Αν, ιστορικά, υπήρξαν τρία κύματα φεμινισμού, το 4ο, αυτό στο οποίο κολυμπάμε τώρα, είναι το πιο θολό. Το πρώτο διεκδικούσε τη νομοθετική κατοχύρωση των βασικών δικαιωμάτων των γυναικών, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα του εκλέγειν.

 

Το δεύτερο κύμα, από τη δεκαετία του '60 και μετά εστίασε στην ανεξαρτησία, τη βελτίωση της ζωής των γυναικών, τη μάχη για ισότητα. Ήταν το κύμα που ενέταξε τις λεσβίες στο κίνημα, μια κατηγορία ανθρώπων που μέχρι τότε είχαν ασαφή σχέση με τις ετεροφυλόφιλα προσανατολισμένες φεμινιστικές ομάδες. Από το δεύτερο κύμα προκύπτει και η θεωρία του ριζοσπαστικού φεμινισμού, που κατεβαίνει ως τις μέρες μας και παρά τις καλές προθέσεις γίνεται πηγή παρανοήσεων.

 

Το τρίτο κύμα είναι αυτό που θέλει να πιστεύει ότι γιγαντώθηκε τη δεκαετία του '90 και ασχολήθηκε κυρίως με το να κεφαλαιοποιήσει τις νίκες των δύο προηγούμενων, αλλά και να εστιάσει σε ζητήματα βίας σχετιζόμενα με το φύλο. Ο βιασμός, η σεξουαλική παρενόχληση, η ενδο-οικογενειακή βία, οι μονογονεϊκές οικογένειες ήταν οι άξονες του.

 

Και ερχόμαστε στο μπερδεμένο σήμερα. Ακόμη κι αν λάβει κανείς υπ' όψιν την καλοπροαίρετη παρατήρηση της Alison Jaggar ότι αυτό που ενοποιεί τα ποικίλα ρεύματα της φεμινιστικής θεωρίας είναι η κοινή δέσμευση στην εξάλειψη της υποταγής των γυναικών, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει τη θολότητα, τη μανία, την αγάπη για τα άκρα.

Αν κρίνει κανείς από αυτό που ζούμε στις μέρες του #MeToo, με τις ετεροχρονισμένες καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης, προφανώς τα προστάγματα και τα διδάγματα αυτού του κύματος άργησαν και να αφομοιωθούν και να υλοποιηθούν.

 

Και ερχόμαστε στο μπερδεμένο σήμερα. Ακόμη κι αν λάβει κανείς υπ' όψιν την καλοπροαίρετη παρατήρηση της Alison Jaggar ότι αυτό που ενοποιεί τα ποικίλα ρεύματα της φεμινιστικής θεωρίας είναι η κοινή δέσμευση στην εξάλειψη της υποταγής των γυναικών, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει τη θολότητα, τη μανία, την αγάπη για τα άκρα.

 

Από το να μπερδεύεται η φιλοφρόνηση και το φλερτ με το catcalling και την κουλτούρα του βιασμού, μέχρι το να επιχειρείται η προσπάθεια αθώωσης αποτρόπαιων πράξεων, επειδή έγιναν από γυναίκες στο πλαίσιο μιας πατριαρχικής κοινωνίας (σ.σ.: ήδη κυκλοφορούν σχετικές αφίσες στην Αθήνα με αφορμή τη νεαρή παιδοκτόνο της Νέας Σμύρνης και άλλα παρόμοια περιστατικά), η σύγχυση είναι τεράστια.

 

Ναι, στις έμφυλες κοινωνίες ο σεξισμός είναι πιο εύκολα εντοπίσιμος, ωστόσο η απάλειψη του φύλου δεν είναι η λύση στο πρόβλημα. Η εχθρική, καχύποπτη αντιμετώπιση συνολικά του ανδρικού γένους δεν είναι πανάκεια – η τακτική κάπου χωλαίνει.

 

Αν κρίνει κανείς από αυτό που ζούμε στις μέρες του #MeToo, με τις ετεροχρονισμένες καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης, προφανώς τα προστάγματα και τα διδάγματα αυτού του τρίτου φεμινιστικού κύματος άργησαν και να αφομοιωθούν και να υλοποιηθούν.
Αν κρίνει κανείς από αυτό που ζούμε στις μέρες του #MeToo, με τις ετεροχρονισμένες καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης, προφανώς τα προστάγματα και τα διδάγματα αυτού του τρίτου φεμινιστικού κύματος άργησαν και να αφομοιωθούν και να υλοποιηθούν.

 

Πριν από λίγο καιρό, η Βιρζινί Ντεπάν, ούτε λίγο ούτε πολύ πρότεινε μια καθαρή μορφή αυτοδικίας: το να μπορεί το θύμα βιασμού να σκοτώσει το βιαστή του, χωρίς να αντιμετωπίσει συνέπειες...

 

Η Ντεπάν δεν είναι άγνωστη ούτε στους φεμινιστικούς κύκλους ούτε σε αυτούς των σκεπτόμενων - ως αουτσάιντερ με καλές βολές παίζει εδώ και χρόνια και στις δύο πτέρυγες, με πολλές συμπάθειες και αρκετούς εχθρούς.

 

Το όνομα της επανέρχεται στη συζήτηση και στα Μέσα κάθε φορά που ανακύπτει κάποιο σκάνδαλο σεξουαλικής παρενόχλησης ή βιασμού: όταν έγινε γνωστή η θρυλική πλέον υπόθεση του Ντομινίκ Στρος Καν, ο Guardian σ' αυτήν εμπιστεύθηκε το κεντρικό σχόλιο.

 

Όταν οι αποκαλύψεις τέτοιων υποθέσεων από το Χόλιγουντ και την Ευρώπη μέχρι τη βαθιά Ανατολή έγιναν καθημερινότητα, η Ντεπάν -λόγω έργου και προσωπικής ιστορίας- βρέθηκε και πάλι στην επικαιρότητα. Όμως, αυτή τη φορά, με μία οριακή, προβοκατόρικη άποψη, που δημιουργεί απορίες για το αν διατυπώθηκε για να μπει ξανά ο βιασμός στο παγκόσμιο τραπέζι των συζητήσεων ή απλώς για να προκαλέσει αίσθηση. Σκοτώνεις τον βιαστή σου ή όχι;

 

(Πριν προχωρήσουμε, ας πούμε ότι ενστικτωδώς κι ανεξαρτήτως φύλου, η πρώτη απάντηση που αβίαστα προκύπτει είναι «ναι». Τώρα, ας πάμε παρακάτω εκεί που δεν είμαστε μόνοι, ακόμη στα δέντρα, εκεί που οι νόμοι, ανεπαρκείς και κάποτε ανάξιοι, νόμοι ωστόσο, συντηρούν το κοινωνικό πλαίσιο).

 

Η συνέντευξη της Βιρζινί Ντεπάν

 

Η διατύπωση του ερωτήματος έγινε από τη Ντεπάν κατά τη διάρκεια συνέντευξής της, με μεγάλη μαεστρία, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής: «Δεν μισώ τους άντρες. Αλλά θα ήθελα να είμαι σε θέση να τους φερθώ με τον τρόπο που μας συμπεριφέρονται εδώ και χρόνια. Αισθάνομαι πιο άνετα μ' αυτή τη σκέψη.

 

»Αν θεωρούμε ότι ο βιασμός είναι ένα σοβαρό θέμα κι αν έχεις διδαχθεί ότι έχεις το δικαίωμα να σκοτώσεις κάποιον που θέλει να σε βλάψει, νομίζω ότι αλλάζει όλο το πλαίσιο συζήτησης. Όμως, πιστεύουμε ότι ο βιασμός είναι κάτι τόσο σοβαρό, ώστε να επιτρέψουμε στις γυναίκες να σκοτώνουν τους άντρες; Αυτό κατά την άποψη μου είναι ένα σοβαρό ερώτημα».

