Μια ήσυχη παραβολή για το περιβάλλον απογειώνεται αδιανόητα και ο σπουδαίος Ριγουσούκε Χαμαγκούτσι κερδίζει το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής στο 80ό Φεστιβάλ Βενετίας. Ήταν η καλύτερη ταινία μετά το Poor Things του Γιώργου «Golden Lion King» Λάνθιμου. H επιστροφή του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι, δύο χρόνια μετά το εκπληκτικό διπλό του «χτύπημα», που τον έφερε στο προσκήνιο με φεστιβαλικές διακρίσεις κι ένα Όσκαρ για το Drive my car, με το Evil does not exist, μια ταινία-έκπληξη που ανακοινώθηκε στο πρόγραμμα της Βενετίας χωρίς κανείς να γνωρίζει τι έχει κάνει ο σύγχρονος Ιάπωνας μάστερ.

 

Η ταινία ξεκινά με επάλληλα πλάνα κλαδιών από δένδρα σε ένα ειδυλλιακό δάσος, μουσική που λιώνει ατονικούς ήχους και απουσία διαλόγου στο πρώτο δεκάλεπτο. Ένα κοριτσάκι περιδιαβαίνει ανέμελο στο χιόνι, ο πατέρας του κόβει ξύλα, ένας φίλος του τον βοηθά να μαζέψει νερό από την πηγή και του υπενθυμίζει πως πρέπει να παρευρεθούν στην τοπική συγκέντρωση, όπου θα εξηγήσουν δυο απεσταλμένοι μιας μεγάλης εταιρείας από το Τόκιο τις συνέπειες που θα έχει ένα σημαντικό project Glamping στο χωριό. Οι δύο ευγενικοί, αλλά άσχετοι εκπρόσωποι αναλύουν τις λεπτομέρειες στα μέλη της κοινότητας και προκαλούν αντιδράσεις που κυμαίνονται από την πολιτισμένη διαφωνία ως την οργισμένη επιτίμηση. Γίνεται σαφές ότι ο φυσικός παράδεισος απειλείται άμεσα από τον προαποφασισμένο συρμό του glamorous camping, ένα «φρούτο» που δεν αφορά μόνο την Ιαπωνία αλλά διαδίδεται τάχιστα σε όλον τον κόσμο – ένα πραγματικό οξύμωρο, αφού παρεμβαίνει ανενδοίαστα στις τελευταίες άσπιλες εκτάσεις, ειδικά σε εκείνες που ατυχώς βρίσκονται σχετικά κοντά σε αστικά κέντρα.

 

Κι εκεί που ο Χαμαγκούτσι βάζει στη θέση της παρατήρησης της φυσικής ρουτίνας μια μακροσκελή ανταλλαγή διαλόγων, όπως συνηθίζει στις ταινίες του, στο δεύτερο μέρος αναδεικνύεται ο σκηνοθέτης μέσα του και φέρνει την ταινία σε ένα απροσδόκητο φινάλε, μυστηριώδες στην εξήγησή του, υποδόρια ανατρεπτικό, με το twist να συνορεύει με κάτι αδιόρατα θριλερικό, ανοιχτό όσο και ο διφορούμενος τίτλος: αν και το ότι το «κακό δεν υπάρχει» ακούγεται ως απόλυτη ρήση, κανείς δε μπορεί να είναι σίγουρος αν ο Χαμαγκούτσι την εννοεί μεταφορικά ή κυριολεκτικά και, το κυριότερο, για ποιον την προορίζει. Για την 8χρονη κόρη, τον υπομονετικό πατέρα, τον υπάλληλο ή για όλους εμάς; Η σταδιακή μεταστροφή των υπαλλήλων, ειδικά του άνδρα, σε μια φάση κατανόησης των αληθινών προβλημάτων των κατοίκων του χωριού και των συνεπειών που υποψιάζεται βάσιμα πως θα προκληθούν αλλάζει προσωρινά τον τόνο σε χιουμοριστική παρένθεση, κάτι σαν αμοιβαίο δούλεμα των de facto αντιπάλων στρατοπέδων, πάντα κρατώντας τους τύπους, αν και ο κακός οιωνός, όπως μαρτυρά ο κίνδυνος που πάντα κρύβει, μυθιστορηματικά και κινηματογραφικά, ένα δάσος, καταλήγει σε ένα ήρεμο σοκ, μια κάθαρση που αναφέρεται στην παλιά ρήση για ένα ελάφι λαβωμένο από σφαίρα κυνηγού. Δεν συγκρίνεται με το άλμα προς το εξωπραγματικό που δοκίμασε ο Βερεσεθάκουλ στο Memoria, αλλά μεταφέρει τον προβληματισμό πέρα από την ηθική και τη διαδικασία σε ένα μεταφυσικό πεδίο ενοχλητικό μέσα στην απλότητά του, αφομοιωμένο δραματικά από έναν σκηνοθέτη που συνδυάζει μοναδικά θεατρική δομή με ποιητικούς ρυθμούς και απέριττη κινηματογράφηση – ο πιο στιλπνός σε οπτικό ύφος Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν είναι ένας ακόμη που το κάνει, αν και η επίμονη εκζήτηση του λόγου του καταδιώκει τις τελευταίες ταινίες του. 

 

Το απολαυστικό, γεμάτο αυτοπεποίθηση αφηγηματικό ρίσκο Ρούι (για τους φίλους του) Χαμαγκούτσι απέδωσε και η κριτική επιτροπή, με πρόεδρο τον Ντέμιαν Σαζέλ, τον έχρισε δεύτερο καλύτερο, τιμώντας τον με το Μεγάλο Βραβείο και τον Αργυρό Λέοντα. Μαζί με το Poor Things –μακράν οι δύο πιο απολαυστικές ταινίες του 80ού Φεστιβάλ Βενετίας– αποτιμήθηκαν ως κορυφαίες σε μια διοργάνωση με μεγάλα ονόματα, αν και όχι απαραίτητα αυστηρό κριτήριο επιλογής στις ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος.