Στο γκισέ των πληροφοριών ρώτησα τον υπάλληλο στα αγγλικά για την περιοχή του ξενώνα. Εκείνος μου έδειξε τη φωτογραφία της μάνας του. Ένας άλλος στην ίδια ερώτηση μού χάρισε την τσατσάρα του. Ευτυχώς βρήκα ένα γαλλόφωνο πατριωτάκι που θα έμενε κι εκείνος στο δικό μου ξενώνα, ανέλαβε τις συνεννοήσεις, επέστρεψα την τσατσάρα και σπεύσαμε να προλάβουμε το τραίνο για τη συνοικία του Σ.


Ήταν ακόμα νωρίς το απόγευμα όταν φτάσαμε στο Σ., αρκετά μακριά από το κέντρο του Παρισιού. Τα αυτιά μου βούιζαν γιατί μέσα στο βαγόνι έπαιζε ολόκληρη ορχήστρα από μουσικούς της τσιγγάνικης τζαζ. Αφού έκανα τσεκ-ιν, άναψα ένα κερί και τακτοποίησα το σάκο μου, πήρα το συρμό του Μετρό με τους πλανόδιους μουσικούς ρέγκε και κατέβηκα στη στάση του Άιφελ. Είχε νυχτώσει πλέον για τα καλά. Βγαίνοντας στο πλατύσκαλο της εξόδου αντίκρισα για πρώτη φορά μπροστά μου τον ξακουστό πύργο, θεόρατο και κατάφωτο, που ορθωνόταν σαν ένας γίγαντας με τις πατούσες του να προβάλλουν απειλητικά πάνω μου. Έτσι όπως βρέθηκα από κάτω του σχεδόν με έπιασε ίλιγγος και μου ήρθε η ανάγκη για πιπί. Οι δημόσιες τουαλέτες είχαν πια κλειδωθεί, λόγω του προχωρημένου της ώρας, μην πάει και τσιρλιστεί κανένας τρομοκράτης. Απέναντι όμως από τον πύργο εκτεινόταν ένα τεράστιο πάρκο, που έδινε πολλές ευκαιρίες στους ντόπιους για αναψυχή και πολλές άλλες διακριτικές δραστηριότητες.

 

Γρήγορα χαθήκαμε στα στενά και ξεκινήσαμε την περιήγησή μας στις ομορφιές της Πόλης του Φωτός. Όλα πέρασαν από μπροστά μας σαν ταινία που καθηλώνει: Άιφελ, Παναγία των Παρισίων, Σανζ Ελιζέ, κήποι Λουξεμβούργου, Πάνθεον, Όπερα, Βερσαλλίες...


Διάλεξα από μακριά το θάμνο μου, ψηλούτσικο και με πυκνό φύλλωμα, και κατευθύνθηκα προς τα κει μπρος ολοταχώς και διπλωμένος. Ούτε που λογάριασα τον κόσμο γύρω μου, ο οποίος με αγνόησε επιδεικτικά. Χαρτομάντηλο δεν πρόλαβα να ζητήσω και ξεκόλλησα ένα χαρτί από το διπλανό παγκάκι. Πρόσεξα ότι έγραφε στα γαλλικά peinture fraîche – τώρα τι φρέσκο εννοούσαν, ο Θεός και η ψυχή τους. Καθώς έκανα αυτό που έκανα, αντιλήφθηκα να με πλησιάζουν δύο παρουσίες. Ήταν ένα ερωτευμένο ζευγάρι που κάθισε στο διπλανό μου παγκάκι κι άρχισε τις ήπιες ερωτικές περιπτύξεις. Αναγκάστηκα να κρυφτώ καλά μέσα στο θάμνο, μέχρι να οργανώσω σχέδιο διαφυγής – η έμπνευσή μου να φορέσω καμπαρντίνα ανοιξιάτικα θα οδηγούσε σίγουρα σε παρεξηγήσεις.


