Είμαι αμήχανος καθώς κοιτάζω τις οθόνες. Γύρισα από οικογενειακό γεύμα, πήγαμε να φάμε στη λιακάδα, κοντά στη θάλασσα, στη μνήμη της Α. Ήμασταν χαλαροί και νοσταλγικοί.

 

Με το που ήρθα στο σπίτι των γονιών μου -του μπαμπά μου πλέον- στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, εθίστηκα στο ριάλιτι της πλατείας Συντάγματος. Το μεσοπρόθεσμο ψηφίστηκε, και τώρα ένα σωρό αδηφάγες webcams (με καλύτερη ίσως αυτήν εδώ) στρέφουν τα πλοκάμια τους μια από δω και μια απο κει.

 

 

Εθίστηκα τελείως. Κοιτάζω από διαφορετικές κάμερες, τις αλλάζω εγώ, παίζω με τις διαστάσεις της οθόνης, ζουμάρω, ακούω τον έναν ή τον άλλο εκφωνητή.

 

Στην εποχή του ίντερνετ τα τηλεοπτικά κανάλια μάς είναι άχρηστα. Γινόμαστε εμείς οι σκηνοθέτες των ειδήσεων - και του ριάλιτι. Κόβουμε τους μεσάζοντες και κοιτούμε ψυχρά υπνωτισμένοι δέντρα να πιάνουν φωτιά, ανθρώπους να βρέχουν το δρόμο, αστυνομικούς να πετούν κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα δακρυγόνα.

 

 

Υπό το άγρυπνο βλέμμα των ιντερνετικών καμερών. Υπό το βλέμμα μας/μου. (Νιώθω σαν παντοδύναμος επόπτης, το μάτι που τα βλέπει όλα, αλλά δε μπορεί να παρέμβει. Έτσι θα νιώθει ο Θεός, αν τυχόν υπάρχει;)

 

Σε πανοραμική μετάδοση από ψηλά, σαν μικροσκοπικοί, θαμποί ηθοποιοί -ούτε καν ηθοποιοί, σαν κομπάρσοι-, όλοι κάνουν τις αναμενόμενες κινήσεις, σα στρατιωτάκια. Και το Σύνταγμα ένα σκηνικό, μια προσομοίωση χώρου οικείου, σε κάθε γωνιά του κάτι διαφορετικό, κάποια καινούρια δυσάρεστη έκπληξη. Καπνός καλύπτει τα πάντα.

 

 

Σαν σε βίντεο γκέιμ, παίζω με τις κάμερες. Σαν σκηνοθέτης.

 

Μόνο που, μετά από μερικές ώρες το δυσάρεστο συναίσθημα έχει φτάσει σε κάθε νευρώνα του εγκεφάλου μου. Κόσμος υποφέρει, φωτιές καίνε, δύσπνοια, επεισόδια, καταστροφή, μίσος.

 

 

Κι εγώ αναπαυτικά καθισμένος στην καρέκλα μου, παίζω με τις κάμερες. Δε μου θυμίζω πια σκηνοθέτη. Νιώθω σαν να είμαι ο Ντόκτορ Κλάου, ο κακός στον Αστυνόμο Σαϊνη. Αυτός που κοιτούσε συνέχεια μια οθόνη χαϊδεύοντας τη σατανική του γάτα και ορκιζόταν ότι την επόμενη φορά θα τον πιάσει τον Σαϊνη.

 

Ο Ντόκτορ Κλάου. Που βλέπαμε μόνο το πίσω μέρος της καρέκλας του και το χέρι του. Το χέρι που κανόνιζε τα πάντα από μακριά. Κάποτε, όταν επιτέλους ο Σαϊνης έφτανε στο σκοτεινό αυτό δωμάτιο, περνούσε χειροπέδες στο χέρι, γυρνούσε την καρέκλα και ανακάλυπτε έκπληκτος πως κανείς δεν ήταν εκεί.

 

Φοβάμαι πως κάποιος θα γυρίσει την καρέκλα μου.

Και συνεχίζω να κοιτάζω την οθόνη. Υπνωτισμένος.