουντ Φρόιντ ανέβηκε για μία και μοναδική φορά στον Ιερό Βράχο. Φορώντας το καλό του πουκάμισο και συνοδευόμενος από τον αδελφό του Αλέξανδρο θα έβλεπε από κοντά την Ακρόπολη ‒ μια παράδοξη «συνάντηση», την οποία θα κατέγραφε 32 χρόνια αργότερα σε ένα κείμενο που θα έμενε στην Ιστορία. Το Disturbance of memory on the Acropolis (Ανάμνηση μιας διαταραχής στην Ακρόπολη) θα βασιστεί στο περίφημο γράμμα του Φρόυντ στον Ρομέν Ρολάν ως σημείο απεύθυνσης αλλά και προσωπικής αποκάλυψης ‒ την περίφημη αναφορά στο «ωκεάνιο συναίσθημα» του Ρομέν Ρολάν θα τη συναντήσουμε και στην αρχή του Ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας.

 

Σε αυτή την πολυσυζητημένη επίσκεψη του Φρόυντ στην Ακρόπολη αναφέρεται ένα άκρως ενδιαφέρον και καινοφανές βιβλίο που συνταράσσει με τρόπο παραστατικό, επιτελεστικό και άρα φιλοσοφικό όλα τα δεδομένα και τα υπάρχοντα ερωτήματα: διαβάζοντας το Ο Φρόυντ στην Ακρόπολη - Μια Ατοπογραφία του Ηλία Παπαγιαννόπουλου (εκδόσεις Περισπωμένη) γινόμαστε μάρτυρες ενός ανεξάντλητου δρώμενου και όχι απλώς ενός κειμένου, που ανοίγει πολλές γραμμές διαφυγής, προσπαθώντας να μας κάνει να δούμε πώς μέσα από αυτό το περιστατικό μπορεί να κινητοποιηθεί μια άλλη αρχαιολογία-αναδίφηση στον εαυτό, στο παρελθόν και στην ταυτότητα και να επανασυσταθούν το υποκείμενο και η χωροχρονική του τάξη. Τούτο σημαίνει πως μέσα από αυτήν τη συνάντηση του Φρόιντ με την Ακρόπολη αντιλαμβανόμαστε θέματα που αφορούν όχι μόνο την ψυχανάλυση και την ταυτότητα ‒την εβραϊκότητα, την ελληνικότητα ή τον περισπούδαστο αρχαιοπινή ή νεωτερικό μας χαρακτήρα‒ αλλά και την οριακή πράξη της συγκριτικής ανάγνωσης και της μεταφοράς. Μέσα από το νέο αυτό ειδολογικό εγχείρημα που προτάσσει ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, με την έννοια ότι εφευρίσκεται επιτέλους ένα νέο θεωρητικό είδος, ενεργοποιούνται διακειμενικές καταστάσεις, έντονες, φαντασμαγορικές, σπειροειδείς και καλά σκηνοθετημένες, που καταφέρνουν να ιχνηλατήσουν νέους τρόπους εξερεύνησης, τους οποίους δεν έχουμε ξαναδεί, τουλάχιστον στην ελληνική βιβλιογραφία.

 

Aυτή η φροντισμένη ανευλάβεια, η γόνιμη αποστασιοποίηση από τον ιδεαλιστικό εξωραϊσμό της Γερμανίας, επέτρεψε, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση της χειρονομίας του Φρόυντ, την ανασύσταση του ελληνικού κόσμου ως μεταιχμιακού και την επανεφεύρεση του εαυτού ως μιας terra icognita και όχι tabula rasa.

