Σε μια προθήκη του Εθνικού Μουσείου Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού του Smithsonian, στην Ουάσιγκτον, εκτίθεται ένα μαύρο βελούδινο βραδινό φόρεμα του 1961, κεντημένο με χρυσές παγιέτες. Το είχε φορέσει η Οφηλία ΝτεΒόρ (Ophelia DeVore), μία από τις πρωτοπόρες μορφές της μαύρης αμερικανικής μόδας. Στην καρτέλα που συνοδεύει το φόρεμα υπάρχει ένας τίτλος που αλλάζει ξαφνικά την κλίμακα του αντικειμένου: «Οι ρίζες της Εβδομάδας Μόδας της Νέας Υόρκης».
Για να καταλάβει κανείς τι εννοεί, πρέπει να γυρίσει στο 1969 και το 1970. Τότε η ΝτεΒόρ διοργάνωνε στο Bryant Park της Νέας Υόρκης υπαίθριες επιδείξεις με τίτλο «Fashions in the Park». Οι διοργανώσεις κρατούσαν από μία εβδομάδα, είχαν άδειες από τον δήμο, εναλλακτικές ημερομηνίες σε περίπτωση βροχής και ανώτατο όριο 500 θεατών. Οι επιδείξεις γίνονταν την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος, μπροστά από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης στο ίδιο πάρκο που, 24 χρόνια αργότερα, θα ταυτιζόταν διεθνώς με τις λευκές τέντες της New York Fashion Week.
Οι φωτογραφίες και τα έγγραφα που έχουν σωθεί δείχνουν κάτι πολύ πιο οργανωμένο από μια μικρή κοινοτική επίδειξη. Στην πασαρέλα περπατούσαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά από διαφορετικές φυλετικές και εθνοτικές κοινότητες. Συμμετείχαν μεγάλοι κατασκευαστές ενδυμάτων, οίκοι μόδας, εταιρείες αξεσουάρ και σχεδιαστές, υπήρχε διεθνής επίδειξη σε συνεργασία με την TWA, ανδρικά ρούχα των Oleg Cassini και Federico Pio και, σε μία από τις ημέρες του προγράμματος, αποκλειστικά μαύροι σχεδιαστές.
Η New York Amsterdam News, ιστορική εφημερίδα της μαύρης κοινότητας της Νέας Υόρκης, χαρακτήριζε τότε τις επιδείξεις «υπερθεάματα μόδας». Πίσω από τον φαινομενικά χαλαρό χαρακτήρα τους υπήρχε λεπτομερής οργάνωση: χειρόγραφα προγράμματα, άδειες, μουσική, συντονισμός των μοντέλων και πρόβλεψη ακόμη και για τις ημέρες της βροχής. Η κόρη της ΝτεΒόρ, Κάρολ, που παρουσίαζε μαζί με τη μητέρα της την επίδειξη του 1970, θυμάται ότι η ιδέα ήταν να δώσουν λίγη περισσότερη ζωντάνια στη μόδα και στο μεσημεριανό διάλειμμα της πόλης.
Το στοιχείο αποκτά άλλο βάρος όταν μπει δίπλα στην καθιερωμένη ιστορία της New York Fashion Week. Οι οργανωμένες επιδείξεις μόδας στη Νέα Υόρκη είχαν φυσικά ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Το 1943, η Eleanor Lambert οργάνωσε την περίφημη Press Week, ενώ επί δεκαετίες οι σχεδιαστές παρουσίαζαν τις συλλογές τους σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Το 1993, ο τότε πρόεδρος του CFDA Stan Herman και η εκτελεστική διευθύντρια Fern Mallis συγκέντρωσαν τις μέχρι τότε διάσπαρτες επιδείξεις σε μία κεντρική διοργάνωση, στήνοντας στο Bryant Park τις τέντες του «7th on Sixth». Το πάρκο παρέμεινε η βάση της διοργάνωσης μέχρι το 2010.
Η Οφηλία ΝτεΒόρ, λοιπόν, δεν «εφηύρε» τη Fashion Week. Αυτό που αποκαλύπτει το αρχείο είναι πιο ενδιαφέρον: πολύ πριν το Bryant Park αποκτήσει τη θέση που γνωρίζουμε σήμερα στην ιστορία της αμερικανικής μόδας, μια μαύρη γυναίκα είχε ήδη πάρει τον ίδιο δημόσιο χώρο και τον είχε κάνει πασαρέλα.
