Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1977. Μεγάλωσα στο κέντρο, Νεάπολη - Εξάρχεια. Παίζει ίσως έναν ρόλο αυτό, γιατί η Νεάπολη, ειδικά τότε, είχε έναν ξεχωριστό χαρακτήρα από τα Εξάρχεια, ήταν πιο απόμερα, χωρίς κίνηση και μαγαζιά, σχεδόν χωρίς αυτοκίνητα, ήταν λίγο σαν χωριό μέσα στο κέντρο.
• Μεγάλωσα, λοιπόν, εκεί, κοντά στον Άγιο Νικόλα Πευκακίων, ανάμεσα σε πολλά σχολεία με πάρα πολλά παιδιά, το δημοτικό του Πικιώνη πάνω απ' την παιδική χαρά, και το θρυλικό 5ο λύκειο, Πρασσά και Οκταβίου Μερλιέ, που χρόνια αργότερα εγκαταλείφθηκε κι ύστερα έγινε χώρος φιλοξενίας προσφύγων, μέχρι που ένα πρωί του 2019 τους έβγαλαν έξω τα ΜΑΤ κι έκτοτε χάσκει πάλι περήφανα μόνο κι άδειο, με τσιμεντωμένη είσοδο.
• Yπήρχε φυσικά και το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας στη Σίνα, όπου δούλευε η μάνα μου ως καθηγήτρια Γαλλικών, ένα ίδρυμα με πολυάριθμους μαθητές και σπουδαστές, ίσως και χιλιάδες εκείνη την περίοδο. Εκεί, λοιπόν, στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου, ψηλά, στον τρίτο όροφο, αν θυμάμαι καλά, είχε συμβεί κάποιες φορές να μ’ αφήσει η μάνα μου μέχρι να σχολάσει: στα κόμικς Μπαμπάρ, Τεντέν, Αστερίξ και τα λοιπά. Αυτή ήταν μια πρώτη επαφή για μένα με την ιδέα της Γαλλίας, που ήταν μαζί μια εικόνα οργάνωσης και χάους, και μια τρομερή αίσθηση ανοίγματος της ζωής μέσα από τα βιβλία. Λογοτεχνία και ποίηση, μια στοίβα πολιτικά περιοδικά, μια στοίβα «ELLE», βιβλία αρχιτεκτονικής, πολεοδομίας, αισθητικής...
Τα Εξάρχεια, τότε, είχαν το βιβλίο στη βάση τους. Δεν ήταν μόνο τα άπειρα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί οίκοι όλων των ειδών και των αποχρώσεων, αλλά και το ότι, κατά κάποιον τρόπο, όλα τα υπόλοιπα πράγματα γύρω γύρω σού έλεγαν ότι το βιβλίο είναι ένα κανονικό καθημερινό αντικείμενο.
• Έχει κάτι το θεμελιώδες αυτή η σκηνή για μένα, γιατί εμπεριείχε πολλά πράγματα, πολλές δυναμικές αντιθέσεις: τη μοναξιά μιας βιβλιοθήκης που όμως έχει μεγάλα παράθυρα προς τα έξω, την προσμονή να φύγεις αλλά και τη μοναδική προσήλωση εκείνης της συγκεκριμένης ώρας πριν φύγεις, την πεποίθηση στην ύπαρξη ενός περίπλοκου κόσμου που είναι ταυτόχρονα χαρτογραφημένος κι αχαρτογράφητος. Και το έξω, η συγκεκριμένη αυτή γωνιά της πόλης, βοηθούσε πάρα πολύ – γιατί έβγαζε νόημα.
