Η περιήγηση στην ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης, μέσα από πολιτικά ξεκαθαρίσματα, κοινωνικές αναμοχλεύσεις, «λιμπιντικές πανδαισίες και ερωτικές στερήσεις», βρίσκει ιδανικό καμβά αφήγησης στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη Όμορφη Νύχτα, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Άγρα. Ο Κοροβίνης επέλεξε να αφηγηθεί τις ιστορίες του -με σχεδόν καθόλου ψέματα- ανατρέχοντας στη νυχτερινή Θεσσαλονίκη, στις εμβληματικές φιγούρες του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού που έδωσαν ρυθμό στις νύχτες της πόλης. Εστιάζει όμως στο θρυλικό μαγαζί Όμορφη Νύχτα των Αδελφών Χουλιάρα. Μαγαζί γνωστό ως «ναός» μεταξύ των Σαλονικιών που έδιναν εκεί τακτικά ραντεβού -πάντα μεσονύχτια- για να ακούσουν τη λιτή αυθεντικότητα των λαϊκών τραγουδιών από ερμηνευτές γνώριμους της πόλης αλλά και από το σύνολο των κορυφαίων λαϊκών τραγουδιστών που πέρασαν από εκεί, έστω και ως θαμώνες: Στέλιος Καζαντζίδης, Σωτηρία Μπέλλου, Μανώλης Ρασούλης, Μαριάνθη Κεφάλα και άλλοι. «... Ε, δεν είναι και καμιά μαγαζάρα, καμιά κεντράκλα. Κι όμως, εδώ μέσα ζήσανε άνθρωποι πολύ δυνατές στιγμές, άγρια πάθη, παρηγόρησαν τη μοναξιά τους, ερωτεύτηκαν, χόρεψαν, γλέντησαν με την ψυχή τους. Εδώ μέσα ακούστηκαν τα καλύτερα ρεμπέτικα σε ατμόσφαιρα απόλυτης μέθεξης, ιδανικής μυσταγωγίας. Εδώ μέσα κοινωνήσανε ψυχές. Ερχόσουν λοιπόν κατά τις δώδεκα με την παρέα σου. Καλύτερα να είχες κλείσει τραπέζι, ειδικά Παρασκευή και Σάββατο, που ήταν φίσκα. Καθόσουν στο τραπεζάκι σου και περίμενες υπομονετικά το δερβισόπαιδο που σερβίρει ποτά και ξηροκάρπια να έρθει για να δώσεις παραγγελία».

Η διήγηση του Κοροβίνη, με σπαρταριστό ρεαλισμό που φέρει εμφανώς συγκίνηση που μπορεί να γίνει λυρική όταν μιλάει για πρόσωπα που βαθιά θαύμασε, συνοδεύεται από φωτογραφίες της εποχής για την οποία μιλάει: από το 1985 ως σήμερα (αλλά και με αναφορές σε γεγονότα που ξεκινούν από το 1950). Ο ίδιος ο Κοροβίνης χαρακτηρίζει την Όμορφη Νύχτα «μυθιστορηματική χρονογραφία». Αρχιτεκτονικά δομημένο το βιβλίο, έχει τέμπο και νεύρο, χωρισμένο σε πολλές μικρές ενότητες με θέμα και τίτλο, που δεν ξεπερνούν τις έξι σελίδες σε έκταση. Έτσι κατορθώνει ο Κοροβίνης να δώσει τις δονήσεις της νύχτας, το ζητούμενο του «έξω» και της διασκέδασης, παραθέτοντας πολλές διαφορετικές ιστορίες που συναντώνται στο τελικό ύφος και ζητούμενο. Αποφεύγει τον εύκολο δρόμο της αναφοράς στα μεγάλα ονόματα και σε εντυπωσιακές φάσεις της νύχτας και μπλέκει στην αφήγησή του τύπους και χαρακτήρες που δεν είναι αναγνωρίσιμοι, αλλά συνιστούν αυτό που ήταν οι νύχτες στη Θεσσαλονίκη: μουσικοί, θαμώνες, οι σερβιτόροι που καθόρισαν τις όμορφες νύχτες της πόλης. «Τα κορίτσια στην ορχήστρα παίζουν παντού και πάντοτε το ρόλο τους. Ανεξάρτητα απ' τη φωνή που διαθέτουν, λειτουργούν σαν ατραξιόν και θεωρούνται -καλώς ή κακώς- από πολλούς ότι διασφαλίζουν το ήμισυ της επιτυχίας κάθε πάλκου. Από τις πιο μπάνικες μέχρι τις πιο σιχαμερές. Από μια σταλιά ξεβγαλμένες τσουπρίτσες μέχρι παροπλισμένες σοβαντισμένες κανκάγιες».

Το ιστορικό της Όμορφης Νύχτας -με όλη την πινακοθήκη προσώπων και την αξία ντοκιμαντέρ- αφήνει στον αναγνώστη που δεν πέρασε από εκεί την αίσθηση του θαυμασμού για κάτι που χάθηκε οριστικά: στη θέση της Όμορφης Νύχτας, στην οδό Παπάφη, βρίσκεται πλέον ένα ιντερνετάδικο...