 

Αν, λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση ο Φρόυντ καταλαμβάνει συμπτωματολογικά τη θέση του Οιδίποδα, με τον οποίο τον παρομοιάζει ο συγγραφέας, ως ένας λοξός, ανασφαλής αλλά και παντοδύναμος την ίδια στιγμή βασιλιάς που αρνείται το βασίλειό του, ενώ βουτάει στην αυτογνωσία, αντίστοιχα μπορεί να φαντάζει ως ένας απόπτολις που στο δικό του κυρίαρχο πεδίο της ψυχανάλυσης καταλαβαίνει πως κατακτά μια αντίστοιχα μολυσμένη και ρημαγμένη πόλη. Γιατί ενώ ανεβαίνει στον βράχο ως ένας παντοδύναμος λευκοφορεμένος άνακτας ‒η θεατρική γραφή του Παπαγιαννόπουλου δεν ξεχνάει να μας αναφέρει το λευκό πουκάμισο που φόρεσε ο Φρόυντ για να πάει στην Ακρόπολη ως λεπτομερή, μετωνυμική ένδειξη του βασιλικού κλέους‒, κατεβαίνει ως εκπεπτωκός άγγελος, ως ένας Οιδίποδας που ξέρει ότι κατοικεί στο μεταίχμιο μιας φασματικής, ψυχικά απεδαφικοποιημένης, όπως θα έλεγε ο Ντελέζ, πόλης, όντας ταυτόχρονα μίασμα και συμβολικό της κέντρο, αρνούμενος ‒τυφλός τα τ' ώτα τον τε νουν‒, καθώς πρόκειται να δει αυτό ακριβώς που ορθώνεται μπροστά του και αυτό με το οποίο έχει να αναμετρηθεί, την ίδια του την ταυτότητα, την εβραϊκότητά του, την ψυχαναλυτική πράξη, το παρελθόν, το φάντασμα του πατέρα.

 

Η Ακρόπολη, λοιπόν, στα μάτια του Φρόυντ δεν υπάρχει, την αρνείται, όπως ο πατέρας του είχε απωθήσει με τον δικό του τρόπο την επιθετικότητα που είχε δεχτεί στο σχολείο λόγω της εβραϊκής του καταγωγής, μια πράξη λησμονημένη στο πέρασμα των χρόνων. Με αντίστοιχη φασματική μετατόπιση της μνήμης, ο Φρόυντ γράφει, τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, απευθυνόμενος στον Ρομέν Ρολάν: «Καθώς μαρτυρούν οι αισθήσεις μου βρίσκομαι τώρα πάνω στην Ακρόπολη, μόνο που δεν μπορώ να το πιστέψω» και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο: «Αυτό που βλέπω εδώ δεν είναι πραγματικό». Αλλά η Ακρόπολη είναι τόσο πραγματική όσο ποτέ. Γιατί μέσα από αυτή την αυτοανάλυση, η οποία επιχειρεί να δει αυτό που είναι εκτοπισμένο για τον Γερμανοεβραίο πατέρα της ψυχανάλυσης, τη χαμένη εβραϊκότητα, τη δική του α-μνησία ή άρνηση, εντοπίζεται μια διπλή, αλλά τόσο ενιαία μορφή αποξένωσης που απλώς επικυρώνει πανηγυρικά την αντίστοιχα διττή πρόσληψη ενός άλλου εαυτού και μιας άλλης εβραϊκότητας, μιας άλλης Ευρώπης, μιας άλλης Ελλάδας. Και είναι αυτός ο θραυσματικός χαρακτήρας που ισχυροποιεί το όνειρο ως διολίσθηση ή ως ταυτόχρονη ανάβαση και κατάβαση σε ένα σημείο από το οποίο παρατηρεί κανείς τον εαυτό του και τον ίδιο πολιτισμό. Δηλαδή, αρνούμενος την ύπαρξη της Ακρόπολης, ο Φρόυντ απλώς καθιστά ακόμα πιο ισχυρή τη δύναμή της, όπως ο Μποαμπντίλ (ένα ανάγλυφο παράδειγμα που προβάλλει η ατοπογραφία του Παπαγιαννόπουλου), ο τελευταίος βασιλιάς της Γρανάδας, ο οποίος αρνούνταν να δεχτεί την είδηση του αγγελιοφόρου ότι το τείχος της πόλης είχε πέσει, θεωρώντας το νέο non arrivé, μη συμβάν, κάνοντάς το ωστόσο ακόμα πιο ισχυρό στην προέλαση της μυθολογικής του παντοδυναμίας.