• Τα Εξάρχεια, τότε, είχαν το βιβλίο στη βάση τους. Δεν ήταν μόνο τα άπειρα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί οίκοι όλων των ειδών και των αποχρώσεων, αλλά και το ότι, κατά κάποιον τρόπο, όλα τα υπόλοιπα πράγματα γύρω γύρω σού έλεγαν ότι το βιβλίο είναι ένα κανονικό καθημερινό αντικείμενο. Όχι ιερό, όχι απόμακρο, όχι ένα μυστικό που δεν είναι για σένα, αλλά κάτι το απλό και το απτό. Οι συζητήσεις στα σπίτια, στα πολιτικά στέκια, στα καφενεία, στο όρθιο μπροστά στα πρωτοσέλιδα, στη λαϊκή, είχαν μέσα συχνά στο βάθος μια θεωρία, μια αναφορά, ένα πρόσωπο που έχει γράψει κάτι, έναν τίτλο κειμένου ή βιβλίου. Έτσι, παρόλο που οι γονείς μου δεν είχαν κάποια άμεση σχέση μ’ αυτό που έμελλε αργότερα να κάνω εγώ, δηλαδή δεν έγραφαν οι ίδιοι λογοτεχνία, η αρχική μου ύπαρξη μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ήταν, στην πραγματικότητα, υπερπρονομιούχα. Το σχολικό μου, ας πούμε, με άφηνε Ιπποκράτους και Αραχώβης, ακριβώς μπροστά στο βιβλιοπωλείο Παρά Πέντε (τώρα εκεί είναι τα μαγαζιά μοντελισμού, που δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους στις γαστροπάμπ). Και έμπαινα λίγο, για πέντε λεπτά, να δω όλα αυτά τα φοβερά εξώφυλλα εκδόσεων που δεν μπορούσα ακόμα να διαβάσω. Και μόνο η όψη τους μού προξενούσε μια ψυχική διέγερση.
• Το εντυπωσιακό εξώφυλλο του «Τρυποκάρυδου» ας πούμε, που θυμάμαι από τότε στις προθήκες με τις νέες κυκλοφορίες στο Παρά Πέντε, μου έλεγε από μόνο του ότι μπορεί κανείς να γράψει ό,τι θέλει, να πει μια ιστορία όπως τη θέλει. Ή, λίγο πιο πάνω, στη Διδότου, έμπαινες (κατέβαινες) στη Διεθνή Βιβλιοθήκη της Σύλβιας, διαβάζοντας τίτλους με τις λέξεις «συνείδηση», «εξέγερση», «θέαμα», που όλα ήταν εκρήξεις μες στο κεφάλι σου. Έτσι, δεν ξέρω πώς έγινε και σε μια από τις πολύ πρώτες εκθέσεις που μας είχαν βάλει στο σχολείο, στην ερώτηση τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις, εκεί που όλα τα παιδιά έλεγαν πιλότος, δασκάλα, ή το επάγγελμα των γονιών τους, εγώ είπα «μακαρόνι», ότι όταν μεγαλώσω θα γίνω ένα μακαρόνι. Αργότερα, οι προσδοκίες μου έγιναν πιο συμβατικές, έλεγα ας πούμε ότι θα γίνω σκηνοθέτης, ζωγράφος – πιο συμβατικές απ’ το μακαρόνι εννοώ. Και διάβαζα περιπέτειες.
Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν το «Δυο χρόνια διακοπές» του Ιουλίου Βερν, κι ύστερα αρκετά άλλα δικά του, τη «Μηχανή του χρόνου» του Γουέλς, τέτοια μυθιστορήματα, καθώς και το «Χόμπιτ», έπειτα από επίμονη υπόδειξη του αδελφού μου. Και αρκετά νωρίς, στο γυμνάσιο, αρχίζω να διαβάζω ξαφνικά πολύ διαφορετικά πράγματα, όπως Κάφκα, απ’ τον οποίο και συγκρατώ κυρίως το χιούμορ του. Σ’ όλη αυτή την πρώτη περίοδο αναγνωσμάτων όμως, είτε μιλάμε για περιπέτεια, πειρατική ιστορία, είτε για κλασικό μυθιστόρημα ή ό,τι άλλο, θυμάμαι ξεκάθαρα ότι είχε αρχίσει να παίρνει από πολύ νωρίς σχήμα μια μορφή στο κεφάλι μου, μια μυστηριώδης αόρατη παρουσία να υπάρχει: αυτή του συγγραφέα. Κάποιος τα είχε γράψει αυτά. Ένας αληθινός άνθρωπος. Από νωρίς με ενδιέφερε λοιπόν η ερώτηση «πώς το έκανε;». Όχι γενικώς και αορίστως, «ρε μεγάλε, πώς το ’κανες αυτό», αλλά πολύ συγκεκριμένα και πολύ τεχνικά: αυτή η φράση που μόλις διάβασα και που μου δημιούργησε μια εικόνα ή ένα συναίσθημα, ή και τα δυο μαζί, πώς έγινε; Με ποιον τρόπο και με ποια μέθοδο; Και γιατί αν το είχε γράψει αλλιώς, με διαφορετικά λόγια, ή αν τα ίδια λόγια είχαν μπει με διαφορετική σειρά, τότε δεν θα μου είχαν δημιουργηθεί όλα αυτά; Εκείνη τη στιγμή εντοπίζω τον συγγραφέα.
