Οι ευαισθησίες που προσβάλλονται ή οι άνθρωποι που εμφανίζονται θιγμένοι είναι η μεγάλη τάση της εποχής. Να, για παράδειγμα, όσοι μίλησαν για το Ρride όχι για να απορρίψουν τον σκοπό του (έτσι τουλάχιστον είπαν) αλλά «θιγμένοι» και σοκαρισμένοι από την καρναβαλική αισθητική μερικών ‒λίγων‒ από τους συμμετέχοντες. Να, από την άλλη πλευρά, η ευαισθησία πολλών που δηλώνουν τραυματισμένοι στο ενδεχόμενο της συμφωνίας με τον Βόρειο γείτονα, επειδή θα υπάρχει η λέξη «Μακεδονία» στη σύνθετη ονομασία του.

 

Να και μια άλλη, τελείως διαφορετική φυσικά περίπτωση, σε πολλά και σημαντικά αμερικανικά πανεπιστήμια όπου έχει γίνει πια καθεστώς να προβάλλεται επιθετικά η πληγωμένη ευαισθησία κάποιων φοιτητών και φοιτητριών όταν θα πρέπει να διδαχτούν έναν Δυτικό φιλόσοφο που δεν ήταν υπέρ της κοινωνικής ισότητας, είχε μισογυνικές αντιλήψεις ή γενικά συντηρητικές ιδέες με τα μέτρα του σημερινού ριζοσπαστισμού.


Η «θιγμένη ευαισθησία» υποκαθιστά παντού τη θιγμένη υπόληψη ή τιμή. Μοιάζει να ανταποκρίνεται στις μεγάλες μεταβολές της κοινωνίας και των μέσων επικοινωνίας. Να απαντά στις συνθήκες όπου είναι πολύ σημαντική η υποκειμενική εμπειρία, το πώς νιώθει κανείς σε κάθε στιγμή της μέρας. Το συναίσθημα, όχι μόνο το προσωπικό αλλά και το δημόσιο, αυτό που ρέει στους δρόμους, αποκτά περισσότερα δικαιώματα. Η έκφραση των συναισθημάτων έχει γίνει μέρος της πολιτικής όχι μόνο σε κινήματα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης αλλά και στη mainstream πολιτική αγορά.


Αν και δεν πάει ο νους μας στον Ντόναλντ Τραμπ όταν μιλάμε για ευαισθησία –το αντίθετο μάλιστα–, δεν είναι τυχαίο πως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ προβάλλει ως άνθρωπος του θυμικού. Διαφημίζει τις εκρήξεις, τις δυσαρέσκειες, τον τρόπο που θίγεται από μια δημοσιογραφική ερώτηση. Προβάλλει δηλαδή και δεν κρύβει την απουσία ψυχραιμίας και, βεβαίως, το εμπαθές και καβγατζίδικο ταμπεραμέντο του.

 

Το θέμα με την εύθικτη και ετοιμοπόλεμη ευαισθησία είναι ότι τεμαχίζει την κοινωνία σε ξένες μεταξύ τους επικράτειες παραπόνων. Φτιάχνει μια μεγάλη λίστα θυμών ή, ακόμα χειρότερα, έναν κατάλογο εχθρών και φίλων που κάθε φορά πρέπει να αποδεικνύουν το αγαθό τους φρόνημα


Μια ολόκληρη κουλτούρα επιβάλλει πλέον να εκφράζεις τον θυμό σου, να δείχνεις τα τραύματά σου, να εξομολογείσαι τι σε πείραξε. Τίποτα να μη μένει απωθημένο και κρυφό. Τα πάθη, από εκεί που ήταν σε καταστολή ή, έστω, σε κατ' οίκον περιορισμό, σήμερα καλούνται στη σκηνή ως αόρατοι νομοθέτες. Πολλοί άνθρωποι δεν μπαίνουν στον κόπο να υπερασπιστούν τις ιδέες τους ή τον συλλογισμό τους για το ένα ή άλλο θέμα. Μιλούν για τις ευαισθησίες τους, θεωρώντας τες ιερές.


