Κοιτώντας πάλι αυτές τις φωτογραφίες, μένω με την αίσθηση ενός κενού, μιας απώλειας την οποία ο φακός είναι κατ’ ουσίαν ανίκανος να απαθανατίσει. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι παράδοξο να τις επανεκδίδω με την προσθήκη και άλλων, με καλύτερη εκτύπωση και σε πολλές περιπτώσεις με διαφορετικό στήσιμο απ’ ό,τι επέτρεπε το σχήμα του Θλιβεροί Τροπικοί». Ο κορυφαίος ανθρωπολόγος Claude Levi-Strauss, που τον προηγούμενο μήνα έγινε εκατό χρόνων, δίνει το δικό του σχόλιο για τις φωτογραφίες του που συγκέντρωσε για το λεύκωμα Νοσταλγία για τη Βραζιλία (εκδόσεις Κέδρος).

Πρόκειται για 180 φωτογραφίες που τράβηξε με τη Leica του από το 1935 ως το 1938, όταν ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Βραζιλία μέχρι τα σύνορα με την Παραγουάη και τη Βολιβία, στο πλαίσιο μεγάλης εθνολογικής έρευνας. Oι φωτογραφίες αποτυπώνουν τον τρόπο ζωής και κυρίως την ιδιαίτερη γεωγραφία των προσώπων στα ψαροχώρια, στις σαβάνες και στους καταυλισμούς των Ινδιάνων: όλες οι περιοχές ανεξερεύνητες ακόμα τότε. Οι εικόνες «διαβάζονται» υπό τις οδηγίες του ίδιου του Στρος: « Όλοι όσοι ξεφυλλίσουν αυτό το λεύκωμα θα πρέπει να προστατέψουν τον εαυτό τους από μια άλλη αυταπάτη: να πιστέψουν δηλαδή ότι αυτοί οι Ινδιάνοι, τους οποίους παρουσιάζω εντελώς γυμνούς, να κοιμούνται κατάχαμα σε αυτοσχέδια καταφύγια φτιαγμένα από φύλλα φοίνικα ή κλαριά, αυτοί οι Ινδιάνοι οι οποίοι δεν παράγουν παρά μόνο στοιχειώδη κεραμικά αντικείμενα και δεν υφαίνουν παρά μόνο μικρά έργα σχοινοπλεκτικής τα οποία προορίζονται για διακόσμηση και οι οποίοι ανάμεσα στις περιόδους μετακινήσεων δεν καλλιεργούν παρά μόνο κάποιους ταπεινούς κηπάκους, συνιστούν δείγμα μιας πρωτόγονης ανθρωπότητας. Εγώ τουλάχιστον δεν πίστεψα ποτέ κάτι τέτοιο και εδώ και καμιά εικοσαριά χρόνια συγκεντρώνονται αποδείξεις ότι οι παραπάνω συνήθειες δεν είναι αρχαϊκές».