Η καρτέλα του Smithsonian προχωρά ακόμη περισσότερο. Υποστηρίζει ότι λευκοί επαγγελματίες της αγοράς πήραν αργότερα την ιδέα, πρόσθεσαν τέντες και έφεραν στο πάρκο τους μεγάλους σχεδιαστές. Εκεί, όμως, η τεκμηρίωση δεν αρκεί. Στην πρόσφατη έρευνα της Vogue, το μουσείο δεν μπόρεσε να δώσει συγκεκριμένα ονόματα, ημερομηνίες ή άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν άμεση σύνδεση ανάμεσα στις επιδείξεις της ΝτεΒόρ και στην απόφαση του 1993. Αυτό που τεκμηριώνεται είναι ήδη εντυπωσιακό: στο ίδιο πάρκο γίνονταν οργανωμένες επιδείξεις μόδας, με ένα πολυφυλετικό καστ μοντέλων, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα πριν από τις περίφημες λευκές τέντες.
Αυτό θα ήταν ήδη αρκετό για να ξαναμπεί το όνομα της ΝτεΒόρ στην ιστορία της μόδας. Η υπόλοιπη ζωή της, όμως, κάνει την απουσία της ακόμη πιο παράξενη.
Γεννημένη στη Νότια Καρολίνα, η ΝτεΒόρ μετακόμισε μικρή στη Νέα Υόρκη και άρχισε να εργάζεται ως μοντέλο στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Σε μια βιομηχανία που άφηνε ελάχιστο χώρο στις μαύρες γυναίκες, συνίδρυσε το Grace Del Marco Agency το 1946 και δύο χρόνια αργότερα ίδρυσε την Ophelia DeVore School of Self-Development and Modeling.
Από το πρακτορείο και τη σχολή της πέρασαν άνθρωποι που αργότερα θα γίνονταν γνωστές μορφές της αμερικανικής κουλτούρας: η Νταϊάν Κάρολ, η Σίσελι Τάισον, ο Ρίτσαρντ Ράουντρι και η Helen Williams. Η ΝτεΒόρ δημιούργησε επίσης σειρά καλλυντικών για μη λευκές επιδερμίδες και, γύρω στο 1955, συμπαρουσίαζε με τον Ralph Cooper το «Spotlight on Harlem», την πρώτη τηλεοπτική εκπομπή στη Νέα Υόρκη που δημιουργήθηκε από και για Αφροαμερικανούς.
Και η πορεία αυτή παραλίγο να κοπεί βίαια. Το 1952, μέσα σε χιονοθύελλα στο Ντιτρόιτ, η ΝτεΒόρ τραυματίστηκε πολύ σοβαρά σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ξύπνησε από κώμα δύο εβδομάδες αργότερα και έμεινε καθηλωμένη για μήνες. Από το κρεβάτι του νοσοκομείου, με το ένα χέρι που μπορούσε ακόμη να χρησιμοποιήσει, συνέχιζε να υπογράφει επαγγελματικά συμβόλαια. Αργότερα θα ξεκινούσε μια δεύτερη καριέρα ως ιδιοκτήτρια και εκδότρια της «The Columbus Times», εφημερίδας της αφροαμερικανικής κοινότητας στην Τζόρτζια.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της νέας έρευνας είναι τελικά το ίδιο το κενό στη μνήμη. Οι επιδείξεις του Bryant Park δεν αναφέρονται στις δύο νεκρολογίες της ΝτεΒόρ στους «New York Times», ούτε στη βιογραφική παρουσίαση του Emory University για το αρχείο της. Η Vogue σημειώνει επίσης ότι, όταν έγινε η έρευνα, το όνομά της δεν εμφανιζόταν στον ιστότοπο του CFDA, ενώ μέσα σε 13 χρόνια το Emory είχε ψηφιοποιήσει μόλις μία εικόνα της ίδιας από το αρχείο. Τα προσωπικά της αρχεία βρίσκονται στο πανεπιστήμιο από το 2013.
Κάπως έτσι λειτουργεί συχνά η πολιτιστική λήθη: όχι με μια μεγάλη απόφαση να διαγραφεί κάποιος, αλλά με μικρές απουσίες που συσσωρεύονται. Ένα όνομα λείπει από μια ιστοσελίδα, μια φωτογραφία δεν ψηφιοποιείται, ένα γεγονός μένει έξω από μια νεκρολογία, ώσπου μια ολόκληρη διαδρομή αρχίζει να φαίνεται σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Η ΝτεΒόρ πέθανε το 2014. Οι περίφημες τέντες του Bryant Park είχαν ήδη φύγει τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Αυτό που μένει τώρα είναι μια σειρά από φωτογραφίες στα αρχεία: μοντέλα με μίνι φορέματα, ψηλοτάκουνα και παπούτσια με χοντρές αγκράφες να περπατούν στο πάρκο, με τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης στο βάθος. Η εικόνα μοιάζει παράξενα οικεία.
Μόνο που τραβήχτηκε το 1969.
Με στοιχεία από Vogue, Smithsonian National Museum of African American History and Culture