 

Χοντροκομμένη τοποθέτηση, αν και δοσμένη ήρεμα και ενώ πίσω από τις λέξεις η συζήτηση δεν χωρά μόνο τον βιασμό, αλλά πρακτικά την αυτοδικία για οποιαδήποτε πράξη μπορεί να βλάψει έναν άνθρωπο...

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ντεπάν ξεκινά με απολύτως ήρεμο τρόπο μία δύσκολη, στα όρια της προβοκάτσιας, συζήτηση για τη δύναμη των φύλων. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιλέγει να δέσει τον φεμινισμό με τη βία για να προκαλέσει διάλογο για ένα θέμα ταμπού. Και δεν είναι τυχαία η ίδια, παρά τους σχετικά χαμηλούς τόνους για μακρά χρονικά διαστήματα, μέχρι να ανακύψει αφορμή που να άπτεται των θεματικών της.

 

Πριν από λίγο καιρό, η Βιρζινί Ντεπάν, ούτε λίγο ούτε πολύ πρότεινε μια καθαρή μορφή αυτοδικίας: το να μπορεί το θύμα βιασμού να σκοτώσει το βιαστή του, χωρίς να αντιμετωπίσει συνέπειες.
Πριν από λίγο καιρό, η Βιρζινί Ντεπάν, ούτε λίγο ούτε πολύ πρότεινε μια καθαρή μορφή αυτοδικίας: το να μπορεί το θύμα βιασμού να σκοτώσει το βιαστή του, χωρίς να αντιμετωπίσει συνέπειες.

 

Ριζοσπάστρια φεμινίστρια, με κάποτε ακραία ρητορική, εδώ και καιρό φαίνεται να έχει ενταχθεί στους κόλπους του λεσβιακού φεμινισμού, δηλαδή της πολιτικής έκφρασης του ριζοσπαστικού φεμινισμού που θεωρεί τον λεσβιακό προσανατολισμό ως μέσο απόδρασης από την πατριαρχία και τρόπο για να αποκτήσουν όλες οι γυναίκες «γυναικεία ταυτότητα».

 

Πρώην ιερόδουλη, θύμα βιασμού η ίδια, δεν φοβάται ή για την ακρίβεια δεν φείδεται να «μιλήσει» για τη βία. Η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε το 1993, το απαγορευμένο (στη Γαλλία και αλλού) "Baise-moi" (αγγλικός τίτλος "Fuck me") δεν ήταν παρά μια βίαιη εισαγωγή στο αυτοβιογραφικό sex drive της, με ωμές, ρεαλιστικές περιγραφές βιασμών, δολοφονιών και ανθρώπων στο περιθώριο.

 

Επί της ουσίας, η Ντεπάν έδωσε γλώσσα στη γυναικεία βία, έκανε εικόνα τα στερεότυπα που αναπαραγόμενα αναγκάζουν τις γυναίκες σε συγκεκριμένες ηττοπαθείς και δουλικές συμπεριφορές, έχει γράψει υπέροχες θεωρίες για τον γάμο και τις ανάγκες που εξυπηρετεί εις βάρος των γυναικών ο θεσμός.

 

Το "King Kong Theory" –το άλλο πολυσυζητημένο βιβλίο της- υπό αυτή την άποψη, υπήρξε ενοχλητικό για πολλούς μεν, ωστόσο διαφωτιστικό για τους σωστούς λόγους. Η γυναικεία ομορφιά στο παζάρι της εύρεσης συντρόφου, ο γάμος ως άγρα πελατείας και ευλογημένης πορνείας, η ανατροφή των κοριτσιών αποκλειστικά ως συζύγων και μανάδων ακόμη και σε προηγμένες κοινωνίες, ήταν μια σκληρή, αλλά ωραία αφήγηση της πατριαρχικής ιστορίας.