 

Εν ολίγοις, η διπλή χειρονομία του Φρόυντ, της άρνησης και της πρόσληψης, διανοίγει ένα τρίπτυχο που στήνεται ως ένα νέο αρχαιολογικό οικοδόμημα ορθωμένο ανάμεσα σε θραύσματα και σπαράγματα, το οποίο αφορά την προβληματική «ρωμαϊκή συνείδηση» που έτρεφαν οι Ευρωπαίοι για την Αθήνα, το «εβραϊκό ασυνείδητο» και το «νεοελληνικό σύμπτωμα»: «Η εμπειρία της Ακρόπολης κάτω από την αντίστροφή της με τη μορφή της αποξένωσης συμπίπτει γι' αυτόν τώρα με την επιβεβαίωση ενός γερμανοεβραϊκού και συνάμα τυπικά ευρωπαϊκού ονείρου της Ελλάδας ως ετεροτοπίας. Αυτό υποδηλώνεται και στην επαναλαμβανόμενη διολίσθηση, μέσα στο κείμενο, της "Ακρόπολης" στην "Αθήνα", λες και η πρώτη δεν είναι μόνο ή τόσο μια συγκεκριμένη τοποθεσία, όσο, κυρίως και εξαρχής, το προνομιακό σημείο παρουσίας ενός ολόκληρου πολιτισμού" επισημαίνει ο Ηλίας Παπαγιανόπουλος. Δημιουργώντας αντιστικτικά μια άλλη Αθήνα, πέρα από αυτή που είδαν ο Φαλμεράιερ ή ο Χάιντεγκερ, ο συγγραφέας επιχειρεί μέσα από τα μάτια του Φρόυντ ένα παιχνίδι αντιστροφών που αναζητά τα χαλάσματα, ακούει τις φωνές που δεν ακούγονται ‒και εδώ χωράνε οι ελάσσονες μορφές της λογοτεχνίας του Κάφκα‒ και κάνει να αναδυθούν οι πόλεις που βρίσκονται στο μεταίχμιο, γεμάτες από μειονότητες και ανθρώπους που τολμούν να δουν μέσα από τις λάσπες τα αστέρια.

 

Με άλλα λόγια, αυτή η φροντισμένη ανευλάβεια, η γόνιμη αποστασιοποίηση από τον ιδεαλιστικό εξωραϊσμό της Γερμανίας, επέτρεψε, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση της χειρονομίας του Φρόυντ, την ανασύσταση του ελληνικού κόσμου ως μεταιχμιακού και την επανεφεύρεση του εαυτού ως μιας terra icognita και όχι tabula rasa. Επιπλέον, ο Φρόυντ του 1936 δεν είναι πια ο πατριάρχης ή ο πάπας της ψυχανάλυσης αλλά αυτός που στη δύση τη ζωής του μπορεί να απαρνείται την πατριαρχική φιγούρα του χωρίς το άγχος της αναγνώρισης και κυρίως χωρίς εκείνες τις άχραντες ιστορίες του για την τοτεμική κοινωνία και το μονίμως καταπιεσμένο μέλλον. Εξού και ότι τολμά να αφεθεί σε αυτό το μισόφωτο ‒και όχι χαϊντεγκεριανό ξέφωτο‒ της συνείδησης και θυμάται όχι την ωραία, όπως οι συμπατριώτες του, Ακρόπολη, αλλά τις ακρώρειες απ' όπου η θέα μπορεί να μην είναι προνομιακή, είναι όμως σχηματισμένη από ανασκαμμένη γη σε προσχώσεις, λάσπες και ευεργετικά μιάσματα ‒ «μια εξάρθρωση κάθε μορφής προς όφελος άσημων σημείων, δονήσεων στο εσωτερικό μιας αποψιλωμένης ύλης», όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο Παπαγιανόπουλος.