• Δηλαδή σήμερα, αν με ρωτήσεις «πότε άρχισα να γράφω», θα σου πω με κάθε ειλικρίνεια «τότε», που δεν έχει καμία σχέση με το διάβημα να πιάσω χαρτί και στιλό για να γράψω εγώ κάτι: προγενέστερα έχει συμβεί, για μεγάλο διάστημα, αυτό το πράγμα. Έχω διαβάσει ό,τι έχω διαβάσει σκεπτόμενος το γραπτό απ’ την οπτική γωνία του συγγραφέα που δεν είμαι. Επίσης, την ίδια περίοδο, βλέπω πάρα πολλή τηλεόραση. Ταινίες, σειρές, οποιαδήποτε μυθοπλασία είναι διαθέσιμη στην τηλεόραση (πολύ περισσότερο από εκπομπές, που τις προσπερνάω συστηματικά) την παρακολουθώ μέχρι τελικής πτώσης. Τα ίδια και χειρότερα όταν μπαίνει στο σπίτι το βίντεο, με την έννοια πως ό,τι μου αρέσει θα το νοικιάσω ξανά και ξανά, θα δω την ίδια βιντεοκασέτα, τις ίδιες σκηνές, τη δράση, τους διαλόγους και τα λοιπά, μέχρι να τα μάθω όλα απέξω, με έμφαση στην περιπέτεια, στην κωμωδία και στο φανταστικό.
• Σε εκείνη τη φάση αρχίζω πιθανότατα να διαμορφώνω τη γλώσσα μου. Δηλαδή να έχω μια ομάδα φίλων που τη φτιάχνουμε όλοι μαζί, με στοιχεία από τους προηγούμενους, από τις γειτονιές μας, λίγο από τρας, λίγο από κοινωνικά γεγονότα, δρόμο, γήπεδο, πολύ από περιρρέουσες υποκουλτούρες της εποχής που δεν ξέρουμε καν ότι υπάρχουν ως τέτοιες. Τέλος πάντων, δεν ξέρω και ακριβώς πώς, πάντως είναι η εποχή που, όπως ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτητοποιούμαι από τη γλώσσα ως εθνική διδακτέα ύλη και δημιουργώ μια δική μου προσωπική ελληνική γλώσσα. Δεν τη μιλάω αναγκαστικά, αλλά την καταλαβαίνω στο στομάχι μου. Υπάρχει. Αυτή θα γίνει, πολύ αργότερα, και η βάση της γλώσσας στην τριλογία του Κρόκου.
• Το 1997 φεύγω για το Παρίσι, Σεπτέμβρη. Στην πρώτη μου βόλτα με τα πόδια στην πόλη διαπιστώνω τρία πράγματα. Πρώτον, ότι οι Γάλλοι έχουν βάλει ένα τεράστιο χρονόμετρο πάνω στον Πύργο του Άιφελ με αντίστροφη μέτρηση μέχρι το μιλένιουμ (συγκεκριμένα έγραφε «avant l’an 2000»), κι ότι εκείνη τη στιγμή που το κοιτάζω δείχνει 848 μέρες και κάτι ψιλά – είναι ένα περίεργο και ισχυρό θέαμα που με κάνει να νιώσω μια αίσθηση συνολικής άφιξης και ιστορικής συνείδησης, ότι δεν έφτασα απλώς στο Παρίσι αλλά πως κατά κάποιον τρόπο μπήκα στον κόσμο και στην ευρεία χρονικότητά του. Ήμουν στο παρόν, ο χρόνος ήταν μια μεγάλη αφήγηση κι εγώ ήμουν επιτέλους μέσα της. Δεύτερον, ότι λίγα μέτρα παραπέρα, δίπλα σε μια γέφυρα, υπάρχει ένα βουνό από τριαντάφυλλα και χρυσάνθεμα στο σημείο όπου, λίγες μέρες νωρίτερα, είχε σκοτωθεί η πριγκίπισσα Νταϊάνα – γεγονός που μ’ αφήνει τελείως αδιάφορο μεν αλλά με κάνει να συνειδητοποιήσω, σε συνδυασμό με την αντίστροφη μέτρηση του χρονομέτρου που τρέχει, ότι στην προσωπική μου αντίληψη της μεγάλης χρονικότητας θα μπαίνουν πάντοτε εμβόλιμα και πολύ άμεσα γεγονότα που θα την προσδιορίζουν είτε εγώ τους προσδίδω σημασία είτε όχι, κι ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζουμε «εποχή». Το θυμήθηκα αυτό όταν, 27 χρόνια αργότερα, στο «Deepfake», ο Κρόκος περπατάει νύχτα στην έρημη λεωφόρο Βουλιαγμένης και βλέπει από μακριά ένα βουνό γαρίφαλα στο σημείο όπου σκοτώθηκε ο Παντελίδης. Τρίτον, ότι δεν ξέρω γαλλικά. Δηλαδή ξέρω, φυσικά ξέρω, τα γαλλικά του σχολείου, των δελτίων ειδήσεων, της τυπικής ορθής έκφρασης και της κλασικής λογοτεχνίας – αλλά στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Διότι μπαίνω σ’ έναν φούρνο και λέω «ένα ψωμί, παρακαλώ», κι απ’ τον τρόπο που με κοιτάνε ξέρω ότι δεν ξέρω, κι απ’ τον χρόνο που περνάει γρηγορότερα, γιατί πίσω μου στην ουρά οι Παριζιάνοι, που είναι ανελέητοι σαδιστές, πιέζουν ταυτοτικά σχεδόν, ξέρω ότι ο κόσμος μου εντός του μεγάλου κόσμου που μόλις ανακάλυψα θα είναι μικρός χωρίς τη σε βάθος κατάκτηση αυτής της γλώσσας.
• Μένω στο 11ο δημοτικό διαμέρισμα, κοντά στο Canal Saint-Martin, που τότε ακόμη είναι μια λαϊκή γειτονιά, και σίγουρα η πιο πυκνοκατοικημένη της πόλης, με 40.000 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Σκιτσάρω καθημερινά, αρχίζω να κρατάω σημειώσεις σε φόρμα ημερολογίου, με μια υβριδική διάλεκτο που ανακατεύει τις γλώσσες και τα ιδιώματα που ξέρω, συχνά ως «ροή συνείδησης» που εξερευνώ με μεγάλη προσοχή. Σπουδάζω στη Ναντέρ Ιστορία της Τέχνης με τον Φροντιζί, και Αρχαιολογία με τον Χολτζμάν, και κάνω μεταπτυχιακό στην Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Saint-Denis. Έπειτα από υπόδειξη της καθηγήτριάς μου, Φρανσουάζ Ντιρού, παρακολουθώ σεμινάρια λακανικής θεωρίας στη rue de Lille, στο παλιό σπίτι του Λακάν. Ξεκινάω διαδοχικά τρία διδακτορικά σε διαφορετικές κοινωνικές επιστήμες, χωρίς να ολοκληρώσω κανένα. Πιο βαθιά στην έρευνα φτάνω σίγουρα με το τελευταίο, στη Σορβόννη, μια διατριβή για τη θέση της γυναίκας στο ευρωπαϊκό κόμικς, καθώς, εν τω μεταξύ, από το 2003 γράφω στο «9» της Ελευθεροτυπίας για κόμικς και επιστημονική φαντασία. Αλλά όλες αυτές οι σπουδές δεν μου μαθαίνουν τη γλώσσα όπως εγώ την εννοώ. Συχνάζω επί τούτου στην EHESS, τη σχολή ανωτάτων σπουδών στις κοινωνικές επιστήμες, γιατί εκεί σπουδάζουν (και πίνουν καφέ) πολλοί από τους φίλους μου ή απ’ τους ανθρώπους που για κάποιον λόγο θέλω να βλέπω. Αρχίζω να ασχολούμαι με την τζαζ και να διαβάζω επιτέλους άλλη λογοτεχνία. Άφθονη γαλλική autofiction του ’80 και του ’90, υπερβατικούς συγγραφείς όπως ο Μπλουά και ο Μπερνανός, πολύ Σελίν, Φίλιπ Ντικ και cyberpunk, και προφανώς άπειρα κόμικς. Τα διαβάσματα αυτά και οι Γάλλοι φίλοι μου –κυρίως αυτοί, οι φίλοι μου– είναι που με κάνουν να μπω για τα καλά στα γαλλικά, στους νεολογισμούς και στους ιδιωματισμούς και στον ρυθμό τους, κι όσο συμβαίνει αυτό, κατά έναν περίεργο τρόπο, αντί να ζημιώνονται τα ελληνικά μου, σαν να «εξελίσσονται» μέσα μου, να προσαρμόζονται και να επεκτείνονται. Ταυτόχρονα. Το βλέπω δηλαδή στις σελίδες του ημερολογίου.
