Δεν είναι λίγες οι φορές που η σκληρότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος και ο τρόπος που αυτό εφαρμόστηκε στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ τροφοδότησε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στην προκειμένη περίπτωση του Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν (εκδόσεις Πάπυρος), αυτό συμβαίνει με τον πιο λιτό και ταυτόχρονα ενδιαφέροντα τρόπο.

Ο συγγραφέας περιγράφει, εξαντλητικά σχεδόν, είκοσι τέσσερις ώρες από τη ζωή ενός Ρώσου αγρότη που κρατείται σε στρατόπεδο εργασίας στη Σοβιετική Ένωση, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στα σταλινικά γκουλάγκ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο αναγνώστης παρακολουθεί τον τρόπο ζωής του ήρωα Ιβάν Ντενίσοβιτς και παράλληλα εξοικειώνεται με το μόνο σκοπό της ζωής των εκεί κρατουμένων, την επιβίωση, καθώς «...οι άνθρωποι δεν χάνονται: παρακάμπτουν το εμπόδιο κι επιβιώνουν». Η τακτική της επιβίωσης επεκτείνεται παντού και καταγράφεται λεπτομερώς όταν εφαρμόζεται στη δουλειά, στο φαγητό, στη συναναστροφή, και σε οτιδήποτε επουσιώδες θα μπορούσε να συνιστά κίνδυνο, αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά. «Τώρα, το μόνο που σκέφτεται είναι: θα επιβιώσουμε! Θα τα ξεπεράσουμε όλα, ο Θεός θα κάνει κάποτε να τελειώσουν όλα αυτά!».

Ο Ιβάν Ντενίσοβιτς και οι συγκρατούμενοί του συγκροτούν μια ομάδα τόσο γκρίζα και απαξιωμένη όσο και το περιβάλλον του γκουλάγκ όπου ζουν αναγκαστικά. Πολύ πριν την αποτύπωση τέτοιων στρατοπέδων συγκέντρωσης και εργασίας στον κινηματογράφο, ο Σολζενίτσιν ιχνογραφεί το σκηνικό που ο ίδιος γνώρισε καλά για οκτώ χρόνια τουλάχιστον. Χωρίς να δραματοποιεί, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές, αποδίδει μια μουντή και σκληρή πραγματικότητα, όπου το ατομικό συνθλίβεται οριστικά και η συλλογικότητα αποκτά χαρακτηριστικά αγέλης. Άλλο λίγο και η ζωή στο στρατόπεδο κινδυνεύει να αποκτήσει διαστάσεις εθισμού, συνηθίζοντας τους κρατούμενους σε μια σε μια λογική ισοπεδωτική: «Για όλα όσα τον αφορούν σκέφτεται και αποφασίζει η διοίκηση, πράγμα που είναι πιο απλό και εύκολο. Τι θα κάνεις όμως όταν έρθει η ώρα της ελευθερίας;».

Η τριτοπρόσωπη στο μεγαλύτερο μέρος αφήγηση εναλλάσσεται με το β' ενικό πρόσωπο, που είτε διαπιστώνει κι εκφράζει ωμά τις γενικές και συλλογικές αλήθειες που ισχύουν ως κανόνας επιβίωσης είτε επιτάσσει, γεγονός που δημιουργεί ευχάριστες διακυμάνσεις που σε φέρνουν ακόμα πιο κοντά σε όσα θέλει να μεταφέρει ο συγγραφέας, κυρίως στο ύφος και στο κλίμα του στρατοπέδου. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται και η εναλλαγή των καταστάσεων σε επίπεδο χρονικό, καθώς με αφορμή μια συγκεκριμένη μέρα, ο συγγραφέας καταφέρνει να μεταβεί και σε ένα γενικότερο επίπεδο, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης εναργέστερα ότι η συγκεκριμένη ρουτίνα είναι η ρουτίνα κάθε κρατουμένου σ' όλη τη διάρκεια της ποινής του, ίδια και βασανιστικά απαράλλαχτη. «Τέτοιες μέρες, από τη σειρήνα μέχρι τη σειρήνα, είχε τρεις χιλιάδες εξακόσιες πενήντα τρεις για να εκτίσει την ποινή του... Οι τρεις εξαιτίας των δίσεκτων χρόνων...».

Η έκδοση συμπληρώνεται από τη διάλεξη που έδωσε ο Σολζενίτσιν όταν τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Εκεί μιλάει για την αξία της τέχνης γενικά και της λογοτεχνίας ειδικότερα, όσον αφορά τη μεταφορά εμπειριών ζωής από το ένα έθνος στο άλλο, ώστε να νικηθεί το ψεύδος. «Εκείνο όμως που παρ' όλα αυτά με χαροποιεί είναι η ζώσα αίσθηση της παγκόσμιας λογοτεχνίας ως μιας ενιαίας, μεγάλης καρδιάς, που χτυπάει για τα προβλήματα και τις συμφορές του κόσμου μας».