Μετά τον θάνατο της μητέρας μου έπαιρνα χάπια για να κοιμηθώ τις νύχτες. Δεν μπορούσα να υπάρξω χωρίς το Ambien. Αν με ρωτούσαν ποιοι είναι οι μεγάλοι έρωτες της ζωής μου, το Ambien θα ήταν σίγουρα στην πρώτη τριάδα.

 

Κάθε βράδυ σχεδόν, κατέβαινα με τα πόδια από το Χάρλεμ μέχρι κάτω στην Γουόλ Στριτ προσπαθώντας να εξαντλήσω το σώμα μου, όπως κάνει ένα παιδί ή ένα σκυλί. Μερικά τετράγωνα πριν το σπίτι μου κατάπινα στεγνό το χάπι και περπατούσα την υπόλοιπη διαδρομή νιώθοντας αυτή την κυματιστή ευφορία που είχα φτάσει να συνδέω απολύτως με μια επικείμενη γαλήνη.

 

Υπήρχε εκείνη την εποχή ένας άντρας που με άκουγε με υπομονή και αφοσίωση, καθώς περιέγραφα την αβάσταχτη θλίψη μου, το ότι δεν μπορούσα να πετάξω το αποσμητικό της μάνας μου και το ότι είχα φυλάξει την τελευταία κουβέρτα που σκέπασε τον πατέρα μου σε ένα ράφι στο υπνοδωμάτιό μου...

 

Ένα βράδυ καλοκαιριού εκείνος ο άντρας με συνόδεψε σπίτι μετά το φαγητό. Ένιωθα τρομακτικά μόνη κι εκείνος φαινόταν να είναι εξαιρετικός ακροατής. Λίγο πριν φτάσουμε, έβγαλα ένα Ambien από το ασημένιο κουτάκι που χρησιμοποιούσε και η μητέρα μου για τα χάπια που έπαιρνε μετά τον θάνατο του πατέρα μου.

 

Το κατάπια χωρίς νερό κι αυτός γέλασε παρακολουθώντας αυτή την ανόητη, θλιβερή, μικρή ρουτίνα μου. Μου είπε πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι το να κυκλοφορώ με περιορισμένες αισθήσεις στους δρόμους του Μανχάταν. Ότι θα μπορούσα να πέσω θύμα βιασμού...

 

Μετά από κάποια ώρα ξύπνησα ξαφνικά και τον βρήκα με το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια μου. Ήταν τόσο συγκρατημένος στην πράξη του που μέσα στην ομίχλη μου έμοιαζε απόμακρο αυτό που γινόταν, σαν κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλο. Γρήγορα όμως ξύπνησα εντελώς και τον ρώτησα τι συνέβαινε. Αμέσως σηκώθηκε πάνω, δείχνοντας λίγο ένοχος. Δεν απολογήθηκε όμως.

 

Έξω από την πόρτα του δωματίου μου του είπα ότι είμαι εντάξει. Του είπα να πάει σπίτι. Καθώς απομακρύνθηκε, χώθηκα μέσα στο κρεβάτι με τα ρούχα και αποκοιμήθηκα αμέσως. Μετά από κάποια ώρα ξύπνησα ξαφνικά και τον βρήκα με το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια μου.

 

Ήταν τόσο συγκρατημένος στην πράξη του που μέσα στην ομίχλη μου έμοιαζε απόμακρο αυτό που γινόταν, σαν κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλο. Γρήγορα όμως ξύπνησα εντελώς και τον ρώτησα τι συνέβαινε. Αμέσως σηκώθηκε πάνω, δείχνοντας λίγο ένοχος. Δεν απολογήθηκε όμως. Στο κάτω-κάτω, η δική μου ζαλάδα μου ήταν αυτή που δεν του επέτρεπε να μου προσφέρει αυτή την υπέρτατη απόλαυση με την οποία συνδέουμε την αιδοιολειξία.

 

Το σκεφτόμουν αυτό έντονα τις τελευταίες εβδομάδες, παρατηρώντας τις διάφορες αντιδράσεις στην δίκη του Χάρβεϊ Γουάινστιν και τις συζητήσεις γύρω από το διά της βίας στοματικό σεξ. Τόσο η ηθοποιός Αναμπέλα Σιόρα όσο και η παραγωγός Μίμι Χαλέγι θυμήθηκαν στις καταθέσεις τους περιπτώσεις όπου ο Γουάινστιν τις κρατούσε διά της βίας κάτω επιβάλλοντάς τους στοματικό έρωτα.

 

Μέχρι και πολύ πρόσφατα, η ιδέα της βιαίως εξαναγκαστικής αιδοιλειχίας φαινόταν θολή και ασαφής, στην καλύτερη περίπτωση. Στην πολιτεία της Τζόρτζια, βιασμός θεωρείται μόνο αν το ανδρικό όργανο διεισδύσει στο γυναικείο. Πολλοί άνθρωποι θα συμφωνούσαν. Το στοματικό σεξ δεν μετράει ως «πραγματικό σεξ», όπως είχε δηλώσει και ο Μπιλ Κλίντον το 1998. Το στοματικό σεξ εμπεριέχει σαφώς μικρότερο ρίσκο μετάδοσης σεξουαλικών νοσημάτων σε σχέση με το σεξ ή τον βιασμό «της διείσδυσης». Και βέβαια, επικρατεί και αυτή η άθλια αντίληψη ότι πρόκειται για ένα είδος κανακέματος, φροντίδας, δώρου. Μια χαλαρωτική επίσκεψη στο spa.

 

«Αυτό είναι για σένα», φέρεται να είχε πει ο Χάρβεϊ Γουάινστιν στην Αναμπέλα Σιόρα.

 

Προφανώς, οι άνθρωποι εκφράζονται διαφορετικά πρόσωπο με πρόσωπο σε σχέση με τον προσεκτικό τους λόγο στα social media. Συζητώντας λοιπόν με γνωστούς και φίλους σχετικά με την δίκη και με την έννοια της βίαιης και χωρίς συναίνεση αιδοιολειχίας, άκουσα διάφορες απόψεις:

 

Έλα μωρέ, δεν μπορούσε να τον σπρώξει με τα πόδια της;

 

Εντάξει, δεν είναι και το χειρότερο που μπορούν να σου κάνουν διά της βίας...

 

Αυτό που απάντησα εγώ ήταν ότι για μένα αλλά και για άλλες, το χειρότερο απ΄ όλα ήταν ότι δεν κατηγόρησα τον δράστη, αλλά τον εαυτό μου. Αλλά αυτό το συναίσθημα δεν αναλύεται εύκολα σε μια κουβέντα...
Εκείνη τη νύχτα στο δωμάτιό μου ένιωσα το ακριβώς αντίθετο της απόλαυσης. Ένιωσα αηδία από τις αυτάρεσκες κινήσεις της γλώσσας, από την βίαιη εγγύτητα μιας πράξης που για πολλές γυναίκες είναι πιο προσωπική και πολύτιμη σεξουαλικά από την συνουσία.

 

«Κοιμάμαι», του είπα. «Πήγαινε σπίτι σε παρακαλώ».

 

Ήθελα να κρατηθώ ξύπνια για να σιγουρευτώ ότι έφυγε. Ήθελα να εγκαταλείψω το σώμα μου και το πρωί που θα ξυπνούσα να είχε γίνει αχνή η ανάμνηση αυτή η επίθεση.

 

Να εξομολογηθώ και κάτι άλλο: Δεν αισθάνομαι άνετα να χρησιμοποιώ την λέξη «επίθεση», εν μέρει λόγω της συνενοχής που ένιωσα, εν μέρει λόγω της ταπείνωσης. Τώρα που το γράφω σκέφτομαι ότι υπάρχουν άτομα που το διαβάζουν και δεν πιστεύουν ότι μπορεί να είναι τόσο «σημαντικό» όσο ο βιασμός μέσω συνουσίας. Ότι τα δραματοποιώ υπερβολικά. Ότι κι αυτός ο κακομοίρης απλά ήθελε να κάνει ένα θλιμμένο κορίτσι να νιώσει καλύτερα.