Μερικές φορές νομίζω ότι τα ΜΚΔ είναι ο πραγματικός πρόγονος της τεχνητής νοημοσύνης, ο προθάλαμος. Είναι ένα πράγμα που παράγει ακατάσχετα μέσους όρους: μέσο όρο κειμένου, άποψης, επιχειρήματος, αισθητικής. Με σαφείς πειθαρχικούς μηχανισμούς και ένα τελείως γελοίο σύστημα επιβράβευσης.
• Μετά από διάφορες δουλειές, όπως ρεσεψιονίστας σε μικρό ξενοδοχείο στο Saint-Michel, τουριστικός οδηγός σε εξωτικές χώρες, νυχτοφύλακας σε εκθέσεις τροφίμων κ.ά., το 2006 αρχίζω να εργάζομαι στις εκδόσεις της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού. Επιμέλεια κειμένου και μεταφράσεις στην αρχή, και μετά συγγραφή για καταλόγους εκθέσεων και άλλες εκδόσεις. Εκεί κάπου έχω την ιδέα για το πρώτο μου βιβλίο, ένα πολιτικο-λογοτεχνικό αλφαβητάρι (Άλφα όπως Αποκάλυψη, Βήτα όπως Βορίδης...). Η πειραματική αυτή έκδοση αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από αποσπάσματα του ημερολογίου μου που για κάποιο λόγο θεωρώ δημοσιεύσιμα, και την ίδια μέρα που το αποφασίζω αυτό, πολύ απλά σταματάω να πηγαίνω και στη Σορβόννη. Δεν ειδοποίησα κάποιον. Τέλος. Ήμουν συγγραφέας και όχι πανεπιστημιακός, ερευνητής κ.λπ. Μια απέραντη αγαλλίαση.
• Τα «Λήμματα από την εποχή της κρίσης» κυκλοφόρησαν ως αυτοέκδοση και με διανομή απ’ τις εκδόσεις Futura το 2011 – σήμερα θα πέταγα αρκετά από τα εκατοντάδες αυτά κείμενα, το βασικό όμως είναι ότι βγήκαν, τότε, με παρουσίαση στο Cantina Social, αναγνώσεις και επεισοδιακό πάρτι. Την περίοδο εκείνη, που είναι η βαθιά κρίση, το Μνημόνιο, η κλειστή ΕΡΤ, οι Σκουριές κ.λπ., δημοσιεύω και μια σειρά κειμένων στη «Libération» που ζητάει τότε συχνά κριτική ανάλυση για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Απόλυτη μειοψηφία» το 2015 στο Μελάνι, μια συνεργασία καταπληκτική, που συνεχίστηκε για τέσσερα συνολικά βιβλία, το «Μάιλς Ντέιβις - Εκτός κλίμακας» (2017), και τα πρώτα δύο βιβλία του Κρόκου («Δε λες κουβέντα» και «Μεσακτή») που φτιάχνονται στην τροχιά αυτής της διπλής υπόστασης που περιγράφω απ’ την αρχή. Ο ήρωας φτάνει από το Παρίσι στην Αθήνα και διαπιστώνει πράγματα: υπάρχει καταρχάς μια διάσταση διαπίστωσης, είναι λοιπόν μια αντιστροφή της δικής μου εμπειρίας απ’ τη μία και μια πρόκληση πάνω στην αληθινή μου εμπειρία απ’ την άλλη. Είναι το σημείο στο οποίο θα βάλω να συναντηθούν, επιτέλους, η γλώσσα μου με την εποχή της.
