Έχει γίνει πια κουραστική η ελληνική συζήτηση για τη βία, κάθε φορά που κάτι άσχημο και άθλιο ματώνει την επικαιρότητα. Υπάρχουν όμως πράγματα που είμαστε υποχρεωμένοι να τα αγγίζουμε, να τα συζητάμε, να μην τα απωθούμε. Για μένα, ωστόσο, το πιο επώδυνο αυτών των συζητήσεων και της ατέρμονης διαμάχης είναι η τέχνη και η τεχνική των δικαιολογήσεων. Ο τρόπος με τον οποίο ψάχνουμε να βρούμε υποστηρίγματα της βίας, ακόμα και μετά την «επίσημη» καταδίκη της.


Προσοχή: δεν μιλώ εδώ για κάποια σοβαρή έρευνα πάνω στη γέννηση και στην ανάπτυξη των διαφορετικών μορφών της βίας αλλά για την επιτήδεια ενασχόληση με την αναζήτηση ελαφρυντικών. Αναφέρομαι, δηλαδή, στις καταστάσεις όπου η ατομική μας κρίση παραλύει και αντί να αναλογιζόμαστε πως πέθανε κάποιος άνθρωπος να σπεύδουμε στο θέμα των κάθε λογής αδικιών και των περιθωριοποιημένων ατόμων/ομάδων ή να τρέχουμε, από την άλλη πλευρά, στο φλέγον ζήτημα της ασφάλειας του αθηναϊκού κέντρου.

 

Μου έχει κάνει εντύπωση το πόσο δύσκολα και απρόθυμα παραδέχεται κάποιος το κακό που μπορεί να συμβεί ακόμα και από την προσήλωση στην πιο αγαθή αξία. Το κακό που μπορεί να γεννηθεί από την απαίτηση του «δίκιου» ή το κακό που ξεφυτρώνει όταν, για παράδειγμα, η αξία της περιουσίας μετρήσει περισσότερο από την αξία της ανθρώπινης ζωής.


Κάπως έτσι η εκάστοτε σκηνή του κακού γίνεται μια αφαίρεση, ένας ψυχρός ιδεολογικός πόλεμος, μια άσκηση δικολαβίστικων επιχειρημάτων και ένα παιχνίδι ισχύος. Από τι πέθανε, ρωτάμε. Από την κλοτσιά του μαγαζάτορα, από κάποιο έμφραγμα, από νοθευμένη δόση, από τον «τρόπο ζωής του» ή από τα αφεντικά και τη μανία τους για την ατομική ιδιοκτησία; Ανάλογα με την απάντηση της προτίμησής σου, θα δεχτείς φυσικά και τα φιλικά νεύματα ή τις επιθετικές κρούσεις και τις ειρωνείες.


Όχι πως δεν έχουν σημασία όλα αυτά σε ένα δεύτερο επίπεδο. Έχουν, και μάλιστα μεγάλη. Τόσο για τον καταλογισμό των πράξεων στη Δικαιοσύνη όσο, και κυρίως, για τη συζήτηση γύρω από το πλαίσιο της ζωής μας, των επιλογών μας, της κατεύθυνσης που παίρνει ο κόσμος μας. Δεν απαξιώνω καθόλου αυτήν τη συζήτηση, αλλά μου φαίνεται πως πολύ συχνά επιστρατεύεται ως πρόσχημα για να εξαγοράζουμε ποσοστά βίας, ο καθένας για το δικό του «σύμπαν». Όμως μιλάμε για συγκεκριμένα γεγονότα και εμπειρίες βίας. Και εδώ το ζητούμενο είναι να μπει τέλος στις δικαιολογίες και στην αγχωμένη προσπάθεια του καθενός να απαλλάξει τους «δικούς του» από το στίγμα. Και όχι μόνο τους «δικούς του» αλλά και τις προσφιλείς σε αυτόν αξίες και δεσμεύσεις.


