Ένας καθηγητής κάνει μάθημα-διάλεξη στους φοιτητές και αναφέρεται στην αλλαγή φύλου και στα δικαιώματα των ΛΟΑΤ, συνδέοντάς τα με τη γενοκτονία, τον καπιταλισμό και την εμπορευματική αλλοτρίωση. Το βίντεο της ομιλίας βγαίνει στον αέρα των σόσιαλ μίντια και γίνεται αφορμή να ξεσπάσουν σκανδαλισμένα σχόλια και πολύ επικριτικές τοποθετήσεις.


Ποιο είναι εδώ το πρόβλημα, πέρα από μια αμφίβολης σοβαρότητας ρητορεία με απροκάλυπτα ομοφοβικό προσανατολισμό; Ποιο είναι το ανησυχητικό, πέρα από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, από τις απόψεις του οποίου διαχώρισαν τη θέση τους πολλοί στον ριζοσπαστικό αριστερό χώρο;


Θα μπορούσε να πει κανείς –και θα είχε δίκιο– ότι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών παίζεται με πολλούς όρους. Με ψυχρά επιχειρήματα αλλά και με θερμή πολεμική, με αριστερές ή νεοσυντηρητικές προσεγγίσεις, με μαρξισμούς ή αντιμαρξισμούς. Δεν χωράει, λοιπόν, συζήτηση για το δικαίωμα κάποιου, του οποιουδήποτε, να είναι «αντιδραστικός», «επαναστάτης» ή και τα δύο συγχρόνως, όπως άλλωστε πολλοί στη σημερινή ελληνική ακροαριστερά.

 

Αναπτύχθηκε μια κουλτούρα ναρκισσιστικής δημαγωγίας στα πανεπιστήμια. Με ανθρώπους που θέλουν να κλέψουν την εντύπωση, προκαλώντας τον κοινό νου, χρησιμοποιώντας παλαιολιθικούς ή μοδάτους εξτρεμισμούς. Η κοινωνική κριτική θυσιάστηκε έτσι σε μια «μαχητική» υπερπολιτικοποίηση που μιμήθηκε τους τόνους των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, ενώ ζούμε σ' έναν τελείως διαφορετικό ιστορικό χρόνο


Ιδιαίτερα, μάλιστα, σε μαθήματα φιλοσοφίας ή κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, είναι πολύ δύσκολο για τον δάσκαλο να κρατήσει την ουδετερότητα του επιστήμονα. Υποχρεωμένος να σχολιάζει και την καυτή ύλη της επικαιρότητας ή αναλύοντας συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα, αποκαλύπτει, αναπόφευκτα, το δικό του βλέμμα στα γεγονότα. Αυτό συνέβη και στις συζητήσεις που ακολούθησαν την τζιχαντιστική σφαγή στο Παρίσι ή στο περίφημο δημοψήφισμα του καλοκαιριού που τραυμάτισε σχέσεις. Το ίδιο συμβαίνει με πολλά, μικρά ή μεγαλύτερα, δράματα της εποχής: γίνονται αφορμή για να βγουν στο φως αντιθέσεις πολιτικές και να δοκιμαστούν ανθρώπινοι και συναδελφικοί δεσμοί.


Υπάρχει, όμως, ένα λεπτό όριο. Κυρίως η συναίσθηση ότι ένα μάθημα δεν είναι κατήχηση, ούτε κήρυγμα. Δεν πρέπει να είναι κάτι τέτοιο. Κυκλοφορεί, όμως, εδώ και χρόνια η αντίληψη που λέει ότι το πανεπιστήμιο είναι πεδίο μάχης για αντίπαλες ιδεολογίες και συμφέροντα. Και είναι αυτή η ιδέα που μέσα στον χρόνο έχει θρέψει τέρατα με αυταρχικές ή γραφικές συμπεριφορές. Τα χρόνια της κρίσης, ας πούμε, μια ακτιβιστική και αποστολική νοοτροπία άρχισε να δίνει τον τόνο. Κυριάρχησε η επιθυμία να κατατροπωθεί ο αντίπαλος και πέρασε έτσι σε δεύτερη μοίρα η καλλιέργεια της κριτικής γνώσης. Όλοι υποκύψαμε στον πειρασμό της πολιτικής δικαίωσης.


Το χειρότερο είναι, όμως, όταν κάποιοι λένε «κριτική γνώση» και εννοούν αλλοπρόσαλλα κηρύγματα σαν κι αυτό που βγήκε στο φως την προηγούμενη βδομάδα. Όπως έλεγε ο Όργουελ, το πρώτο θύμα μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας είναι πάντα η γλώσσα.


Το νόημα των λέξεων υποφέρει, όπως άλλωστε και η πολυφορεμένη κληρονομιά του Διαφωτισμού. Κριτική γνώση έφτασε, έτσι, να σημαίνει να περιφέρει κανείς τη λέξη «αλλοτρίωση», αναθεματίζοντας τα πάντα ή αφορίζοντας την παγκοσμιοποίηση. Η Δύση παρουσιάζεται ως αρχή και αιτία όλων των δεινών, σαν την πόρνη Βαβυλώνα στη Βίβλο.


Με αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκε μια κουλτούρα ναρκισσιστικής δημαγωγίας στα πανεπιστήμια. Με ανθρώπους που θέλουν να κλέψουν την εντύπωση, προκαλώντας τον κοινό νου, χρησιμοποιώντας παλαιολιθικούς ή μοδάτους εξτρεμισμούς. Η κοινωνική κριτική θυσιάστηκε έτσι σε μια «μαχητική» υπερπολιτικοποίηση που μιμήθηκε τους τόνους των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, ενώ ζούμε σ' έναν τελείως διαφορετικό ιστορικό χρόνο.

 

Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα και όχι τόσο το ένα ή άλλο σύμπτωμά του. Από την αντιπολίτευση στους τεχνοκράτες και στο «νεοφιλελεύθερο πανεπιστήμιο», γεννήθηκε μια κάστα δημαγωγών που θεωρούν πως η επαναστατική βούληση είναι από μόνη της εγγύηση μόρφωσης. Η λύση θα έρθει όταν όλα αυτά ιδωθούν όπως είναι και όχι όπως προβάλλονται από τους οπαδούς τους. Διότι δεν πρόκειται για τίποτα αιρετικές φωνές που σπάζουν την καταθλιπτική ομοφωνία αλλά για ακραίες εκδοχές της εθνικής ιδεολογίας. Με αυτή την έννοια, η σκέψη που σπεύδει πάντα να «ξεσκεπάσει» τους εχθρούς ανήκει στο Παλαιό Ημερολόγιο της Αριστεράς. Είναι μια σκέψη-συνωμοσία που δεν ενδιαφέρεται πια να μεταδώσει γνώσεις αλλά να φρονηματίσει τους παραπλανημένους. Και κάπως έτσι βρίσκει πως όλα, ή σχεδόν όλα, είναι πια προϊόντα χειραγώγησης. Και αυτό το άρθρο ασφαλώς.