Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αυστριακός Μαξ Νετλάου γεννήθηκε λίγα μόλις χρόνια μετά το ξέσπασμα των αυτονομιστικών εξεγέρσεων του 1848, την πλέον αξιοσημείωτη ημερομηνία στην ιστορία του αναρχισμού, τη χρονιά δηλαδή που τα αυτονομιστικά κινήματα που θα ξεσπούσαν σε όλη την Ευρώπη θα πνίγονταν στο αίμα, δίνοντας τη θέση τους στα εθνικιστικά οράματα.

 

Ο Νετλάου, γνωρίζοντας καλά τις βασικές αρχές και διαφοροποιήσεις των αναρχικών κινημάτων και σχετιζόμενος προσωπικά με τις μεγαλύτερες μορφές τους (Μαλατέστα, Ρεκλί, Κροπότκιν κ.λπ.), κατάφερε να καταθέσει το πιο εμπεριστατωμένο πόνημα που κυκλοφορεί διεθνώς για τα πιο κρίσιμα και αξιοσημείωτα χρόνια της αναρχίας από τον 18ο αιώνα έως την εποχή του Μεσοπόλεμου, το οποίο επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια με τον τίτλο Ιστορία της Αναρχίας.

 

Αυτό που φάνηκε να διαφοροποιεί τον Νετλάου ως στοχαστή από τους υπόλοιπους είναι η ιδιαίτερη έμφαση που έδωσε στη σημασία της τέχνης.

 

Μεταξύ άλλων, ο Νετλάου επιχείρησε, για παράδειγμα, να καταγράψει τις διαφοροποιήσεις του κινήματος ανά χώρα εξηγώντας αναλυτικά, για παράδειγμα, τα λάθη της παρισινής κομμούνας και τις διαφορές της από τον αναρχισμό στην Ισπανία, μια χώρα που «δεν γνώρισε, όπως η Γαλλία, έναν φιλελεύθερο 18ο αιώνα και μια επανάσταση, γι' αυτό και βρέθηκε να θρέφει τον αναρχικό κολεκτιβισμό».

 

Από την Ισπανία έφτασε στην Κεντρική Ευρώπη και την Ιταλία, όπου διαμορφώθηκε παράρτημα της περίφημης Διεθνούς από τον Μπακούνιν. Αλλά αυτό που φάνηκε να διαφοροποιεί τον Νετλάου ως στοχαστή από τους υπόλοιπους είναι η ιδιαίτερη έμφαση που έδωσε στη σημασία της τέχνης ‒ προφανής επιρροή που άσκησε πάνω του ο καλός του φίλος Γουίλιαμ Μόρις, «ο οποίος προτείνει τον συγκερασμό της τέχνης με τη ζωή, να δοθεί στην πρακτική παραγωγή μια αισθητική, να αντικαταστήσουμε τη μηχανοποίηση και τις επίσημες, τετριμμένες χρησιμοθηρικές ασχήμιες με την επιδέξια και ευχάριστη χειρωνακτική και πνευματική εργασία».

 

Κανείς δεν περιμένει, λοιπόν, σε ένα τέτοιο βιβλίο, δίπλα στον Μπακούνιν να δει αναφορές στον Χένρι Τζέιμς, στον Όσκαρ Ουάιλντ ή στον Ριχάρδο Βάγκνερ, απόδειξη πως οι τότε θεωρητικοί του αναρχισμού απείχαν έτη φωτός από τους σημερινούς, εύκολα αυτοαποκαλούμενους ως τέτοιους. Ένα βιβλίο-σταθμός που αξίζει να σημειωθεί πως μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους Σύλβια Παπαδοπούλου και Μάκη Κορακιανίτη τη δύσκολο περίοδο της δικτατορίας.