Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ είχε αυτή τη φυσική περιέργεια να μαθαίνει συνεχώς νέα πράγματα, παρά το γεγονός ότι είχε εύθραυστη υγεία και έχανε σταδιακά την όρασή του. Ήταν το «δαιμόνιο» πνεύμα του και η αγάπη του για τη σκληρή δουλειά που τον βοήθησε να πετύχει ως εργάτης, δημοσιογράφος και αργότερα εκδότης.

 

Δημιούργησε ένα δημοσιογραφικό στυλ που ακόμη και σήμερα (ίσως με κάποιες προσθήκες και παραλλαγές) παραμένει στην κορυφή της προτίμησης σε μια δημοσιογραφική ατζέντα.

 

Ανέμειξε τολμηρά άρθρα και ειδήσεις με το έγκλημα και τις ιστορίες δημοσίου συμφέροντος, κάνοντας την St. Louis Post-Dispatch και τη New York World δύο διάσημες και κερδοφόρες εφημερίδες. Είναι γνωστός για τη θέσπιση του βραβείου Πούλιτζερ.

 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ γεννήθηκε στις 10 Απριλίου του 1847, στο Mako της Ουγγαρίας. Η οικογένειά του ήταν αρκετά μεγάλη, ωστόσο μόνο αυτός και ο αδελφός του Άλμπερτ επέζησαν μέχρι την ενηλικίωσή τους.

 

Όταν ο πατέρας του αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις εμπορίας σιτηρών το 1853, η οικογένεια μετακόμισε στη Βουδαπέστη. Τα παιδιά έλαβαν μόρφωση σε ιδιωτικά σχολεία ενώ έμαθαν να μιλούν γαλλικά και γερμανικά.

 

Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Τζόζεφ ήταν έντεκα ετών και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε έναν επιχειρηματία. Στην ηλικία των δεκαεπτά, αποφάσισε να ζήσει μόνος του.

 

Ο Πούλιτζερ στην Αμερική

Προσπάθησε να καταταγεί, αλλά απορρίφθηκε από τον αυστριακό στρατό, τη γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, αλλά και τον βρετανικό στρατό. Τελικά προσελήφθη στο Αμβούργο της Γερμανίας, να αγωνιστεί για την Ένωση στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τον Αύγουστο του 1864.

 

Ο Πούλιτζερ δεν γνώριζε ούτε λέξη αγγλικά όταν έφτασε στο λιμάνι της Βοστώνης. Από εκεί έφτασε στη Νέα Υόρκη, όπου στρατολογήθηκε στη γερμανική μονάδα ιππικού. Η σύντομη στρατιωτική του σταδιοδρομία έληξε στις 5 Ιουνίου του 1865, με μια τιμητική απόλυση.

 

Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ δημιούργησε ένα δημοσιογραφικό στυλ που ακόμη και σήμερα (ίσως με κάποιες προσθήκες και παραλλαγές) παραμένει στην κορυφή της προτίμησης σε μια δημοσιογραφική ατζέντα.
Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ δημιούργησε ένα δημοσιογραφικό στυλ που ακόμη και σήμερα (ίσως με κάποιες προσθήκες και παραλλαγές) παραμένει στην κορυφή της προτίμησης σε μια δημοσιογραφική ατζέντα.

 

Μια δύσκολη αρχή

Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη μετά τον πόλεμο για να βρει δουλειά. Ο ανταγωνισμός που είχε από άλλους βετεράνους του Εμφυλίου Πολέμου για μια θέση εργασίας, τον άφηνε αρκετά συχνά άνεργο και μερικές φορές άστεγο.

 

Έφυγε από τη Νέα Υόρκη και πήρε το τρένο για το Σεντ Λούις του Μιζούρι. Φτάνοντας στο ανατολικό Σεντ Λούις, στις 10 Οκτωβρίου του 1865, ο Πούλιτζερ ήταν απένταρος και δεν είχε καν τη δυνατότητα να διασχίσει τον Μισισιπή. Συμφώνησε τότε να φτυαρίζει κάρβουνα στο πλοίο για να κερδίσει το εισιτήριό του.

 

Δουλειές για λίγους

Έκανε αρκετές δουλειές στο Σεντ Λούις. Εκτός από ναύτης, έγινε οδηγός, νεκροθάφτης κατά την επιδημία χολέρας το 1866, και σερβιτόρος στο εστιατόριο Τόνι Φάουστ. Η χειρότερη απ' όλες τις δουλειές ωστόσο, ήταν η φροντίδα των μουλαριών στους στρατώνες Jefferson.

 

Η μεγάλη αλλαγή στη ζωή του ήρθε όταν τον προσέλαβαν από την Atlantic and Pacific Railroad για να καταγράψει τα δικαιώματα γης και έπρεπε να ταξιδέψει με άλογο σε όλο το Μιζούρι. Αυτή η δουλειά τον ώθησε να μελετήσει τον νόμο. Έγινε πολιτογραφημένος πολίτης των ΗΠΑ στις 6 Μαρτίου 1867.