• Ακούγεται βαρύγδουπο, το ξέρω, ενώ ταυτόχρονα είναι και αρκετά μπανάλ (αυτό δεν κάνει κάθε μυθιστόρημα;), αλλά σε κάθε περίπτωση ας πούμε ότι για μένα ήταν μια πολύ συνειδητή υπαρξιακή πράξη. Ο εσωτερικός μονόλογος του Κρόκου, δανεισμένος ως φόρμα από το αμερικανικό hardboiled και με πολλά μπάσταρδα στοιχεία από το autofiction, την προφορικότητα του Σελίν, την εξωφρενική πόζα της γενιάς μου, και ό,τι άλλο μπήκε ασυναίσθητα σε εκείνο το μπλέντερ, ήταν μια οντότητα που χρειαζόμουν. Και στο μεταξύ, όλα αυτά είναι της δεκαετίας του ’30, δηλαδή μιας εποχής που τη διαμορφώνει η κρίση, αυτή του ’29, και το υπόκωφο καθεστώς του Μεσοπολέμου. Είναι ένα ιδιαίτερο πράγμα ο Μεσοπόλεμος. Από την οπτική γωνία του παρόντος χρόνου είναι εξ ορισμού αδύνατον να ξέρεις ότι είσαι στον Μεσοπόλεμο, είναι κάτι που μόνο το διαισθάνεσαι, το μυρίζεσαι. Και το καταλαβαίνεις στην αποτύπωσή του πάνω σε ζωντανά πράγματα, όπως ας πούμε στη γλώσσα. Πρωτίστως στη δική σου. Κάτι τέτοιο είναι ίσως για μένα ο ήρωας-συγγραφέας Μιχάλης Κρόκος. Έχουμε πολλά κοινά, έτσι νόμιζα, μα όσο τον κοιτάζω τόσο βλέπω τις διαφορές. Και γι’ αυτό δεν ζω πολύ κοντά του. Δεν γράφω συνέχεια γι’ αυτόν, τον αφήνω βασικά στην ησυχία του. Κάποιες φορές, λέω θα ήθελα να γράφω ένα βιβλίο με τον Κρόκο κάθε χρόνο ή και πιο συχνά ακόμα – ο άνθρωπος αυτός είναι μια λύση. Όμως δεν γίνεται. Κυρίως γιατί γράφω αργά, αλλά και γιατί θέλει μελέτη η «εποχή».
• Αυτό έγινε με το «Deepfake». Ενώ τα δύο πρώτα ήταν θέματα που ήξερα, η σύγχρονη τέχνη και το καλοκαίρι στην Ικαρία, για το τρίτο χρειαζόταν ένα μακρόχρονο και περίπλοκο ρεπεράζ. Γιατί, βλέπεις, δεν είχα ποτέ παρεισφρήσει σε οργάνωση alt-right, δεν είχα πάει να χωθώ σε high tech βασίλειο στη Μεσσηνία κ.λπ. κ.λπ. Άλλαξε το πράγμα λοιπόν, ήθελε χρόνο και προσεκτικές κινήσεις. Και βρέθηκα στους Αντίποδες, με μια φανταστική ομάδα δημιουργικών ανθρώπων που φαίνεται σαφώς ότι το εννοούν, πέρα από τις καλές εκδόσεις και την εμβληματική αισθητική: το ίδιο το ζήτημα της λογοτεχνίας. Το «Deepfake», λοιπόν, πήγε ξαφνικά πολύ καλά, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και μάλιστα με πολύ επιτυχημένες μεταφράσεις παρά τη δυσκολία του κειμένου, προτάθηκε για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, πήγε σε δεκάδες φεστιβάλ στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία με τα τόσα φεστιβάλ της, και από το καλοκαίρι του 2024 που κυκλοφόρησε φαίνεται να τραβάει σε τακτά χρονικά διαστήματα ξανά το ενδιαφέρον του κοινού.