Κάπου εδώ όμως παραμονεύει μια μεγάλη παρανόηση. Ήταν, φυσικά, αναγκαίο να ξεπεραστεί ένας άκαμπτος ορθολογισμός που δεν ήθελε να ακούσει ούτε τα ατομικά παράπονα ούτε διάφορες συλλογικές ευαισθησίες. Το θυμικό, οι συγκινήσεις, οι αντιδράσεις οι οποίες συχνά δεν παίρνουν τη μορφή λογικών επιχειρημάτων, όλα αυτά είναι αναπόσπαστα κομμάτια της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν θα μπορούσαν να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι, έξω από τη συζήτηση, σε κάποιο κακοφωτισμένο περιθώριο της «σοβαρής πολιτικής».

 

Η θιγμένη ευαισθησία των ημερών μας γίνεται όμως κάτι άλλο: πάει, συχνά, να γίνει ένας μηχανισμός άσκησης λογοκρισίας, μια ανελευθερία που άλλοτε παίρνει συντηρητικό σχήμα κι άλλοτε βαφτίζεται προοδευτική και ριζοσπαστική. Στο όνομα της τραυματισμένης του ευαισθησίας κάποιος μπλοκάρει τη διπλωματική και πολιτική λύση για τη Μακεδονία. Ανεμίζοντας την πληγωμένη του ευαισθησία ένας άλλος θέλει να κατέβει ένα έργο από τις αίθουσες, να ματαιώσει μια συζήτηση στο πανεπιστήμιο, να σαμποτάρει τον εχθρό του, αδιαφορώντας για τις άλλες γνώμες από δίπλα. Για την κάθε μαχόμενη ευαισθησία οι άλλοι είτε δεν υφίστανται είτε δεν έχουν ψυχή παρά μόνο ποταπά συμφέροντα.


Έτσι, λοιπόν, χάνουν έδαφος οι γνώμες που δεν έχουν καταφέρει να εξοπλιστούν και να μπουν στην αρένα με άγριες διαθέσεις. Έχει πια κανείς την εντύπωση ότι μαζί με την «ευαισθησία» επιστρέφουν η κατήχηση, η ηθικολογία και εκείνη η στάση που ισχυρίζεται ότι έχει όλο το δίκιο με το μέρος της επειδή είναι αυθεντική.


Δεν θέλω να πω εδώ ότι η εμμονή με τις ευαισθησίες και την προσβολή τους είναι από μόνη της αυταρχική και ολοκληρωτική. Πολλές φορές το απαράδεκτο και το πραγματικά ταπεινωτικό κρύφτηκε και ακόμα κρύβεται πίσω από τύπους και ψυχρές διαδικασίες που εμφανίζονται ως ψύχραιμα δεδομένα. Αιτήματα και μεγάλες θεσμικές νίκες ξεκίνησαν από μια ευαισθησία (στον φεμινισμό και σε άλλα θέματα) που έφερε έναν άλλο αέρα στη δημόσια ζωή. Γι' αυτό και φαίνεται αδύνατη η επιστροφή σε έναν κόσμο όπου τα συναισθήματα και η έκφρασή τους ήταν σφιχτά περιορισμένα.


Το θέμα με την εύθικτη και ετοιμοπόλεμη ευαισθησία είναι ότι τεμαχίζει την κοινωνία σε ξένες μεταξύ τους επικράτειες παραπόνων. Φτιάχνει μια μεγάλη λίστα θυμών ή, ακόμα χειρότερα, έναν κατάλογο εχθρών και φίλων που κάθε φορά πρέπει να αποδεικνύουν το αγαθό τους φρόνημα.


Η ευαισθησία που απαιτεί την πειθάρχηση όλων των άλλων στον δικό της ρυθμό γίνεται αλαζονική. Είτε εμφανίζεται ως πλειοψηφικό συναίσθημα (λ.χ. στα εθνικά θέματα) είτε ως στρατευμένη μειονότητα (σε άλλα ζητήματα), αυτή η απαιτητική και μαχητική ευαισθησία συμπιέζει πάντα τη συζήτηση.


Η απάντηση προφανώς δεν είναι η ειρωνεία ούτε η φτηνή αποδόμηση της μίας ή άλλης ευαισθησίας. Είναι ο δημιουργικός αντίλογος και τα αντίβαρα, αυτά δηλαδή που εγγυώνται ακόμα την ελεύθερη συνύπαρξη ανάμεσα σε ανθρώπους που διαφωνούν και φυσικά ονειρεύονται να επιβληθούν στους άλλους.