 

Το "King Kong Theory" –το άλλο πολυσυζητημένο βιβλίο της Βιρζινί Ντεπάν- υπό αυτή την άποψη, υπήρξε ενοχλητικό για πολλούς μεν, ωστόσο διαφωτιστικό για τους σωστούς λόγους.
Το "King Kong Theory" –το άλλο πολυσυζητημένο βιβλίο της Βιρζινί Ντεπάν- υπό αυτή την άποψη, υπήρξε ενοχλητικό για πολλούς μεν, ωστόσο διαφωτιστικό για τους σωστούς λόγους.

 

Ωστόσο, με την προτροπή σε δολοφονία του εκάστοτε βιαστή, και μάλιστα μια προτροπή πλασαρισμένη ως φεμινιστική συμβουλή, κάτι πηγαίνει απολύτως λάθος. Και καθώς το Broadly που φιλοξένησε πριν από μήνες την άποψη της δεν είχε το σθένος να επιμείνει για το αν πρόκειται για αλληγορία ή για ακόμη ένα πυροτέχνημα της Ντεπάν, για το αν η συζήτηση γίνεται για την αυτοάμυνα ή για την εκδίκηση, ο φεμινισμός –ή έστω ένα κομμάτι του- ως πολιτική έκφραση μοιάζει να υπηρετεί το όραμα της αυτοδικίας.

 

[Κάπου εδώ ας σημειωθεί ότι το LIFO.gr επιχείρησε να έρθει σε επαφή με την κυρία Ντεπάν, ωστόσο, η ευγενής γραμματέας της μας ενημέρωσε ότι απαντά μόνο σε ερωτήσεις που κρίνει σκόπιμο εκείνη να απαντήσει... ]

 

Τα περισσότερα θύματα βιασμού ευχήθηκαν τον θάνατο του βιαστή τους ή ονειρεύτηκαν ότι τον σκοτώνουν. Και άπειρες οι κακοδικίες που έστειλαν ξανά στην ελευθερία έναν βιαστή. Ωστόσο, όλα τα υπόλοιπα καμία σχέση δεν έχουν με τον φεμινισμό, ο οποίος αποτελεί εργαλείο διαλόγου και όχι απασφαλισμένη χειροβομβίδα.

 

Πόσω μάλλον, όταν τέτοιες απόψεις προωθούνται από κάποια που επικρίνει χρόνια τώρα τη βία που προωθείται από παντού (σειρές, ταινίες, διαφημίσεις, κόμικ) ως απόλυτα συνδεδεμένη με τον ανδρισμό.

 

Και ας είμαστε ειλικρινείς: προφανώς και δεν θέλει συζήτηση για το τι κάνει κανείς την ώρα της κρίσης, την ώρα που προσπαθεί να προστατεύσει τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα·όλα παίζουν και όλα μπορούν να συμβούν. Προφανώς, όμως και όλο αυτό δεν έχει σχέση με τον φεμινισμό, το φύλο ή τη θολότητα που επικρατεί στο μυαλό κάποιου.

 

Ακόμη και έτσι, ωστόσο, αποδεχόμενοι πλήρως ότι η πατριαρχία μισεί τις γυναίκες, τι πραγματικά κάνει στους άντρες;

 

Εδώ και καιρό και ειδικά μετά τα απανωτά περιστατικά ένοπλων επιθέσεων σε σχολεία των ΗΠΑ ανθίζει και πάλι μία παραγνωρισμένη θεωρία, αυτή της όξινης αρρενωπότητας, που άνθισε στα τέλη της δεκαετίας του '80 και δυστυχώς μοιάζει να επιβεβαιώνεται.