 

Το χειρότερο όμως τελικά είναι η θολούρα.

 

Για κάποιες γυναίκες, ο τρόπος που κάποιος σου επιτίθεται σεξουαλικά με μια συναισθηματική σχεδόν ένταση, προκαλεί μια διαβολική σύγχυση.

 

Δεν τον κλώτσησα στο κεφάλι. Ούτε ούρλιαξα. Σκεφτόμουν ότι αν τον κλωτσούσα, θα φαινόμουν όχι απλά υπερβολική, αλλά σα να μου έχει στρίψει ξαφνικά. Θυμάμαι, με μια αίσθηση ναυτίας, ότι δεν ήθελα να σκεφτεί ότι «δεν το έκανε σωστά». Και μόνο που γράφω αυτές τις γραμμές, αισθάνομαι εντελώς ανίσχυρη, υπαρξιακά υποταγμένη. Μισώ τον εαυτό μου.

 

Μετά τους δύο βιασμούς που φέρεται να υπέστη στα χέρια του Γουάινστιν, η Μίμι Χαλέγι εξακολούθησε να επικοινωνεί μαζί του γραπτώς, ζητώντας του συμβουλές και εργασία. Αν δεν έχετε βρεθεί σε παρόμοια θέση, είναι σχεδόν αδύνατο να μην σας προκαλέσει κάποια καχυποψία η μαρτυρία της. Αν η επίθεση που υπέστη ήταν τόσο φρικιαστική, πώς γίνεται να εξακολούθησε να του μιλάει; Ακόμα κι αν δίσταζε να απευθυνθεί στις αρχές, το λογικό δεν θα ήταν να μην θέλει να ξανακούσει γι΄ αυτό το τέρας;

 

Ύστερα από εκείνο το βράδυ, διατήρησα την επαφή μου μαζί του για κανένα χρόνο περίπου. Υπήρχαν διάφοροι λόγοι γι' αυτό, με πιο σημαντικό ίσως ότι μου παρείχε κάποια συναισθηματική υποστήριξη. Επιπλέον, μου δήλωσε ότι με αγαπά και δεν ήθελε τίποτα από μένα πέρα από το να του επιτρέπω να βρίσκεται εκεί όταν το χρειάζομαι. Του είχα ξεκαθαρίσει – με τα λόγια και με τις πράξεις μου – ότι δεν με ενδιέφερε τίποτα περισσότερο μεταξύ μας και εκείνος με τη σειρά του μου ξεκαθάρισε ότι δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω.

 

Η σύγχυση και η ασύμμετρη φύση αυτής της σχέσης κορυφώθηκαν εκείνη τη νύχτα. Δεν τον κλώτσησα ούτε ούρλιαξα όταν βρήκα το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια μου και το εσώρουχό μου κατεβασμένο στον αστράγαλο. Εκείνη η στιγμή ήταν το απόλυτο σύμβολο της συνενοχής μου. Γι' αυτό και διστάζω να χρησιμοποιήσω την λέξη «επίθεση», παρότι η πράξη συνέβη ενώ δεν είχα τις αισθήσεις μου.

 

Έλα μωρέ, δεν μπορούσε να τον σπρώξει με τα πόδια της;

 

Ήθελα να μείνω ξύπνια εκείνη τη νύχτα, αλλά τελικά με πήρε ο ύπνος. Στους μήνες που ακολούθησαν, η φριχτή ένταση της εμπειρίας άρχισε να υποχωρεί σταδιακά. Δεν τον έβλεπα σαν τέρας, αλλά μου προκαλούσε απέχθεια το πρόσωπο του, τα άπληστα μάτια του, ο τρόπος που με κοίταζε σα να είμαι για πάντα το κορίτσι που βρίσκεται μπρούμητα στο μοναχικό, λευκό του κρεβάτι και τον περιμένει να την ανασύρει από τα έγκατα της κόλασης.

 

Το επόμενο πρωί που ξύπνησα, ανακάλυψα ότι με είχε σκεπάσει με την κίτρινη κουβέρτα του πατέρα μου σα να μου πρόσφερε ακόμα κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι χρειαζόμουν.