• Πριν λίγες εβδομάδες, προτάθηκε από τη λέσχη ανάγνωσης της μέγκα ποπ σταρ Ντούα Λίπα, που έχει τεράστια απεύθυνση και στον χώρο του βιβλίου, της πολιτικής, κ.λπ. Αυτό με χαροποίησε πολύ, γιατί ένα ολόκληρο κομμάτι του κοινού έλαβε γνώση για το «Deepfake» που αλλιώς, δυστυχώς, δεν θα την είχε λάβει. Μέσα σ' έναν μήνα, μάλιστα, εξαντλήθηκε η αγγλική έκδοση. Με έβαλε σε σκέψεις αυτό, το πώς πολύς κόσμος, νέοι άνθρωποι, είναι ουσιαστικά αποκλεισμένοι από αυτό που λέμε πολιτιστικό ρεπορτάζ, που λειτουργεί πολύ προβληματικά, γιατί το θέμα, ειδικά στην Ελλάδα, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως gossip. Δεν πειράζει όμως. Καθόλου. Bλέπω άλλους ανθρώπους, πολιτισμικές κοινότητες και urban κουλτούρες πολύ πέρα από το κλασικό αναγνωστικό κοινό, να πηγαίνουν τώρα να το ζητάνε, και γεμίζω από χαρά.
• Γενικά, το θέμα της χαράς είναι κεντρικό σε αυτό το λογοτεχνικό σχέδιο. Την αναζητώ μέσα από τη γραφή, και θέλω πολύ να σχετίζεται με το κείμενο, κάτι σαν αυτό που περιγράφει ο Μπαρτ με την «απόλαυση του κειμένου», που είναι μεν στο «τι λέει» ένα κείμενο αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτό παίζει με τη γλώσσα, με τον αναγνώστη να συμμετέχει στη δημιουργία του νοήματος μέσα από τις αισθήσεις του, σχεδόν σωματικά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει δημιουργία χωρίς χαρά, δηλαδή το αντίστροφο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ενός χώρου που τελικά είναι επίφαση χώρου, μέσα στον οποίο δεν μπορείς να δημιουργήσεις, παρά μόνο να συμμορφωθείς σε προγενέστερες κοινωνικές χρήσεις και φόρμες, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένες και πολύ καρικατουρίστικες. Μερικές φορές νομίζω ότι τα ΜΚΔ είναι ο πραγματικός πρόγονος της τεχνητής νοημοσύνης, ο προθάλαμος. Είναι ένα πράγμα που παράγει ακατάσχετα μέσους όρους: μέσο όρο κειμένου, άποψης, επιχειρήματος, αισθητικής. Με σαφείς πειθαρχικούς μηχανισμούς και ένα τελείως γελοίο σύστημα επιβράβευσης... Ναι, αυτό είναι, μια βιομηχανία ανθρώπινου μέσου όρου. Και με έναν τρόπο, η ΤΝ αυτό σου δίνει: πράγματα που ήδη υπάρχουν. Τα ΜΚΔ ήταν μια φανταστική πρόβα τζενεράλε, επί είκοσι χρόνια, της ΤΝ. Τώρα είναι αργά, την έχουμε δεχτεί, τη θέλουμε, την έχουμε ανάγκη. Είναι μια λιτανεία. Το ίδιο πράγμα συνέχεια – αυτό είναι η λιτανεία. Το ιερό αναμάσημα του εαυτού σου, για πάντα, κάτω από ένα διαρκές χαλαρό χειροκρότημα.
• Στο «Deepfake» o ήρωας ξυπνάει σε μια στιγμή από ένα όνειρο όπου είδε την αλήθεια. Όλη την αλήθεια. Του συμβαίνει κάποιες φορές αυτό. Κι η αλήθεια έχει πάντα το ανάλαφρο άρωμα του παρόντος. Αλλά μετά ξυπνάει για να ξαναγυρίσει στην επικράτεια των ανθρώπων και του παρελθόντος τους. Του αναμασήματος. Ναι, βέβαια χρησιμοποιώ την ΤΝ, σε διάφορα ζητήματα. Την τελευταία φορά ήταν για να τσεκάρω αν όντως η κίτρινη ρίγα στο Fred Perry είναι νεοναζιστικό σύμβολο, γιατί νόμιζα ότι υπήρχε και μια άλλη υπέροχη σεξο-υποκουλτούρα, που την πήγαινε προς τα watersports. Τελικά ισχύουν και τα δύο.
• Το «Δε λες κουβέντα» και το «Deepfake» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αντίποδες. Η «Μεσακτή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΜΑΛΑΦΕΚΑ ΕΔΩ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.