Μου έχει κάνει εντύπωση το πόσο δύσκολα και απρόθυμα παραδέχεται κάποιος το κακό που μπορεί να συμβεί ακόμα και από την προσήλωση στην πιο αγαθή αξία. Το κακό που μπορεί να γεννηθεί από την απαίτηση του «δίκιου» ή το κακό που ξεφυτρώνει όταν, για παράδειγμα, η αξία της περιουσίας μετρήσει περισσότερο από την αξία της ανθρώπινης ζωής.


Ως έναν βαθμό, φυσικά, είναι αναπότρεπτη η προσκόλλησή μας σε κάποιες αξίες περισσότερο από άλλες. Όπως και η συμπάθεια για κάποιους τρόπους ζωής και η αντιπάθεια ή η αδιαφορία για άλλες επιλογές. Όταν, μάλιστα, αισθανόμαστε πιο κοντά σε κάποιες ερμηνείες και αξίες βλέπουμε με καλύτερο μάτι όλα όσα σχετίζονται με αυτές. Όταν, για παράδειγμα, σε μια αντιφασιστική διαδήλωση μια φωτοβολίδα τραυματίσει σοβαρά μια τυχαία περαστική, αυτός που συμμερίζεται τη συγκεκριμένη διαδήλωση και τον σκοπό της δεν θα θέλει να μιλάμε γι' αυτό το συμβάν. Το είδαμε πριν από κάποιες μέρες αυτό με τον τραυματισμό μιας κοπέλας στο Αγρίνιο από φωτοβολίδα. Αυτός είναι ο μηχανισμός που μας κάνει να επιλέγουμε ποια βία θα κάνουμε θέμα, ποια θα αποσιωπήσουμε και ποια θα θεωρήσουμε «ασήμαντη» μπροστά στην κρυφή βία του συστήματος.


Όταν όμως μιλάμε για το τέλος των δικαιολογιών δεν μπορούμε να περιμένουμε πότε οι συντηρητικοί λαϊκοί άνθρωποι θα συμφιλιωθούν ή θα αγαπήσουν τους/τις queer και πότε ο ριζοσπάστης δεν θα βρίζει τους «νοικοκυραίους». Όταν το θέμα είναι η βία πρέπει να πάμε αλλού: στην προσπάθεια για τον περιορισμό της, για τον αυτοέλεγχο των συμπεριφορών μας, για την αίσθηση των ορίων. Ο καθένας στον χώρο του, στο πεδίο της πρακτικής του, με τις δικές του πολιτικές προδιαθέσεις.


Και αυτή η αίσθηση των ορίων αποκτά όλη της τη σημασία ιδιαίτερα στις έκτακτες καταστάσεις. Στο εν βρασμώ ψυχής όπου εσύ οφείλεις να μην περάσεις στη βαναυσότητα, να μη χάσεις το αίσθημα συμπόνιας, να μη γίνεις κτήνος. Εδώ άλλωστε βρίσκεται όλη η δυσκολία και το βάρος και το ρίσκο της καθημερινής τριβής με καταστάσεις που συχνά δεν τις ελέγχουμε. Εδώ, σε αυτό το σύνορο ανάμεσα στη φυσιολογική αγανάκτηση και στην αθέμιτη βαναυσότητα, κρίνεται το τι έχουμε κατακτήσει και τι έχουμε χάσει ως πολίτες.


Κάθε θάνατος σαν αυτόν του Ζακ Κωστόπουλου μας υπενθυμίζει, εν τέλει, πόσο δύσκολα ξεμαθαίνουμε τις δικαιολογίες και τη συνήθειά μας να διαλέγουμε το εμείς ή αυτοί, ακόμα και μπροστά σε έναν νεκρό που πέθανε «από απροσδιόριστους λόγους», αλλά πέθανε άδικα, πέθανε με σκληρότητα αδικαιολόγητη.


Μόνο ξεκινώντας από την άρνηση να βρούμε δικαιολογίες, μόνο τότε μπορούμε να πάμε στη συζήτηση για τα αίτια και για τις βαθύτερες πληγές.