 

Η υπογραφή του Πούλιτζερ
Η υπογραφή του Πούλιτζερ

 

Η τύχη του Pulitzer αλλάζει

Συνέχισε να μαθαίνει αγγλικά, ενώ στο Σεντ Λούις περνούσε πολλές ώρες στη Εμπορική Βιβλιοθήκη. Εκεί συναντήθηκε με τον Carl Schurz, συνιδρυτή της γερμανικής εφημερίδας, Westliche Post. Ο Schurz θαύμασε το πνεύμα και την πυγμή του νεαρού Πούλιτζερ και τον προσέλαβε ως δημοσιογράφο το 1868.

 

Έγινε μέλος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και προτάθηκε ως υποψήφιος, λόγω έλλειψης άλλου, στο Πολιτειακό Νομοθετικό Σώμα του Μιζούρι το 1869.

 

Η νίκη του ήταν εντυπωσιακή, αλλά τόσο ο ίδιος όσο και τα άλλα μέλη του κόμματος, είχαν παραβλέψει ότι ο νεαρός Πούλιτζερ ήταν μόλις 22 ετών και άρα νεότερος απ' ο,τι όριζε ο νόμος για τους υποψήφιους. Πολύ σύντομα ο Πούλιτζερ εγκατέλειψε τους Ρεπουμπλικάνους και τάχθηκε με τους Δημοκρατικούς.

 

Ο Πούλιτζερ και οι εφημερίδες

Αγαπούσε την πολιτική, αλλά το αληθινό πάθος του ήταν η δημοσιογραφία. Όταν του πρόσφεραν ποσοστό και τη θέση αρχισυντάκτη στη Westliche Post το 1872, ο Πούλιτζερ δέχθηκε χωρίς σκέψη.

 

Ταξίδεψε για λίγο στην Ουγγαρία και όταν επέστρεψε στο Σεντ Λούις αγόρασε τη St. Louis Dispatch το 1878 σε πλειστηριασμό για 2.500 δολάρια. Ήταν τότε που συμφώνησε με τον συνιδιοκτήτη του στην Post, να συγχωνεύσουν τις δύο εφημερίδες σε μία.

 

Η St. Louis Post Dispatch γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1878. Η ονομασία αυτή σύντομα έγινε Post-Dispatch και το χαρτί αυξήθηκε από τέσσερις σε οκτώ σελίδες.

 

St. Louis Post-Dispatch

Ο Πούλιτζερ εργάστηκε με πάθος και επιτέθηκε σε ό,τι κακό είχε να επιδείξει το Σεντ Λούις. Εξέθεσε φοροφυγάδες, τζογαδόρους, αποκάλυψε ασφαλιστικές απάτες, έγραψε για τα μονοπώλια, τους τραπεζίτες και για τη διαφθορά των αρχόντων της πόλης.

 

Θεώρησε την εφημερίδα του ένα όχημα για την αλήθεια και έκανε πολλούς εχθρούς στα χρόνια της δημοσιογραφίας του. Αύξησε την κυκλοφορία της εφημερίδας σε χιλιάδες φύλλα δημιουργώντας ένα εξαιρετικό όνομα στις εκδόσεις.


Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, άρχισε να φλερτάρει με την Κέιτ Ντέιβις. Παντρεύτηκαν στις 19 Ιουνίου του 1878, στην Επισκοπική Εκκλησία των Θεοφανίων στην Ουάσιγκτον. Απέκτησαν μαζί επτά παιδιά.

 

Η New York World
Η New York World

 

Ο Πούλιτζερ αγοράζει τη World

Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 η υγεία του Πούλιτζερ έδειχνε σημάδια επιδείνωσης. Αποφάσισε να πάει διακοπές με την οικογένειά του, αλλά πριν από την αναχώρηση, αγόρασε την New York World.

 

Η οικογένεια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κράτησε και την Post-Dispatch. Από τη δεκαετία του 1890, είχε σχεδόν τυφλωθεί, και τα νεύρα του ήταν εύθραυστα.

 

Στη νέα του πόλη έκανε σπουδαία πράγματα. Έγινε γερουσιαστής το 1884, ωστόσο δυσκολευόταν να ταξιδεύει στην Ουάσιγκτον κι έτσι, εγκατέλειψε την έδρα του στις 10 Απριλίου του 1886.

 

Η εφημερίδα New York World

Ο Πούλιτζερ έχτισε ένα δεκαεξαόροφο κτίριο για να στεγάσει τη World το 1890, το ψηλότερο κτίριο στη Νέα Υόρκη εκείνη τη στιγμή. Συνέχισε να καταπολεμά το έγκλημα και τη διαφθορά, ενώ επέκρινε ιδιαίτερα τους έχοντες, μέσα από την εφημερίδα του.