 

Εδώ και καιρό και ειδικά μετά τα απανωτά περιστατικά ένοπλων επιθέσεων σε σχολεία των ΗΠΑ ανθίζει και πάλι μία παραγνωρισμένη θεωρία, αυτή της όξινης αρρενωπότητας. Στη φωτογραφία ο Νίκολας Κρουζ, ο δράστης της πολύνεκρης επίθεσης σε σχολείο του Πάρκλαντ, στη Φλόριντα. Φωτο: EPA/MIKE STOCKER / POOL
Εδώ και καιρό και ειδικά μετά τα απανωτά περιστατικά ένοπλων επιθέσεων σε σχολεία των ΗΠΑ ανθίζει και πάλι μία παραγνωρισμένη θεωρία, αυτή της όξινης αρρενωπότητας. Στη φωτογραφία ο Νίκολας Κρουζ, ο δράστης της πολύνεκρης επίθεσης σε σχολείο του Πάρκλαντ, στη Φλόριντα. Φωτο: EPA/MIKE STOCKER / POOL

 

Με τον όρο "toxic masculinity" είχε περιγραφεί από το ανδρικό κίνημα Mythopoetic Men's Movement όλο εκείνο το σετ συμπεριφορών –και οι επιπτώσεις τους!- που απαιτεί η πατριαρχία από τους άντρες. Με λίγα λόγια, αυτός που έμφυλα προσδιορίζεται ως άντρας, έχει νομοτελειακά (!) συγκεκριμένους στόχους να εκπληρώσει και ρόλους να επιτελέσει.

 

Οφείλει να είναι straight, υποχρεούται να είναι δυνατός, ανθεκτικός, να μην εμπλέκεται συναισθηματικά και αν προκύπτουν συναισθήματα που πρέπει να εκφράσει, αυτά να εκδηλώνονται αποκλειστικά δια του θυμού, της βίας και της εξουσίας. Το σεξ είναι επιβράβευση, στον ίδιο ανήκει μόνο ο ρόλος του κατακτητή – πολιορκητή, ως υποκείμενο έχει σχέση κυρίως με το σώμα του ως μορφή όπλου.

 

Πρακτικά το κίνημα περιγράφει / καταγράφει γενιές ολόκληρες ανδρών με σοβαρά σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα, ακραίες διαταραχές συμπεριφοράς, υψηλά ποσοστά αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμών, τραυματισμών ή θανάτων λόγω βίαιης συμπεριφοράς.

 

Το κίνημα όσων καταδίκαζαν την Όξινη Αρρενωπότητα, αν και επιχείρησε να βρει έναν δίαυλο επικοινωνίας με τον φεμινισμό, επικρίθηκε έντονα για το ότι δεν έμοιαζε να ασκεί πολιτική κριτική στην πατριαρχία και να αμφισβητεί ευθέως τα ανδρικά προνόμια.

 

Παρ' όλα αυτά στις μέρες μας επανέρχεται επικαιροποιημένο αιτώντας αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος και άμεση καταδίκη των κακοποιητικών πτυχών της αρρενωπότητας, έτσι όπως αυτές εμφανίζονται στο συντριπτικό ποσοστό επιθέσεων σε σχολεία (σ.σ.: όπου οι δράστες είναι στην πλειονότητά τους αγόρια) και στα απανωτά κρούσματα ανδρικής σεξουαλικής βίας –ετεροφυλόφιλης ή ομόφυλης- στον σύγχρονο κόσμο, σε Δύση και Ανατολή.

 

Ο Τζάκσον Κατζ επισημαίνει ότι οι βίαιες συμπεριφορές εναντίον των γυναικών συνδέονται με τους ορισμούς του ανδρισμού

 

Η πατριαρχία κατέστρεψε τις γυναίκες, αλλά κατ' αρχάς ρήμαξε τους άντρες ανά τους αιώνες. Ο Jackson Katz, εκπαιδευτικός, ακτιβιστής και συγγραφέας, με εξειδίκευση σε θέματα βίας εναντίον των γυναικών, πιστεύει ακράδαντα σε αυτή τη ζημιά, όχι από την πλευρά που αθωώνει το ανδρικό φύλο για τα όποια εγκλήματά του, αλλά για την πλευρά που ζητά από τον κοινωνικό ιστό τις ευθύνες για τους ρόλους που άνισα απένειμε στα δύο φύλα.

