Ένα χωριό χαμένο κάπου στην Ευρώπη, με κατοίκους που μιλάνε μια γερμανική διάλεκτο λίγο μετά το τέλος του πολέμου αποτελεί το σκηνικό που ο Φιλίπ Κλοντέλ επέλεξε για να ξεδιπλώσει το μίτο μιας ιστορίας που ξεκινά κάπως παράξενα, κινώντας από την αρχή την περιέργεια του αναγνώστη.

 

Ο πρωταγωνιστής, ο Μπροντέκ, επωμίζεται το καθήκον της συγγραφής μιας μυστηριώδους ιστορίας, της οποίας η κατάληξη αποτελεί την αρχή της Αναφοράς. Κεντρικό πρόσωπο αυτής της ιστορίας είναι ο Άντερερ, ένας επισκέπτης, που το χωριό, ενώ στην αρχή τον υποδέχεται με μια κρυμμένη καχυποψία, τελικά τον αποβάλλει, δολοφονώντας τον. Παράλληλα λοιπόν μ' αυτή την αναφορά, ο Μπροντέκ γράφει και τη δική του προσωπική ιστορία, και μαζί μ' αυτή ολόκληρου του χωριού.

Το έργο του Κλοντέλ δεν είναι εύκολο, επιλέγοντας την παράλληλη παρουσίαση δύο ιστοριών, αλλά μάλλον κερδίζει το στοίχημα. Πάνω στη γραμμική αφήγηση του χρονικού της παραμονής του Άντερερ στο χωριό διαρθρώνονται επεισόδια από τη ζωή του Μπροντέκ, χωρίς αυτό να δημιουργεί σύγχυση και εμπόδια στην κατανόηση. Μέσα από αυτή την εξιστόρηση συντίθεται το μωσαϊκό μιας κοινωνίας αλωμένης μεταφορικά και κυριολεκτικά, κυρίως λόγω του πολέμου, «μολυσμένης από το φόβο». Όπως παραδέχεται και ο Μπροντέκ, «υπάρχει εντός μας το σπέρμα της απογοήτευσης και της ανησυχίας. Νομίζω ότι έχουμε γίνει, και θα παραμείνουμε μέχρι το θάνατό μας, η μνήμη της κατεστραμμένης ανθρωπότητας. Είμαστε πληγές που δεν θα γιατρευτούν ποτέ». Τα πάντα έχουν διαβρωθεί σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και τα παιδιά εκφράζονται με αφοπλιστική σκληρότητα, ακόμα και ο ιερέας του χωριού απροκάλυπτα πια αποποιείται την πίστη του, λυγίζοντας κάτω από το βάρος όσων φρικτών του έχουν εκμυστηρευθεί κατά καιρούς.

Σ' αυτό το κλίμα εισάγει ο Κλοντέλ το πρόσωπο του Άντερερ, που εσκεμμένα δεν του αποδίδει ένα συγκεκριμένο όνομα: «... τ' όνομά του δεν το μάθαμε ποτέ. Πολύ σύντομα ο κόσμος τον βάφτισε με διάφορα παρατσούκλια στη διάλεκτό μας...». Το «Άντερερ» είναι επιλογή του Μπροντέκ, που εύστοχα εντάσσεται στη γενικότερη ανωνυμία του περιβάλλοντος αλλά και αναφέρεται καίρια στο «άλλο», στο διαφορετικό που φέρνει αυτό το πρόσωπο στην κοινότητα. Διαφορετική όψη, διαφορετική συμπεριφορά, όχι απαραίτητα καλύτερη. Η έννοια του διαφορετικού αποκτά υπόσταση όταν ο Άντερερ παρουσιάζει πίνακες όπου αποτυπώνει όλη την αλήθεια για τα πρόσωπα και τον τόπο, τη σκοτεινή τους πλευρά. Τότε η καχυποψία μετατρέπεται σε μίσος που δεν αργεί να καταλήξει σε φόνο, σε μια κοινωνία όπου «είναι καλύτερα να μην έχεις δίκιο. Είναι κάτι που θα σε κάνουν να το πληρώσεις».

Την έννοια του «άλλου» ο συγγραφέας την επεξεργάζεται και στο πρόσωπο του Μπροντέκ, που κι εκείνος θεωρείται ξένος. Αποκαλείται «Φρέμντερ» από τους συντοπίτες του, κάτι που μεταφράζεται είτε ως «ξένος» είτε ως «σκουπίδι». Ως σκουπίδι τον αποπέμπει το χωριό για να γλιτώσει, υποτίθεται, στέλνοντάς τον σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στην κόλαση ουσιαστικά, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Εκεί χάνει κάθε ίχνος ευαισθησίας, ομολογώντας πως «μου λείπουν τα βασικά όργανα για να αισθανθώ τον πόνο. Δεν τα έχω πια. Μου τα αφαίρεσαν ένα προς ένα». Ακρωτηριασμένος επιστρέφει για να βρει την αγαπημένη του γυναίκα απόκοσμη μετά το βιασμό της από στρατιώτες και μια κόρη όχι δική του, αλλά αποτέλεσμα του βιασμού, το χωριό καχύποπτο και τον καλύτερό του φίλο να τον έχει προδώσει. Όσο διαρκεί η συγγραφή της αναφοράς ανατρέχει στο παρελθόν του και μέσα από αυτήν τη διαδικασία ανακτά τις δυνάμεις του. Ως ξένος πια και σε καιρό ειρήνης αποφασίζει να φύγει και να κάνει μια νέα αρχή.

Ο Κλοντέλ καταφέρνει να διαχειριστεί αυτήν τη θεματολογία χωρίς να πέσει στην παγίδα του μελό, κυρίως γιατί κρατά το ύφος που θα ‘πρεπε να έχει μια αναφορά: ψύχραιμο και κατά το δυνατό αποστασιοποιημένο. Η ιστορία φιλτράρεται από τη ματιά ενός ανθρώπου που, μουδιασμένος, προσπαθεί να ισορροπήσει και να βρει τη θέση του, αντιλαμβανόμενος την τυχαιότητα των πραγμάτων: «Έτσι συμβαίνει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ή γεννήθηκα σε μια εποχή χωρίς κανένα φραγμό, που πετάει τους ανθρώπους σαν τραπουλόχαρτα σ' ένα τυχερό παιχνίδι;». Αυτό το στοιχείο, σε συνδυασμό με το ότι η ιστορία δεν τοποθετείται χωρικά ή χρονικά, δίνει μια οικουμενική διάσταση στην αφήγηση που προσεγγίζει άνετα το παρόν και φυσικά τον αναγνώστη, βοηθούμενη βέβαια και από τη στρωτή μετάφραση της Ασπασίας Σιγάλα.