 

Μερικές από τις πιο περήφανες στιγμές του είναι η διάλυση της Standard Oil το 1911 και οι συνεισφορές του σε δημόσιες εκστρατείες. Η εφημερίδα του βοήθησε στην εκλογή του προέδρου Κλίβελαντ το 1884 και συγκέντρωσε αρκετά χρήματα για να πληρώσει το βάθρο πάνω στο οποίο στήθηκε το Άγαλμα της Ελευθερίας στο λιμάνι της Νέας Υόρκης.

 

Η World ήταν γνωστή για την ερευνητική δημοσιογραφία και το καταγγελτικό ρεπορτάζ ενώ υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής στους αναγνώστες.

 

Η καμπάνια της συγκέντρωσης χρημάτων για το βάθρο του Αγάλματος της Ελευθερίας
Η καμπάνια της συγκέντρωσης χρημάτων για το βάθρο του Αγάλματος της Ελευθερίας

 

Κίτρινη Δημοσιογραφία

Το μότο του Πούλιτζερ που υπήρχε στην αίθουσα σύνταξης ήταν «Ακρίβεια! Λακωνικότητα! Ακρίβεια!». Πίστευε στην αναφορά των γεγονότων και σε τίποτα άλλο. Ωστόσο, όταν ο Γουίλιαμ Χιρστ αγόρασε μια ανταγωνιστική εφημερίδα, τη New York Journal, το 1895, ο Πούλιτζερ ξέχασε τα πρότυπά του.


Για να πουλήσει περισσότερα φύλλα, τόσο ο Πούλιτζερ και ο Χιρστ άρχισαν να γράφουν ιστορίες συγκλονιστικές, να τυπώνουν αιματηρά πρωτοσέλιδα, και να χρησιμοποιούν πολλές φωτογραφίες και κινούμενα σχέδια για να προσελκύσουν αναγνώστες.

 

Κατέφυγαν δηλαδή στο στυλ δημοσιογραφίας που σήμερα ονομάζουμε «κίτρινη». Η αρχή του ισπανο-αμερικανικού πολέμου το 1898 έκανε πιο έντονη την αντιπαλότητα. Μετά από πολλά χρόνια προσπάθειας να ξεπεράσει τον Χιρστ, ο Πούλιτζερ συνειδητοποίησε τελικά τη ματαιότητα αυτού του είδους της δημοσιογραφίας και προσπάθησε και πάλι να αναφέρει μόνο τα γεγονότα.

 

Το Τέλος

Εντελώς τυφλός στα τελευταία του χρόνια, ο Πούλιτζερ χρειαζόταν τη βοήθεια πολλών ανθρώπων σε καθημερινή βάση. Δεν μπορούσε να κάνει πλέον πολλά εξαιτίας της κατάστασής του, αλλά η περιέργεια και η επιθυμία να μαθαίνει δεν σταμάτησε ποτέ, έτσι συνέχισε να ελέγχει και να επηρεάζει τη σύνταξη των εφημερίδων του.

 

Οι γραμματείς του ήταν υποχρεωμένες να του διαβάζουν το φύλλο που θα έβγαινε την επόμενη ημέρα ώστε να κάνει τις απαραίτητες παρατηρήσεις.

 

Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο κατάστρωμα του γιοτ του στις 29 Οκτωβρίου του 1911, στην ηλικία των 64 ετών. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο Woodlawn στο Bronx.

 

Το βραβείο Πούλιτζερ
Το βραβείο Πούλιτζερ

 

Το βραβείο Πούλιτζερ

Το βραβείο θεσπίστηκε σύμφωνα με τη διαθήκη του Τζόζεφ Πούλιτζερ. Η προφορά του όρου Πούλιτζερ είναι λανθασμένη, καθώς, σύμφωνα με τους διαχειριστές του βραβείου, θα έπρεπε να προφέρεται όπως η φράση «Pull it, sir».

 

Σύμφωνα με το κληροδότημα προβλέπονται οκτώ βραβεία που απονέμονται σε κατηγορίες που σχετίζονται με τη δημοσιογραφία, (καλύτερου ρεπορτάζ, άρθρου, γελοιογραφίας κ.ά.) καθώς και τέσσερα για τις τέχνες και τα γράμματα.

 

Μόνο ειδήσεις και φωτογραφίες δημοσιευμένες σε εφημερίδες ή οργανώσεις καθημερινών νέων με βάση τις ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα διεκδίκησης του βραβείου δημοσιογραφίας. Από το 1943 βραβείο Πούλιτζερ απονέμεται επίσης και για την καλύτερη μουσική σύνθεση.

 

Επιπροσθέτως των βραβείων, απονέμονται και ταξιδιωτικές υποτροφίες Πούλιτζερ σε τέσσερις διακεκριμένους φοιτητές της Μεταπτυχιακής Σχολής Δημοσιογραφίας που επιλέγονται από τη σχολή.

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο LIFO.gr το 2015 από την Α. Κολοβού.