Ύστερα από κάνα δεκάλεπτο γεμάτο με "σερί, μον αμουρ, βουλέ-βου κουσέ αβεκ μουά σε σουάρ" κλπ. άκουσα τσιρίδες της κοπέλας. Στάθηκα ανάμεσα στις φυλλωσιές να δω καλύτερα κι έμαθα τελικά τι σημαίνει αυτό το peinture fraîche. Η κοπέλα μόλις είχε αντιληφθεί τη φρέσκια φούξια μπογιά στο παγκάκι και τις φούξια χεριές του εραστή στο στήθος και τον πισινό της. Την λυπήθηκα έτσι αναστατωμένη που την είδα, ενώ ο τζες της στεκόταν αποσβολωμένος μην ξέροντας τι να κάνει. Με έπιασαν οι τύψεις κι αποφάσισα να δράσω. Βγήκα από την κρυψώνα μου μπουσουλώντας κι έπεσα πάνω σε έναν υπαίθριο ζωγράφο που μάζευε τα σύνεργά του. Προσπάθησα να του εξηγήσω στα αγγλικά τι συνέβη. Εκείνος δε φάνηκε να πολυκατάλαβε, γιατί με κοίταξε με συμπάθεια και μου έξυσε την πλάτη. Μόλις του το σχεδίασα στο χαρτί, έσπευσε να βοηθήσει την κοπέλα που εξακολουθούσε να σκούζει. Εκτίμησε το μέγεθος του προβλήματος, την καθησύχασε λέγοντας ότι μπορούσε εύκολα να αποκατασταθεί η ζημιά κι έπειτα την ρώτησε για τα γούστα της. Εκείνη έδειχνε προτίμηση στα κλασικά ρετρό μοτίβα. Ο ζωγράφος το πήρε κατά γράμμα και χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις πήρε το κραγιόν της και σε χρόνο ντε-τε μετέτρεψε τις χεριές σε ένα κοπάδι βίσονες σε βαλτότοπο κυνηγημένους από ανθρώπους Νεάντερταλ. Μια ακόμα χεριά που περίσσεψε την έκανε μαμούθ.


Όταν επέστρεψα στο σταθμό του Μετρό η ώρα είχε ήδη φτάσει εννιά. Προσπάθησα να κατατοπιστώ από το σχεδιάγραμμα των δρομολογίων, αλλά οι γραμμές ήταν πολλές και με διάφορα χρώματα. Επόμενο ήταν να μπερδέψω την τιρκουάζ με τη ζαχαρί γραμμή και να πάρω το συρμό με τους πλανόδιους μουσικούς χιπ-χοπ. Μόλις αντιλήφθηκα το λάθος μου, κατέβηκα στην επόμενη στάση και πήρα τον αντίθετο συρμό με την ισραηλινή σαϊκεντέλικ τρανς. Μια από τις επόμενες στάσεις ήταν εκείνη της Μονμάρτης κι αποφάσισα να κατεβώ – το αεροπλάνο της Στέλλας ήθελε ακόμα κάποιο χρόνο για να φτάσει. Ανηφόρισα για την κορυφή του λόφου, όπου δεσπόζει ο ναός της Σακρέ-Κερ. Ήταν ανοιχτός, γιατί τελούνταν αγρυπνία. Από τους λιωμένους δείκτες του ρολογιού έξω κατάλαβα ότι επρόκειτο για μνημόσυνο του ζωγράφου Σαλβαδόρ Νταλί. Μέσα στο ναό οι πιστοί κρατούσαν οδοντόβουρτσες, πάνω στον άμβωνα στεκόταν ένα ποδήλατο, ενώ ολόγυρα ο χώρος ήταν διάσπαρτος από τσιγκελωτά μουστάκια.


Η όλη συνοικία της Μονμάρτης ζει ακόμα στον απόηχο της παλιάς της δόξας την εποχή της Μπελ Επόκ, όταν από το Παρίσι ξεκινούσαν όλες οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες της Ευρώπης. Βλέπεις τους δρόμους της και φαντάζεσαι να τους περιδιαβαίνουν ανέμελα διάσημοι ζωγράφοι και εισοδηματίες μποέμηδες μιας αλλοτινής εποχής, μακριά από την ιδρωτίλα των εργατικών προαστίων. Οσμίζεσαι το άρωμα από γυναίκες ελευθερίων ηθών να προσφέρουν στους αρτίστες έρωτα και έμπνευση με τις τρέχουσες τιμές της αγοράς, ενώ την ίδια στιγμή ο ζωγράφος Τουλούζ-Λωτρέκ, που δεν ξεκολλούσε από τα τοπικά καμπαρέ, να αποτυπώνει όλο αυτό το φανταχτερό κλίμα με τα κραυγαλέα του χρώματα. Μου ήρθαν στο νου οι διάσημες αφίσες του, όταν αντίκρισα μπροστά μου το διάσημο καμπαρέ Μουλέν Ρουζ. Φαντάστηκα μέσα τις γυμνές χορεύτριες να κάνουν τις διατάσεις τους πριν την παράσταση κι εμένα να τις βοηθάω κάνοντας την μπάρα του μπαλέτου. Κοίταξα μελαγχολικά τις τσέπες μου και την κίτρινη κλωστή στο δάχτυλο και θυμήθηκα έντρομος τη Στέλλα που ήταν να προσγειωθεί από στιγμή σε στιγμή. Πήρα τον τελευταίο συρμό του προαστιακού όπου μια παρέα έπαιζε το Νοττούρνο σε ρε μείζονα του Μότσαρτ. Όταν έφτασα στο Ορλύ η Στέλλα είχε ήδη φάει τρία Τομπλερόνε, σημάδι ότι είχε θυμωσει πολύ. Αφού έλεγξα το χώρο γύρω μήπως είχε στείλει ανθρώπους η μάνα της, άρχισα τις ρομαντικές υποσχέσεις που την κάλμαραν κάπως και πήραμε το νυχτερινό λεωφορείο για τους ξενώνες.


Την αφορμή για το ταξίδι την είχε δώσει ένα επιμορφωτικό πρόγραμμα που έπρεπε να παρακολουθήσει η Στέλλα για τη δουλειά της. Θα της κάλυπταν μικρό ποσοστό από τα έξοδα, ίσα ίσα για τους καφέδες και τα σάντουιτς. Στο σημείο αυτό ανέλαβε η μάνα της με τις διασυνδέσεις της. Της έκλεισε με ένα λογικό ποσό δωμάτιο στο γυναικείο τομέα του ξενώνα που διατηρούσε η Εκκλησία στο Παρίσι, ο οποίος συν τοις άλλοις θα της προσέφερε και μια σχετική ασφάλεια από τις επιθέσεις του ανδρικού φύλου. Διέθετα όμως κι εγώ κρυμμένο άσο στο μανίκι μου. Eίχα φίλο αρχιμανδρίτη που μεσολάβησε να βρω δωμάτιο στον ανδρικό τομέα του ίδιου εκκλησιαστικού ξενώνα. Σε ένα τέτοιο ηθικό περιβάλλον, φυσικά, θα έπρεπε με τη Στέλλα να υποκρινόμαστε τους καλούς φίλους. Το όλο σκηνικό μού θύμισε αλλοτινές εποχές, όταν ακόμα με έβλεπε σαν φίλο και με τραβολογούσε μαζί της στο γήπεδο αναγκάζοντάς με να υφίσταμαι όλο εκείνον το φανατισμό και το υβρεολόγιο.


Το νυχτερινό λεωφορείο περνούσε μέσα από τη συνοικία του Σ., όχι πολύ μακριά από τον προορισμό μας. Στους ξενώνες φτάσαμε χώρια, γιατί δεν ξέραμε ποιον θα μπορούσε να είχε βάλει η μάνα της στη γειτονιά να εποπτεύει. Ούτε και το πρωινό καταφέραμε να σμίξουμε, εφόσον η Στέλλα έφυγε νωρίς για το κέντρο της πόλης κι εγώ προσευχόμουν ακόμα στο παρεκκλήσι του ξενώνα για να μην κινήσω υποψίες. Το ραντεβού μας το είχαμε ορίσει αρκετά αργότερα στον τεράστιο σταθμό του Σατελέ στο κέντρο, για να ξεφύγουμε πιο εύκολα από τους ανθρώπους της μάνας της. Γρήγορα χαθήκαμε στα στενά και ξεκινήσαμε την περιήγησή μας στις ομορφιές της Πόλης του Φωτός. Όλα πέρασαν από μπροστά μας σαν ταινία που καθηλώνει: Άιφελ, Παναγία των Παρισίων, Σανζ Ελιζέ, κήποι Λουξεμβούργου, Πάνθεον, Όπερα, Βερσαλλίες... Αργά το μεσημέρι, αφού τελειώσαμε με τα κυριότερα αξιοθέατα, κλειστήκαμε στη Γκαλερί Λαφαγιέτ, για να αγοράσει η Στέλλα μερικά μικροδωράκια. Ήταν ακόμη η εποχή που έπαιρνε από τη δουλειά της μισθό κι όχι επίδομα δημιουργικής απασχόλησης. Σηκώσαμε, λοιπόν, τρεις ορόφους με προσφορές και προκειμένου να ψάξει και για μερικά πραγματάκια ακόμα, δέχτηκα να σφουγγαρίσω μετά το κλείσιμο του καταστήματος.


Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη στο μουσείο του Λούβρου. Η ουρά ήταν τόσο μεγάλη που μέχρι να φτάσουμε στα εισιτήρια περάσαμε από το προεδρικό μέγαρο και την πλατεία Κονκόρντ. Καθώς προχωρούσε η ουρά η Στέλλα μπόρεσε και ψώνισε κάτι κρέμες για αποτρίχωση. Τέτοια ουρά έχω βιώσει ακόμα μια φορά στον ΟΑΕΔ. Περιμέναμε τόση ώρα που από τα πασατέμπος στην τσέπη μου φύτρωσαν κολοκυθάκια. Όταν, λοιπόν, η Μεγάλη Πορεία του Μάο Τσε Τουνγκ έλαβε τέλος, μπήκαμε στο τεράστιο μουσείο και ο καθένας τράβηξε για το τμήμα που τον ενδιέφερε. Ο Στέλλα διάλεξε τα αρχαιοελληνικά και τα αιγυπτιακά εκθέματα κι εγώ τους πίνακες ζωγραφικής, ώστε να εμπεδώσω αυτά που διδαχτήκαμε στο λαϊκό πανεπιστήμιο. Μου έκαναν εντύπωση η μελαγχολία που έβγαζαν οι ρομαντικοί πίνακες. Στους περισσότερους μόνιμο θέμα ήταν οι μοναχικές φιγούρες με γυρισμένη πλάτη μέσα στην απεραντοσύνη του τοπίου. Συνειρμικά κατέκλυσαν το νου μου στενόχωρες αναμνήσεις – η μακαρίτισσα η γιαγιά μου που μας έπλεκε τερλίκια, η καϋμένη μας δασκάλα που παιδεύαμε στην τετάρτη δημοτικού και το μπριάμ της Στέλλας.


Άλλαξα τομέα και κατευθύνθηκα στα νεοκλασικά. Εδώ μάλιστα! Καθαρές μορφές, επιρροές από την αρχαιότητα και πολλές γυμνές γυναικείες υπάρξεις. Μου άρεσαν ιδιαίτερα εκείνες με τη γυρισμένη πλάτη και με την πετσέτα να έχει γλιστρήσει κάτω στο μάρμαρο. Τηλεφώνησα στη Στέλλα να κάνει έναν κόπο να τα δει, για να καταλάβει τι είναι αυτό που με προσελκύει αισθησιακά. Μονίμως την παρακαλάω να αφήσει τη ρόμπα να ξεγλιστρήσει απαλά κι εκείνη από ινάτι κάνει το αντίθετο, τυλίγεται όλο και περισσότερο λες κι ετοιμάζεται για αγώνα μποξ.


Αργά το απόγευμα αξιοποιήσαμε το ρομαντικό κλιμα του Παρισιού για μια κρουαζιέρα στο Σηκουάνα με τα τοπικά πλοιάρια. Σε όλη τη διαδρομή στεκόμασταν αγκαλιασμένοι στην κουπαστή του πλοίου αγναντεύοντας τα αρχοντικά κτίρια στην όχθη που μας αποχαιρετούσαν και χάνονταν μέσα στο σύθαμπο και την αχλή του νοτισμένου αέρα. Την κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου και όλος μου ο ερωτικός ίμερος ξεχύθηκε σαν καταρράκτης βρίσκοντας δίοδο στα χείλη της.


