«Tι σκότωσε το αθηναϊκό clubbing;» αναρωτηθήκαμε στο συλλογικό ρεπορτάζ μας την περασμένη εβδομάδα. Να τρεις απ' τις απαντήσεις που λάβαμε:

 

johinnis: «Τα κλαμπ τα σκότωσε το Ίντερνετ. Παλιά βγαίναμε να ακούσουμε μουσική, τώρα όλη τη μουσική τη βρίσκουμε σπίτι μας, χωρίς να την εκτιμάμε κιόλας. Επίσης, οι DJs ήταν 5-6 σε κάθε είδος, οπότε δεν μπορούσαν τα μπαράκια να έχουν DJ. Τώρα που όλοι είναι και μπορούν να έχουν μουσική, φτιάχνουν μπαράκια των 20 ατόμων χωρίς μεγάλο ρίσκο και μοιράζεται ο κόσμος στα 1.000, ενώ παλιά ήταν στα 20 μαγαζιά. Ο DJ που έχει τη μεγαλύτερη παρέα είναι ο καλύτερος για τους μαγαζάτορες».


Vasilis More Bass: «Αν και πρωτοπήγα σε πάρτι το '93 και δεν σταμάτησα έκτοτε, βρίσκω λίγο γραφική αυτήν τη νοσταλγία για τη "χρυσή εποχή του clubbing στην Αθήνα", που υποτίθεται ότι ήταν τα '90s, και την γκρίνια για το πόσο χάλια είναι τώρα. Μάλλον οι συνομήλικοί μου ξέχασαν τα κακά και θυμούνται μόνο τα καλύτερα. Δεν θυμούνται ότι στα περισσότερα μεγάλα κλαμπ είχε ατελείωτες ουρές για να μπεις. Που έπρεπε να έχεις κορίτσια στην παρέα, αλλιώς έτρωγες πόρτα. Τους άθλιους εξαερισμούς που ή πνιγόσουν απ' την κάπνα ή έλιωνες από τη ζέστη ή και τα δύο μαζί. Τα χάλια ηχοσυστήματα, που ή κουφαινόσουν άμα ήσουν μπροστά ή δεν άκουγες καλά πιο πίσω. Μια χαρά είναι για μένα οι μικροί χώροι μέχρι 100-150 άτομα και τα πάρτι σε "περίεργους" χώρους (υπόγειες διαβάσεις, πάρκα, αίθρια κ.ά.) ή αλλιώς τα ανοιχτά φεστιβάλ για πιο μεγάλα ονόματα. Καλά κάναν και πέθαναν τα κλαμπ. Α, και να ξέρετε, μια χαρά είναι η νύχτα και τώρα :P».

 

Novel_Splendours: «Καταλαβαίνω τη νοσταλγία, αλλά δεν ήταν όλα τόσο καλά. Παρόλο που ως νέος της εποχής εκείνης διασκέδασα κι εγώ σε τέτοια μαγαζιά, παρασυρόμενος από το κλίμα της εποχής, θύμα της "κωστοπουλειάδας", και παρόλο που πέρασα όμορφα, δεν μπορώ να μη θυμάμαι και τα πολλά αρνητικά. Δυστυχώς, η φήμη των μεγάλων κλαμπ, είτε των mainstream είτε των πιο underground, τα έκανε να ξεχάσουν τον λόγο για τον οποίο υπήρχαν, που ήταν να διασκεδάζει ο κόσμος. Απέκτησαν μια αλαζονική οντότητα, όπου ο πελάτης ήταν ένας αριθμός, ένα εισιτήριο, ένα ακόμα πρόβατο. Ο μπάρμαν, ο πορτιέρης, ο κάθε σχετιζόμενος με το εκάστοτε κλαμπ, απέκτησε εξουσία και τουπέ δυσανάλογα με τη δουλειά του. Οι DJs θεοποιήθηκαν σε ανόητο βαθμό. Αρκούσε να ξέρεις κάποιον που ήξερε κάποιον που ήξερε κάποιον που είχε πιει καφέ με τον πορτιέρη ή τον μπάρμαν ή κάποιον άλλο για να ανέβεις επίπεδο. Ανόητα πράγματα. Πέραν αυτού, όσο πιο μεγάλο το κλαμπ, τόσο πιο μεγάλη η αποξένωση. Όποιος νομίζει ότι στα κλαμπ γίνονται περισσότερες γνωριμίες απ' ό,τι σε μικρά μαγαζιά, είτε δεν βγαίνει συχνά είτε απλώς υπήρξε τυχερός. Τους ανθρώπους που γνώρισα σε μπαρ και μικρούς χώρους ούτε που διανοήθηκα ότι θα γνώριζα ποτέ σε κλαμπ. Καλά έκαναν και πέθαναν τα κλαμπ. Είχαν περισσότερη ψευτιά απ' ό,τι αλήθεια. Στημένοι άνθρωποι, στημένες συμπεριφορές. Χίλιες φορές μικρότεροι χώροι, είτε για πάρτι και χορό είτε για πιο συμβατική διασκέδαση. Μια χαρά είναι η νύχτα τώρα. Έχει για όλους, για όλα τα γούστα. Αρκεί να έχεις κέφι να ασχοληθείς».

 


Συνεχίζονται οι συζητήσεις για το «Βδέλυγμα» του Δημητριάδη που δημοσιεύσαμε πριν από δύο εβδομάδες. Στη συνέντευξή του στην Έφη Μαρίνου και στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο γνωστός σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου ερωτάται:

 

— Πώς διαβάσατε το ακραίο κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη Το Βδέλυγμα, που δημοσιεύτηκε στη LifΟ;

Λυπημένος πολύ ο Δημήτρης...

 

— Για ξεφτίλα μιλάει κι αυτός.

Του τρίτου όμως. Εγώ είμαι καταδικασμένος, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, να ξεφτιλίζομαι ο ίδιος. Η διαφορά είναι ότι την ξεφτίλα του τρίτου μπορείς να την καταγγέλλεις, να την ελεεινολογείς, να τη θρηνείς, αλλά την ισορροπία τη βρίσκεις όταν αυτοεξευτελίζεσαι μιλώντας για την ξεφτίλα. Κι αυτή η δουλειά δεν περιέχει ηθικολογία».

Παράλληλα, αναγνώστης με το ψευδώνυμο el7 μας έγραψε με mail: «Εγώ συμφωνώ με την τοποθέτηση του Δημητριάδη γιατί γράφει την αλήθεια όπως την αντιλαμβάνεται, χωρίς να χρυσώνει το χάπι. Αν δεν κάνουμε την αυτοκριτική μας ή την κάθαρση χωρίς να ψάχνουμε αποδιοπομπαίους τράγους δεν πρόκειται να προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Βιαζόμαστε να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα, να κρεμάσουμε ετικέτες και να πάρουμε θέση για όλα, χωρίς να γνωρίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις. Άλλωστε, την ιστορία δεν τη γράφουν οι νικητές αλλά το χρήμα. Έχοντας πλήρη άγνοια ή στρουθοκαμηλισμό, άντε να έχεις σωστό κριτήριο».


Ο Δημήτρης Πολιτάκης επέστρεψε στις σελίδες της LifO με τη νέα του στήλη, και ανάμεσα στα πολλά σχόλια στο LIFO.gr και στο facebook μας επιλέγουμε δύο: «Εύγε! Συν-κινημένος!» (Κωνσταντίνος Φ. Σισκάκης), «Καλώς ήρθες, Πολιτάκη! Πιο ώριμος από ποτέ... Εύγε» (crisis2015@)