Από το σύμπαν της Μάρβελ, και πιο συγκεκριμένα από τον μικρόκοσμο των μεταλλαγμένων αραχνοειδών, έρχεται η Μάνταμ Γουέμπ που πρωτοεμφανίστηκε το 1980 στο τεύχος 210 του κόμικ «The Amazing Spider Man», υποστηρίζοντας τους γνωστούς χαρακτήρες περιοδικά και περιφερειακά, πάντα φορώντας μαύρα γυαλιά, με την εμφάνιση μιας γηραιάς κυρίας που πάσχει από βαριά μυϊκή ασθένεια. Από κάτι συναφές βασανίζεται στην ταινία η έγκυος μητέρα της, γι’ αυτό και ρισκάρει τα πάντα και ταξιδεύει ως τον Αμαζόνιο το 1973, για να εντοπίσει μια αράχνη, το δηλητήριο της οποίας θα μπορούσε να βοηθήσει εκείνη και το αγέννητο ακόμη παιδί της. Δυστυχώς, την προλαβαίνει ο Ιεζεκιήλ Σιμς, ο συνοδός της στην αποστολή, σκοτώνοντας όποιον βρει μπροστά του για να αποκτήσει την ιερή δύναμη που φυλάσσουν επί αιώνες οι Aranas, ημι-μυθικοί αυτόχθονες πλήρως εξοπλισμένοι με τις αρετές του φαρμάκου. Η (κόρη) Κασσάνδρα μεγαλώνει στη Νέα Υόρκη, γίνεται διασώστρια με αφοσίωση και έλλειμμα συναισθηματικής δέσμευσης, και πράττει καθημερινά το καθήκον της, ώσπου καλείται να προστατεύσει τρεις νεαρές κοπέλες που ο Σιμς βλέπει συνεχώς σε εφιαλτικά οράματα ως επίδοξες δολοφόνους του, και καταφέρνει να εντοπίσει με δόλιους τρόπους και τη βοήθεια της τεχνολογίας – βρισκόμαστε στο 2003, στα ντουζένια της Μπρίτνεϊ Σπίαρς, τότε που τα κινητά δίπλωναν για να κλείσουν και δεν διακρίνονταν για την «εξυπνάδα» τους.

 

Αν και δεν είναι ασυνήθιστο ή αναγκαστικά μεμπτό φαινόμενο, η αναβάθμιση ενός σκηνοθέτη από την τηλεόραση στο σινεμά απευθείας σε υψηλού προφίλ θεάματα απαιτήσεων και προσδοκιών αποδεδειγμένα κρύβει κινδύνους. Η σκηνοθέτις Σ. Τζ. Κλάρκσον έχει εργαστεί κυρίως σε βρετανικές σειρές και η πρώτη της απόπειρα σε prequel του «Game of Thrones» μπήκε οριστικά στο ράφι πριν από μερικά χρόνια. Για άγνωστο λόγο, η Sony της εμπιστεύεται το ντεμπούτο της Μαντάμ Γουέμπ, όχι φυσικά στην προχωρημένη ηλικία που περιγράφεται στο πρωτότυπο κόμικ αλλά σε νεαρότερη φάση, με τη φρεσκάδα της άγνοιας της ισχύος της και την άχαρη αποστολή να συστηθεί σε μας και στις τρεις κοπέλες που ουσιαστικά απάγει για να σώσει από την παραλυτική χειραψία του απερίστροφα κακού της υπόθεσης, έχοντας ως όπλο τη δυνατότητά της να βλέπει το μέλλον, χωρίς πάντα να ελέγχει τις συνέπειες – είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές της ταινίας, κι αυτές στο πρώτο μέρος. Και μια και αναφέραμε την υπόθεση, η πλοκή αποφεύγει τα πολλά και εντυπωσιακά φανταστικά στοιχεία και επικεντρώνεται στην ψυχολογική πλευρά των χαρακτήρων, πλασάροντας ένα θρίλερ στη θέση μιας υπερηρωικής περιπέτειας. Όποτε το γυρνάει στη δράση, εκμηδενίζεται από χέρι: δεν υπάρχει τίποτα πρωτότυπο ή άξιο λόγου και οι τρεις μεγάλες σεκάνς με ταχύτητα και αδρεναλίνη θα μπορούσαν να έχουν σκηνοθετηθεί από τη δεύτερη μονάδα παραγωγής ή να ανατεθούν στο τμήμα πυροτεχνημάτων, όπως η καταδίωξη στην ταράτσα. Το δε δραματικό κομμάτι του «Madame Web» λειτουργεί σε οριακό βαθμό, με διαλόγους απλώς ανεκτούς και την Ντακότα Τζόνσον να παραλλάσσει τη νατουραλιστική περσόνα που έχει δείξει στο παρελθόν σε ακόμη πιο κοριτσίστικο vibe. Μετά την αποκάλυψη στον «Προφήτη» και την ένταση στις σκηνές βασανιστηρίου στον «Μαυριτανό», ο Ταχάρ Ραχίμ παλεύει με την αγγλική προφορά του, ενώ η ταινία κινείται προς την κατεύθυνση της μετάβασης από την εγκαταλελειμμένη εφηβεία προς τη γυναικεία ενδυνάμωση με ένα πανηγυρικά διδακτικό φινάλε.