Τον καταρράκτη διέκοψε ξαφνικά σαν στρόφιγγα το κουδούνισμα από το τηλέφωνο της Στέλλας. Ήταν η μάνα της που είχε θυμώσει, γιατί τολμούσα και πασπάτευα την κόρη της. Επίσης μας μάλωσε που παραγγείλαμε στο πλοίο κοκτέιλς κι όχι κάτι οικονομικότερο. Για τα υπόλοιπα ζητήματα θα εξηγούμασταν πίσω στην πατρίδα. Οι μέρες της ξεγνοιασιάς είχαν τελειώσει. Ένα ακόμη τηλεφώνημά της μας βρήκε στην Ντίσνεϊλαντ, στο τραινάκι του τρόμου, και κόντεψα να πάθω συγκοπή. Αυτή τη φορά είχε μάθει ότι η μύτη της κόρης της μπούκωσε και θα της έστελνε με κούριερ ζακέτα.


Το τελευταίο βράδυ αποχαιρέτησα τη Στέλλα μερικά στενά πριν τον ξενώνα και αφέθηκα να περιπλανηθώ στους πλατείς δρόμους της σιωπηλής συνοικίας του Σ. Επιστρέφοντας βρήκα την πόρτα του ξενώνα κλειστή – έκλεινε αυστηρά στις 12. Ένας φοιτητής κοιμόταν παραδίπλα στο πλατύσκαλο. Τον σκέπασα με την καμπαρντίνα μου κι έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί πιθανή λύση στο πρόβλημα που προέκυψε. Είχα δύο επιλογές. Η πρώτη ήταν να πληρώσω δωμάτιο στο παρακείμενο ξενοδοχείο και να γλιτώσει κι ο φουκαράς το πλατύσκαλο. Δε μου είχε μείνει φράγκο στις τσέπες, γιατί είχα κάνει το λάθος να αγοράσω σάντουιτς από το κέντρο του Παρισιού. Η άλλη λύση ήταν να βρω τρόπο να τρυπώσουμε στο κτίριο. Επεχείρησα να παραβιάσω την πόρτα με την πιστωτική μου κάρτα, δίχως αποτέλεσμα όμως γιατί είχε λήξει πριν τρεις μήνες. Η τράπεζα τις χορηγούσε τότε δωρεάν με την αγορά μπισκότων βουτύρου.
Εκεί σκέφτηκα να συμβουλευτώ το Μελέτη. Ο Μελέτης έχανε τόσο συχνά τα κλειδιά του, ώστε εξασκήθηκε ιδιαίτερα σε ζητήματα διαρρήξεων. Είχε καταφέρει να παραβιάσει με ποικίλους τρόπους την εξώπορτα της οικοδομής του, την πόρτα του διαμερίσματος, την πόρτα του ασανσέρ, το ψυγείο και μια τράπεζα, όπου είχε ξεχάσει το κινητό του. Τον πήρα κάμποσες φορές τηλέφωνο χωρίς αποτέλεσμα. Στην πέμπτη προσπάθεια κάποιος το σήκωσε. Ήταν από την Ασφάλεια και η συνομιλία μας καταγραφόταν. Ο Μελέτης ήταν απασχολημένος γιατί ανακρινόταν. Ο ευγενικός κύριος με ρώτησε τι τον ήθελα κι εγώ του απάντησα ότι έψαχνα κάνα καλό μαγαζί για προφιτερόλ. Άλλη λύση δε μου έμενε παρά να τηλεφωνήσω στη Στέλλα ελπίζοντας ότι δε θα έχει πέσει ακόμα για ύπνο. Έτσι και την ξυπνούσα θα μου ξαναμιλούσε το Πάσχα. Ήταν ακόμη ξύπνια λόγω μελέτης και ήρθε αμέσως φέρνοντάς μας μερικά ρούχα. Μας έντυσε εμένα και το άλλο παιδί φοιτήτριες θεολογίας και κατάφερε να μας μπάσει στο δικό της ξενώνα. Με τις άλλες κοπέλες μας έστρωσαν παπλώματα πίσω από τις κουρτίνες, κοιμηθήκαμε μερικές ώρες και το πρωί το σκάσαμε ως μανουάλια. Μήνες αργότερα παρευρέθηκα στη δίκη του Μελέτη στο πλημμελειοδικείο, όπου η μάνα του αγόρευε για έξι ώρες και τον αθωώσανε.