Η Σίντνεϊ Σουίνι έκανε οντισιόν στα 16 της χρόνια για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της μαθήτριας στην Άσπιλη, αλλά η ταινία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Χρόνια μετά δεν ξέχασε ποτέ τον ρόλο, τον κυνήγησε και τον «απέκτησε» ως ηθοποιός και παραγωγός πλέον, μαζί με τον σκηνοθέτη Μάικλ Μόχαν (είχαν γυρίσει μαζί το ερωτικό θρίλερ The Voyeurs για την Amazon, που κάπως χάθηκε στο lockdown), επιλέγοντας τους χώρους γυρισμάτων και το επιτελείο των συμπρωταγωνιστών της, μεγαλώνοντας επίσης την ηλικία της πρωταγωνίστριας.

 

Η Σεσίλια καταφεύγει σε ένα μοναστήρι στις ιταλικές εξοχές, αφού το προηγούμενο στο οποίο ανήκε, κάπου στις ΗΠΑ, έκλεισε – «συνέβη κάτι περίεργο με ιερείς;» τη ρωτά μια πονηρεμένη, καπνίστρια και φλύαρη συνοδοιπόρος της με το που καταφθάνει, αλλά η άδολη κορασίδα ψιθυριστά τής εξηγεί πως απλώς φυλλορροούσε από πιστούς και κατέβασε ρολά ελλείψει γενικού θρησκευτικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, η ιταλική μονάδα υποβάλλει με την αρχιτεκτονική της και εντυπωσιάζει τη Σεσίλια, γιατί σφύζει από αδελφές όλων των ηλικιών και διευθύνεται από έναν ευειδή κύριο, τον πατέρα Σαλ, που χαμογελά χαμερπώς, μιλά σαν πλεϊμπόι και γρήγορα της αποκαλύπτει πως ήταν βιολόγος και τα παράτησε όλα για να αφοσιωθεί στην πίστη του – τον υποδύεται ο Άλβαρο Μόρτε του «Casa de Papel» και είναι σαφές πως τα αγγλικά του «ισπανίζουν» επικίνδυνα. 

 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της Άσπιλης είναι πως, ενώ φαίνεται πως ανήκει στο υποείδος της θρησκευτικής φρίκης, και πιο συγκεκριμένα στην κατηγορία της επίφοβης καλόγριας, δεν κάνει τάκλιν στον ρεαλισμό για χάρη της αυθαίρετης μάχης με τα μεταφυσικά ή, καλύτερα, υπερφυσικά τέρατα από την Κόλαση, το υπερπέραν και το ασυνείδητο, αλλά προτιμά το ανθρώπινο κακό, γειώνοντας τον διάβολο σε μια καθημερινότητα – ασυνήθιστη βέβαια, καθώς ξεκινά από την υπερβολή μιας πολύ όμορφης ταμένης στον Θεό που συναντά έναν πολύ όμορφο χειραγωγό που τυχαίνει να τρέχει ανεξέλεγκτα μια χριστιανική φάμπρικα με υπόγειες κατακόμβες, γυναίκες με όρκους σιωπής και τρομερά μυστικά που κανείς δεν φαίνεται να έχει το κουράγιο ή τη θέληση να μοιραστεί έξω από το ειδυλλιακό περιβάλλον του μοναστηριού.

 

Ο Μάχον αδυνατεί να φτιάξει ατμόσφαιρα θρίλερ σε ένα κτίριο που φαντάζει περισσότερο σαν μίνιμαλ σπα με ακριβή, αυστηρή διακόσμηση και φως από κεριά παρά σαν ναό ταπεινότητας. Παρακολουθεί πιστά το σενάριο, ικανοποιημένος με την ανατροπή της προσδοκίας της Σεσίλια και τη σχετική μεταμόρφωση της Σουίνι από καλόβολο, παθητικό αμνό σε ένα αιματοβαμμένο πλάσμα που ζητά εξηγήσεις και παίρνει την κατάσταση στα άπειρα χέρια της, απεγνωσμένα ψάχνοντας συμπαράσταση. Χάρη στη μεγάλη επιτυχία του «Anyone but you», το τηλεοπτικό «Euphoria» και την πρόσφατη εμφάνισή της στο SNL και την τελετή των Όσκαρ, η star du moment παραδίδεται σωστά στη φυσική της παρουσία στο πρώτο μισό της ταινίας, αλλά, χωρίς να φταίει, δεν προκαλεί καμία ένταση καθώς εξελίσσεται σε βασίλισσα της τσιρίδας (screaming queen) στη συνέχεια, σε μια ταινία που επιδιώκει συγγένεια με το ιταλικό giallo, αλλά δεν διαθέτει ούτε το στυλιστικό νεύρο ούτε το υποδόριο χιούμορ του είδους των ’70s – όχι πως το αντίστοιχο περσινό exploitation hit με τον Ράσελ Κρόου, ο Εξορκιστής του Πάπα, ήταν giallo, αλλά εκεί τουλάχιστον γελάσαμε.