 

Μετά το νέο μακελειό σε Λύκειο της Σάντα Φε με δράστη τον νεαρό Δημήτρη Παγουρτζή, ο Katz εμφανίστηκε κατηγορηματικός και για την πολιτική υπέρ της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ και για τον τρόπο που «δηλητηριάζει» τα αγόρια από την παιδική τους κιόλας ηλικία.

 

Αθωώνονται οι άντρες, λοιπόν; Είναι τα υποχείρια μίας καπιταλιστικής κοινωνίας που αναζητά τα εργαλεία της στους ρόλους; Αυτό συζητάμε; Κάθε άλλο.

 

Στο βιβλίο του "The Macho Paradox: Why some men hurt women and how all men can help", ήδη από το 2006, ο Katz εξηγεί γιατί η βία εναντίον των γυναικών δεν είναι γυναικείο πρόβλημα, αλλά μάλλον αντρικό και κυρίως ανθρώπινο.

 

«Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης ή ενδο-οικογενειακής βίας συνηθίζουμε να ρωτάμε τι φορούσε η γυναίκα, τι σκεφτόταν και πήγε εκεί που πήγε, γιατί μένει μαζί του, , γιατί κάθεται να τη δέρνει. Ο άντρας απουσιάζει από το σετ ερωτήσεων μας, δεν υπάρχει καν στις προτάσεις μας. Έχουμε συνηθίζει να δικάζουμε το θύμα και με αυτό τον τρόπο, φυσικά, βγάζουμε από το πλαίσιο αυτόν με τον οποίο κατ' αρχάς πρέπει να ασχοληθούμε» λέει και συνεχίζει:

 

«Γιατί τόσοι πολλοί άντρες κακοποιούν γυναίκες; Γιατί οι άντρες βιάζουν γυναίκες, άντρες ή μικρά παιδιά; Γιατί το ζήτημα του βιασμού επανέρχεται ξανά και ξανά με τη μορφή σκανδάλου; Τι συμβαίνει με τους άντρες; Τι συμβαίνει με την κοινωνία που βοηθά στην παραγωγή αντρών που κακοποιούν σε πανδημικά ποσοστά;».

 

Ο Katz εστιάζει εδώ και χρόνια, με επιμονή και πάθος, στην κουλτούρα της θρησκείας, της πορνογραφίας, των διαφόρων φορέων διάπλασης των παιδιών, της οικονομίας της ίδιας και τον τρόπο που όλα αυτά επιδρούν στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης ενός άντρα – αρπακτικού, του άντρα – τιμωρού, του επιτυχημένου άντρα που δεν του επιτρέπεται να ενδοσκοπηθεί από τη μέρα που γεννιέται, έως τη μέρα που πεθαίνει.

 

Μοιάζει ακυρωτικός ο λόγος του Kratz απέναντι στα φεμινιστικά κινήματα, όμως, δεν είναι. Ο ίδιος εξηγεί ότι είναι περήφανος ακόμη και για τις «φεμιναζί», τίτλο που θεωρεί χυδαία προσβλητικό, γιατί πρόκειται για γυναίκες που έστω και ακραία δεν το βούλωσαν.

 

Μοιάζει ακυρωτικός ο λόγος του Kratz απέναντι στα φεμινιστικά κινήματα, όμως, δεν είναι. Ο ίδιος εξηγεί ότι είναι περήφανος ακόμη και για τις «φεμιναζί», τίτλο που θεωρεί χυδαία προσβλητικό, γιατί πρόκειται για γυναίκες που έστω και ακραία δεν το βούλωσαν.
Μοιάζει ακυρωτικός ο λόγος του Kratz απέναντι στα φεμινιστικά κινήματα, όμως, δεν είναι. Ο ίδιος εξηγεί ότι είναι περήφανος ακόμη και για τις «φεμιναζί», τίτλο που θεωρεί χυδαία προσβλητικό, γιατί πρόκειται για γυναίκες που έστω και ακραία δεν το βούλωσαν.

 

«Όμως, στον κόσμο βαδίζουμε μαζί. Όχι ο ένας εναντίον του άλλου. Οι άντρες που κακοποιούν γυναίκες είναι άντρες που κακοποιούν και άντρες και στην πλειονότητά τους κακοποιήθηκαν από άντρες. Και οφείλει το εκπαιδευτικό σύστημα να αλλάξει τον τρόπο κοινωνικοποίησης των αντρών. Οφείλουν οι ηγεσίες να μην προσβλέπουν στους άντρες τον επόμενο ηγέτη, αλλά τον επόμενο άνθρωπο», λέει.

 

Ο ίδιος σαν πρώτο βήμα σ' αυτήν την κατεύθυνση και σε μια κοινωνία που δύσκολα φαίνεται να αλλάζει τις συνήθειές της είναι η παρέμβαση, η μη αποδοχή αυτού του είδους συμπεριφοράς, η μη σιωπή, η μη ανοχή.

 

Μαζί με την ομάδα εργασίας του δουλεύει με τον αμερικανικό στρατό, με αμερικανικές αθλητικές ομάδες, με χώρους στους οποίους ένα ρατσιστικό ή ένα σεξιστικό αστείο είναι το πιο προφανές να ακουστεί και να μετουσιωθεί σε πράξη: στην παρενόχληση μιας γυναίκας, στην επίθεση σε έναν αλλόθρησκο ή αλλοδαπό.

 

«Μην σιωπάτε ή αποδέχεστε συναινώντας αυτές τις κουβέντες. Μεγαλώστε ανθρώπους που σέβονται τον ομότιμο πολιτισμό και καταδικάζουν απευθείας τις απαράδεκτες συμπεριφορές. Αν μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο, όπου άντρες με σεξιστική συμπεριφορά θα χάνουν αυτομάτως το κύρος τους κι αν αυτό είναι το παράδειγμα για νεαρά αγόρια που μέχρι σήμερα μεγάλωναν έτσι, θα δούμε ριζική μείωση αυτών των κρουσμάτων. Γιατί ο τυπικός δράστης δεν είναι άρρωστος ή διεστραμμένος. Αυτό είναι φρικτό άλλοθι.

 

»Είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Η ανδρική κουλτούρα υπήρξε για πολύ καιρό, πολύ σιωπηλή γι' αυτή τη συνεχιζόμενη τραγωδία της βίας των αντρών εναντίον γυναικών και παιδιών. Μιλήστε και αναλάβετε την ευθύνη όσοι βρίσκεστε σε ηγετικές θέσεις. Μόνο έτσι θα αλλάξει αυτό που αντιμετωπίζουμε απλώς ως φρικτή, αλλά αναμενόμενη καθημερινότητα. Δεν είναι θέμα των γυναικών η κακοποίηση, είναι δικό σας θέμα και απλώς δεν το αντιμετωπίζετε», είχε δηλώσει πριν από περίπου μια 10ετία στα TedX με βασικό θέμα την κακοποίηση.

 

Ο παρωπιδικός φεμινισμός ίσως εξεγερθεί με αυτή την προσέγγιση. Ωστόσο, συζήτηση που αξιώνεται, αθωώνοντας, καλύπτοντας, δικαιολογώντας ακόμη και την παιδοκτονία ως πράξη απελπισίας υπαγορευμένη από τις αδικίες της πατριαρχίας κάτι κατανοεί λάθος. Και κυρίως εξαιρεί από την κουβέντα, το φύλο που έλκει τους γενεσιουργούς λόγους του προβλήματος: τον άντρα...