Κάθε άνθρωπος και η παραλία του 

 

 

 

 

-Θα με πας στη παραλία απόψε; την ρώτησε διστακτικά από το τηλέφωνο.

 

Είχαν περάσει πολλά και οι δυο τους τελευταίους μήνες. Και όμορφα και άσχημα πριν αρχίζουν να βαδίζουν προς την ελευθερία του ο καθένας τους, ίσως για πρώτη φορά.

 

-Ναι. Ετοιμάσου και θα 'ρθω να σε πάρω του είπε. Είναι ωραία βραδιά σήμερα.

 

Κάθε άνθρωπος έχει η θέλει να πάει σε μια παραλία. Δεν έχει σημασία η κυριολεκτική σημασία της έννοιας παραλίας. Για άλλον μπορεί να είναι είναι ένα κατάμεστο μπαρ και ασσύμετρα κύματα ανθρώπων. Για άλλον μπορεί να είναι ένα τοπίο σαν τέμπλο.

 

 

 

Για αυτούς τους δυο εκείνο το βράδυ, πάντως ήταν όντως μια παραλία. Οι παραλίες δεν είναι άμαχα κι ακίνδυνα μέρη. Κρύβουν κι αυτές τις δικες τους προσχώσεις, τα δικά τους οδοφράγματα, αλλά έχουν ένα προτέρημα. Οτι και να συμβεί εκεί ύστερα βουτάς στη θάλασσα και το νερό και το αλάτι σου ξεβρωμίζουν το βασανισμένο σου εκμαγείο.

 

Όταν έφτασαν κανείς δεν ήταν εκεί. Κάθισαν δίπλα στην άμμο κι έπιασαν ο ένας το χέρι του άλλου.

 

 

 

-Ξέρεις, δεν μου αρέσει η θάλασσα, της είπε, από μικρός. Είναι σαν τις μητέρες. Αν βρουν το σπέρμα σου πριν γίνει έμβρυο και ύστερα άνθρωπος το πνιγουν με τη μια. Δεν αστειευεται με αυτά τα πράγματα, ούτε η θάλασσα ούτε οι μητέρες, τις είπε χαμογελώντας πικρά καθώς είχε κοντέψει να πνιγεί αρκετές φορές και φαινόταν πως γνώριζε. Παρολ' αυτά συνέχισε, ήθελα να την αντικρύσω απόψε. Ξέρω πόσο σκουριασμένοι είναι οι προγόνοι. Και όταν η νύχτα -που πάντα έρχεται στο τέλος- τους φράζει την είσοδο ενω εσύ προσπαθείς να ξεπλυθείς και να συνεχίσεις να περπατάς για όσο αντέχεις στην παραλία που σου έλαχε, καταλαβαίνεις το πόνο που σε έβγαλε απο τα εντοσθιά τους και τον πόνο που τους καταπίνει καθώς βυθίζονται στα δικά τους.

 

 

-Εμένα πάντα μου άρεσε και η θάλασσα και η παραλία του απάντησε. Είχα να αναχαιτίσω πολλές συγκυρίες και τη χρειαζόμουν συχνά καθώς το ειδωλό μου διάτρητο από τις εκδορές προσπαθούσε να σχηματίσει την πορεία του. Τώρα πια σαν να έχει πέσει μια τσεκουριά στη σιωπή μιας ολόκληρης ζωής. Τα γέρικα εντόσθια μου είναι άχρηστα όταν δεν καταλαβαίνουν πως απόμαχα σαν οίδημα από απρόσιτους εφιάλτες συρίζουνε σαν αβάσταχτα τύμπανα. Και το τραύμα εκεί, αδιάλλλαχτο να προσπαθεί να σε ματώσει ξανά. Τελείωσε για μένα.

 

-Πάμε να βουτήξουμε; της είπα, καθώς το φεγγάρι σχημάτιζε πάνω στο νερό ωχροκίτρινα όπια. Καθώς βουτούσαν η θάλασσα τους παρέδωσε την απάντηση για την καταιγίδα που τους ανέθρεψε.

  

 

 

Όταν επέστρεψαν ο ουρανός ήταν γλυκός και το νερό είχε ξεπλύνει το φαρμάκι.